Legislator Case Law & Legislation
1805/2007 AI generated

1805/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1805/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6706/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1510/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και επί πλέον ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης υπέβαλε το αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1805/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή και με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 216§1 του ΚΠολΔ για την θεμελίωση της ιστορικής βάσεως στοιχεία. Το Εφετείο, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας.

Keywords

AI generated
target agreement association Agreement negotiation and conclusion compliance with technical standards technical barriers nullity of agreements and decisions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1805 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1805/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Εταιρίας με την επωνυμία "..... Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)Εταιρίας με την επωνυμία "ITW Welding Products Italy SRL", που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δεσποτόπουλο και 2)Εταιρίας με την επωνυμία "Τεχνολογικές εφαρμογές ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσακίρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6706/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1510/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και επί πλέον ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης υπέβαλε το αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιουμένη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5§1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρος, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται ως προς την νομική της υφή από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993. 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.

αυτού. Στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ./τος, εφόσον εναρμονίζονται προς την φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσον και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 Εισ.ΝΑΚ 3 ΑΠ 812/1991).

Εξάλλου, το άρθρο 9 του π.δ./τος 219/1991, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, ορίζει τα εξής: "1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9§1 εδ.

α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7§1 του π.δ. 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του πρέπει να επικαλεσθεί για το ορισμένο της αγωγής του (ΚΠολΔ 111§2, 118 περ. 4 και 216§1) και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ΑΠ 139/2006, Ελ 47.754). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 31.7.03 αγωγή της αναιρεσειούσης κατά των αναιρεσιβλήτων, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας κατά το άρθρο 9 περ.

α' και β' του άνω π.δ./τος, εκτίθεται ότι τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1980 μεταξύ της αναιρεσειούσης και της εταιρείας υπό την επωνυμία "Miller Electric MEG και CO" (μηχανές συγκόλλησης και κοπής μετάλλων με τα παρελκόμενα βοηθητικά μηχανήματα και εξαρτήματα) καταρτίσθηκε σύμβαση αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της στην ελληνική αγορά, ότι η εν λόγω εταιρεία, μετά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής ίδρυσε την πρώτη αναιρεσίβλητη, στην οποία και μεταβιβάστηκαν όλες οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα από την παραπάνω σύμβαση, η οποία από της εν λόγω μεταβιβάσεως άρχισε να λειτουργεί με υποκείμενα την αναιρεσείουσα και την πρώτη αναιρεσίβλητη, μέχρι την 1.6.2003, οπότε λύθηκε με έγγραφη καταγγελία που έγινε από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι κατά την διάρκεια της λειτουργίας της άνω συμβάσεως έφερε νέους πελάτες, όπως αυτοί αναφέρονται στην αγωγή, και από τη νέα αυτή πελατεία, που είναι σταθερή και θα διατηρηθεί και στο μέλλον μετά την γενόμενη καταγγελία, διατηρούνται ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της συμβάσεως.

Επίσης, εκτίθενται στην ίδια αγωγή ότι ο μέσος όρος των κερδών της τελευταίας, πριν από την καταγγελία της συμβάσεως, πενταετία ανήλθε στο ποσό των 84.518,8 ευρώ, το οποίο και ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή. Ως προς το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, ως διαλαμβάνουσα με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της ανωτέρω, εφαρμοσθείσης, στην προκειμένη υπόθεση, ουσιαστικής διατάξεως, χωρίς να ήταν αναγκαία, για την δικονομική της πληρότητα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ και η παράθεση του ποσού των ωφελημάτων που θα διατηρηθούν στο μέλλον, αφού, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 9 του π.δ./τος 219/1991, ως βάση του υπολογισμού της άνω αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες από συμβάσεις που προβλέπονται να καταρτισθούν με πελάτες που έφερε ο αντιπρόσωπος και τις οποίες προμήθειες, λόγω της καταγγελίας, αυτός χάνει, με δυνατότητα, από την ίδια διάταξη, του εντολέως να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι τα οφέλη που διατηρεί μετά την καταγγελία ή δεν διατηρούνται ή είναι μικρότερα κατά ποσό από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου (ΑΠ 139/2006 ό.π.).

