Legislator Case Law & Legislation
1804/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor contract termination by football club due to procedural errors.

Case Number 1804/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a labor dispute judgment involving a football club. The lower court dismissed the claim for invalidating the contract termination but failed to examine specific supplementary grounds regarding the union's authority and the termination's abuse. Consequently, the Supreme Court remanded the case for further examination of these unresolved issues while awarding costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case when the lower court dismisses a claim on a primary ground while failing to examine supplementary grounds that were validly transferred from the appellate stage.

Keywords

AI generated
labor contract termination football club dispute procedural error remand for retrial abuse of termination right supplementary grounds costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1804 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1804/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αντωνιάδου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ" (Ε.Π.Ο.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-05-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1170/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2240/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19 Οκτωβρίου 2021 με αριθ. κατάθεσης 8232/1021/22.10.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2240/27.4.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 2.9.2019 με αριθ.

καταθ. 74283/5742/2.9.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1170/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την οριστική του απόφαση δικάζοντας την από 29.5.2017 και με αριθ. κατάθ. 542707/1318/2.6.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή του ενάγοντος και ειδικότερα α) ως αόριστη κατά την τέταρτη επικουρική βάση της, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αθλητικό σωματείο ως καταχρηστικής, κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας στηριζόταν σε λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του από τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου, β) ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη επικουρική της βάση, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για τους λόγους ότι η σχετική προς τούτο απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου ήταν άκυρη λόγω εκπρόθεσμης κλήτευσης των μελών της κατά τη συνεδρίαση στις 2.3.2017 που αποφασίσθηκε η απόλυσή του και ότι δεν συμμετείχαν όλα τα μέλη της στην ως άνω συνεδρίαση, γ) ως κατ' ουσία αβάσιμη αα) ως προς την κυρία της βάση, περί ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω έλλειψης εξουσίας της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου να το εκπροσωπεί, ββ) ως προς την πρώτη επικουρική της βάση περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω υπέρβασης των αρμοδιοτήτων της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής που της είχε παραχωρήσει η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, γγ) ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος γιατί δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας (σιωπηρή απόρριψη), δδ) ως προς την τέταρτη επικουρική της βάση κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος στηριζόταν στη μη τήρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αρχής της αναλογικότητας, με τη λήψη ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων (σιωπηρή απόρριψη) και εε) ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του (σιωπηρή απόρριψη).

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, κατά το μέρος που η πρωτοβάθμια απόφαση είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία της βάση ως κατ' ουσία αβάσιμη, εξαφάνισε αυτή και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως αόριστη ως προς τη βάση της αυτή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014).

Περαιτέρω, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιουμένου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού (ΑΠ 541/2018, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 897/2012).

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016).

Επί αγωγής που έχει ως αυτοτελές αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πρέπει κατά το άρθρ. 216 του Κ.Πολ.Δ. για το ορισμένο αυτής να εκτίθενται στο δικόγραφό της με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 505/2021, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013).

Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, πρέπει να διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι λόγοι (ή λόγος) εξ αιτίας των οποίων (ή του οποίου) η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική (ΑΠ 105/2020) ήτοι τα περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 84/2011).

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη (ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 541/2018, ΑΠ 1401/2014).

Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1650/2012).

Όταν η αγωγή του εργαζόμενου έχει αίτημα την εκδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.

Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη (νομικό πρόσωπο) και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1650/2012).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ108/2020, ΑΠ 515/2016). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με το λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 29.5.2017 με αριθ. 542707/1318/2.6.2017 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι στις 14.4.1998 προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, τριτοβάθμιο αθλητικό σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ" (ΕΠΟ), με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος λογιστηρίου στη Διεύθυνση Οικονομικού.

Ότι έκτοτε εργάστηκε στο εναγόμενο στις αναφερόμενες σ' αυτή θέσεις και ότι από το έτος 2011 τοποθετήθηκε στη θέση του έμμισθου εκτελεστικού γραμματέα του εναγομένου, την οποία διατήρησε μέχρι τις 3.3.2017, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Ότι στις 4.10.2016 έληξε η θητεία της Διοίκησης του εναγομένου τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου, χωρίς να έχουν διενεργηθεί εκλογές για την ανάδειξη νέας διοίκησης και στις 14.10.2016 η Εκτελεστική Επιτροπή της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου διόρισε στο εναγόμενο Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, που ονομάσθηκε "Επιτροπή Εξομάλυνσης", με θητεία από 31.10.2016 έως 31.5.2017 και αρμοδιότητες:

α) τη διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων του εναγομένου β) την τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού και των κανονισμών του, εάν δεν είναι εναρμονισμένοι με τους αντίστοιχους της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), γ) την εναρμόνιση της εθνικής αθλητικής νομοθεσίας με τις διατάξεις του καταστατικού και των κανονισμών της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, δ) τη διενέργεια εκλογών έως τις 31.5.2017 για την εκλογή νέας διοίκησης στο εναγόμενο με βάση τις διατάξεις του καταστατικού του.

Ότι η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου στις 21.11.2016 προέβη σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ειδικότερα ότι του αφαίρεσε όλες τις βασικές αρμοδιότητές του και τον απέκλεισε πλήρως από όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις του εναγόμενου. Ότι η αντίδραση και εναντίωσή τoυ στην ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, στις παράτυπες και αντίθετες με το καταστατικό του εναγομένου ενέργειες της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, σε συνδυασμό με την από 20.2.2017 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση του προς το εναγόμενο για τον ορθό υπολογισμό των αποδοχών του από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 και εντεύθεν, οδήγησε την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή στις 2.3.2017 να λάβει την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του.