Επομένως, το Εφετείο, κρίναν την ανωτέρω αγωγή της αναιρεσειούσης, κατά το προμνημονευθέν αίτημα, ως ποσοτικά αόριστη, απορρίψαν, ακολούθως, την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό, ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 αναιρετική πλημμέλεια, κατά παραδοχή του πρώτου σχετικού λόγου αναιρέσεως.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 722 ΑΚ ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής ή και εξ αφορμής αυτής. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και επί εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον η εν λόγω απόδοση υπαγορεύεται από το περιεχόμενο της συμβάσεως αντιπροσωπείας και την επί του άρθρου 288 ΑΚ στηριζομένη αρχή της καλοπίστου εκπληρώσεως της παροχής που διέπει οποιαδήποτε σύμβαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, στην ίδια πιο πάνω αγωγή της αναιρεσειούσης, εκτίθεται ότι κατόπιν ειδικής εντολής της πρώτης αναιρεσιβλήτου και των προκατόχων αυτής, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί άμεσα στις παραγγελίες των πελατών της λόγω και της μεγάλης αποστάσεως που υπήρχε με την προμηθεύτρια εταιρεία (ΗΠΑ) και προς εξυπηρέτηση δικών της συμφερόντων, η αναιρεσείουσα σχημάτισε και ένα σημαντικό απόθεμα εμπορευμάτων και ανταλλακτικών, το οποίο μετά την δια της καταγγελίας λήξη της ανωτέρω συμβάσεως της είναι άχρηστο, μη δυναμένη να διαθέτει εμπορεύματα Miller.

Με βάση τα εν λόγω περιστατικά η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ζητεί την επιδίκαση του ποσού των 249.019 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του άνω αποθέματος. Το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αυτό αίτημα, γιατί δεν γίνεται επίκληση με την αγωγή συμφωνίας περί αποδόσεως της αξίας του άνω αποθέματος.

Έτσι, όμως, που έκρινε παραβίασε την άνω ουσιαστική διάταξη, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, γιατί προκειμένου να την εφαρμόσει, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα στην ιστορική βάση της αγωγής διαλαμβανόμενα και στο πραγματικό της διατάξεως αυτής ανήκοντα στοιχεία, γι' αυτό και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως προς το πρώτο αυτού μέρος, ως βασίμου.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο προς θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση επί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλο ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου εντός του συναλλακτικού κύκλου, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη.

Αντίθετη δηλαδή στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Ειδικότερα, επί συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας η υπό του αντιπροσωπευομένου εντολέως ανάθεση σε άλλον της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητος με αυτή του αντιπροσώπου εντολοδόχου μπορεί να συνιστά παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο αντιπρόσωπος για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) πρόκληση πράγματι ζημίας σε άλλον και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της επελθούσης ζημίας.

Ο δόλος (πρόθεση) αναφέρεται στην επαγωγή ζημίας, όχι στον ανήθικο ή παράνομο χαρακτήρα της πράξεως, ο δε ζημιώσας πρέπει να εγνώριζε ότι με την συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να επεδίωκε ή να αποδεχόταν την πρόκληση της ζημίας, αρκεί δηλαδή και ο ενδεχόμενος δόλος. Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση στην ένδικη αγωγή εκτίθεται για την νομιμοποίηση της δευτέρας εναγομένης αναιρεσιβλήτου, ότι η γενομένη από 18.2.03 έγγραφη καταγγελία της άνω συμβάσεως αποκλειστικής διανομής ήταν αποτέλεσμα μιας δόλιας και καλώς προσχεδιασμένης και μεθοδευμένης ενέργειας, που έγινε με την υποκίνηση της εν λόγω διαδίκου με στόχο την υφαρπαγή της πελατείας της αναιρεσειούσης και την εκτόπισή της από την αγορά, και σε χρονικό σημείο που υπήρχε ανάκαμψη στην αγορά, από την οποία ανάκαμψη υπήρχε βάσιμη προσδοκία κερδοφορίας και ενώ με άοκνες προσπάθειες της αναιρεσειούσης επί χρονικό διάστημα είκοσι τριών (23) ετών, που διήρκησε η εμπορική συνεργασία, είχαν καθιερωθεί τα προϊόντα που αυτή διακινούσε στην αγορά και έτσι απέκτησε ένα σημαντικό μερίδιο σ' αυτή (ταυτισθείσα στην ελληνική αγορά με τα ποιοτικά προϊόντα της Miller) το οποίο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ηθέλησε να καρπωθεί με την προς αυτή ανάθεση της αντιπροσωπείας των ιδίων προϊόντων, επωφελούμενη έτσι "των κόπων και του ιδρώτος" της αναιρεσειούσης προς τον σκοπό της προωθήσεως των άνω προϊόντων της.

Εκτίθεται περαιτέρω στην ένδικη αγωγή ότι σκόπιμα στην έγγραφη καταγγελία ορίσθηκε μικρή προθεσμία προειδοποίησης, ήτοι αυτή των τριών μηνών, προκειμένου η αναιρεσείουσα να μην μπορεί να ανεύρει στο χρονικό αυτό διάστημα άλλο προμηθευτή και εκτοπισθεί έτσι από την αγορά, από δε τις ανωτέρω δόλιες πρακτικές η αναιρεσείουσα έχει περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση, διότι έχει δεσμεύσει χρηματικά ποσά στο απόθεμα χωρίς να μπορεί από 1.6.03 ούτε να προβαίνει σε αγορές αλλά ούτε και σε πωλήσεις, επισκευή και συντήρηση των προϊόντων Miller, ενώ της δημιουργήθηκαν σημαντικά προβλήματα ρευστότητος και η αξιοπιστία της έναντι των τραπεζών που την χρηματοδοτούν, μειωθείσης έτσι της πιστωληπτικής της ικανότητος.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή και με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 216§1 του ΚΠολΔ για την θεμελίωση της ιστορικής βάσεως στοιχεία. Το Εφετείο, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας.

Έτσι, όμως, κρίναν εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια, και ο σχετικός με την παράβαση αυτή δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

IV. Επειδή, κατά το άρθρο 8 παρ.3 του π.δ./τος 219/1991, που εφαρμόζεται αναλόγως και επί της ενδίκου συμβάσεως, όταν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ./τος 88/94 η προθεσμία της καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους, και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Κατά δε την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ./τος 312/1995 η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστατικών.

Από την μη τήρηση εκ μέρους του αντιπροσώπου της πιο πάνω προβλεπομένης προθεσμίας γεννάται αξίωση προς αποζημίωση. Περαιτέρω η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας της διαρκούς συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως αν το δικαίωμα αυτό ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος διαγραφομένων ορίων συνιστά εξ αντικειμένου παράνομη πράξη, οπότε συντρεχόντων και των λοιπών όρων του άρθρου 914 ΑΚ γεννάται αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία.

Η ίδια δε υποχρέωση προς αποζημίωση γεννάται και κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του άνω δικαιώματος αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Εξετέρου κατά την έννοια του εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά δε την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δε συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του μετ' εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα, με σύμβαση που καταρτίσθηκε κατά μήνα Φεβρουάριο έτους 1980 άτυπα (προφορικά) ανάμεσα σε αυτήν και τη μη διάδικο αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Μiller Electric MFG& CO", η οποία στη συνέχεια ίδρυσε και μεταβίβασε τα από τη σύμβαση δικαιώματα και υποχρεώσεις της στην αλλοδαπή επίσης και εδρεύουσα στην Ιταλία, πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία, ανέλαβε την πώληση και διάθεση στην ελληνική αγορά των προϊόντων της τελευταίας (μηχανές, συγκολλήσεις και κοπής μετάλλων με τα παρελκόμενα βοηθητικά μηχανήματα και εξαρτήματα).

Τα προϊόντα αυτά η αναιρεσείουσα προμηθευόταν από την τελευταία (πρώτη αναιρεσίβλητη) και τα μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό με τον αντίστοιχο, επίσης, δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, εκδίδοντας τιμολόγια στο δικό της όνομα ενεργώντας ως διανομέας των παραπάνω προϊόντων.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι κατά την διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως η πρώτη αναιρεσίβλητη στα πλαίσια αναδιοργανώσεως του δικτύου αποθηκών και πωλήσεων των προϊόντων της, με την από 2.10.2002 επιστολή της ενημέρωσε την ενάγουσα ότι σχεδίαζε να διορίσει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες έναν κύριο διανομέα που θα προωθούσε στην αγορά τα άνω προϊόντα της.

Η τελευταία με το από 10.10 .2002 έγγραφό της προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εξέφρασε την δυσαρέσκειά της προς την άνω εξέλιξη. Στο μεταξύ η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με σύμβαση αποκλειστικής διανομής που είχε καταρτίσει με τη μη διάδικο αλλοδαπή (Σουηδική) εταιρεία "ELGA AB" τη οποία εξαγόρασε η πρώτη εναγομένη, η τελευταία αλλοδαπή εταιρεία είχε χορηγήσει στην άνω αναιρεσίβλητη το αποκλειστικό δικαίωμα να πωλεί προϊόντα της στη Ελλάδα και την Κύπρο με τους όρους που αναφέρονται στο μεταξύ τους συμφωνητικό.

Στη συνέχεια η πρώτη αναιρεσίβλητη με το από 18.2.2003 προς την αναιρεσείουσα έγγραφο ενημέρωσε την τελευταία ότι από πρώτης Ιουνίου 2003 δε θα είναι πλέον σε θέση να πωλεί τα προϊόντα Μίλλερ σε αυτή. Με το έγγραφό της αυτό, η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ αυτής και της αναιρεσειούσης σύμβαση, ορίζοντας παράλληλα ως χρόνο λήξεως αυτής την 1.06.2003.

Επίσης δέχεται το Εφετείο ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως έγινε από ενδιαφέρον της πρώτης αναιρεσιβλήτου για την περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς της με την αναδιάρθρωση του δικτύου διαθέσεως των προϊόντων της χωρίς να αποδεικνύεται ότι η καταγγελία αυτή ήταν αιφνίδια, αδικαιολόγητη ή ότι έγινε με πρόθεση να ζημιωθεί η αναιρεσείουσα διανομέας και να καρπωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη από την ήδη αποκτηθείσα, από την αναιρεσείουσα, πελατεία και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.

Έτσι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου το δικαίωμα της πρώτης αναιρεσιβλήτου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως με την αντισυμβαλλομένη της αναιρεσείουσα δεν ασκήθηκε εναντίον των χρηστών ηθών και συγκεκριμένα, δεν αποτελεί συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου στο σχετικό τομέα συναλλαγών, αφού η συνέπεια της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της μεταξύ τους διαρκούς εν λόγω συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την αντισυμβαλλόμενή της συναλλακτικές δυνατότητες της ασκούσης το δικαίωμά της αναιρεσίβλητης και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως γιατί διέλαβε αιτιολογίες ελλιπείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν μνημονεύονται τα έκτακτα περιστατικά που δικαιολογούν την μη τήρηση από τη πρώτη αναιρεσίβλητη της υπό του άρθρου 8 παρ.4 του π.δ./τος 219/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.2 του π.δ./τος 312/1995, οριζομένης ως άνω προθεσμίας για τη καταγγελία της επιμάχου συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας διανομής, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των παρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως δια του οποίου αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 1510/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