Ότι ακολούθως μετά την λήψη της απόφασης αυτής και συγκεκριμένα την επομένη (3.3.2017) του κοινοποιήθηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι α) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι ανυπόστατη γιατί έγινε από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή (Π.Δ.Ε.) του εναγομένου νομικού προσώπου (ΕΠΟ), που διορίσθηκε μη νόμιμα από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 86 του Καταστατικού του εναγομένου και κατά παρέκκλιση του άρθρου 69 του ΑΚ (κύρια βάση), β) επικουρικά και στην περίπτωση που θεωρηθεί νόμιμος ο διορισμός της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί έγινε από αυτή (Π.Δ.Ε.) καθ' υπέρβαση των περιοριστικά απαριθμούμενων αρμοδιοτήτων που της παραχώρησε η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (πρώτη επικουρική βάση), γ) επικουρικά και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα να προβαίνει στην καταγγελία συμβάσεων εργασίας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί οι προσωρινές διοικήσεις δεν μπορούν να ασκούν το δικαίωμα καταγγελίας σύμβασης εργασίας στα πλαίσια του αναιτιώδους χαρακτήρα αυτής, αλλά η καταγγελία θα πρέπει να συνδέεται με σπουδαίο λόγο, όπως πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων και παρακώλυση λειτουργίας της επιχείρησης (δεύτερη επικουρική βάση) και ότι ακόμα και αν υπήρχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει ανάλογα μέτρα για προστασία των συμφερόντων της, όπως να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία ή να τον θέσει σε διαθεσιμότητα ή να τον απομακρύνει από τα καθήκοντα του Γενικού Γραμματέα και να συνεχίσει να ασκεί τις λοιπές αρμοδιότητές του ως Διευθυντής Διοικητικού του εναγομένου αθλητικού σωματείου (ισχυρισμός που συνδέεται και με την τέταρτη επικουρική βάση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα στηρίζεται στη μη τήρηση εκ μέρους του εναγομένου της αρχής της αναλογικότητας με τη λήψη ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων), δ) σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί η απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής που αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ελήφθη κατά παράβαση της παρ.3 του άρθρου 34 του καταστατικού της ΕΠΟ που προβλέπει ότι η ημερήσια διάταξη πρέπει να στέλνεται στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, προθεσμία που δεν τηρήθηκε, αφού η πρόσκληση εστάλη στις 28.2.2017 και η συνεδρίαση έγινε στις 2.3.2017 και γιατί η συνεδρίαση έγινε χωρίς την παρουσία όλων των μελών της Επιτροπής (τρίτη επικουρική βάση), στ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου, καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και χωρίς να υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που να εξυπηρετούν τον σκοπό του εργοδοτικού δικαιώματος και ειδικότερα αα) για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του λόγω της αντίδρασής του στην αφαίρεση στις 21.11.2016, με την υπ' αριθμ. 36703/2016 υπηρεσιακή εγκύκλιο του Προέδρου της (Π.Δ.Ε.), των βασικών αρμοδιοτήτων που ασκούσε, λόγω της αντίδρασής του, με την ιδιότητά του ως εκτελεστικού γραμματέα, στην πρόσληψη οκτώ (8) νέων υπαλλήλων με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στον καθορισμό μηνιαίας αποζημίωσης για τα μέλη της ως άνω Π.Δ.Ε.

που δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο και λόγω του αιτήματός του με την από 20.2.2017 εξώδικη δήλωσή του να προβεί η εναγόμενη στον ορθό υπολογισμό των αποδοχών του από το Νοέμβριο του έτους 2003 σε σχέση με το καταβαλλόμενο σ' αυτόν χρονοεπίδομα και ββ) ότι δεν τηρήθηκε η αρχής της αναλογικότητας δεδομένου ότι η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου μπορούσε να λάβει ηπιότερα μέτρα, από την απόλυσή του (τέταρτη επικουρική βάση).

Ότι το εναγόμενο με το να καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας του και αρνούμενο μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, τις οποίες αυτός προσηκόντως προσέφερε, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και ότι για το λόγο αυτό υποχρεούται να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4.3.2017 έως 31.12.2017, επίδομα Χριστουγέννων 2017, αναλογία επιδόματος Πάσχα 2017 (από 4.3.2017 έως 30.4.2017) και ότι του οφείλει για επίδομα αδείας 2017 και αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια του ιδίου έτους, τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά.

Ότι συνεπεία της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και ότι για την αποκατάστασή της δικαιούται να ζητήσει την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε, μετά από παραδεκτό, κατ' άρθρο 223 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό των αγωγικών καταψηφιστικών κονδυλίων σε αναγνωριστικά:

α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3.3.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από το εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως μισθωτού του και να τον απασχολεί πραγματικά, στη αυτή θέση εργασίας που τον απασχολούσε πριν τις 21.11.2016, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.510,84 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας του μηνός Μαρτίου του έτους 2017, για επίδομα εορτής Χριστουγέννων του έτους 2017 και για επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο, δ) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 89.492,68 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας για τους μήνες από Απρίλιο έως Δεκέμβριο του έτους 2017, για αναλογία επιδόματος εορτής Πάσχα του έτους 2017 και για αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας του έτους 2017, και ε) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, με την με αριθμ. 1170/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή του ενάγοντος. Επί της από 2.9.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσέιοντος εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (2240/2021) η οποία κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: "...Κατά της απόφασης αυτής (ενν.

υπ' αριθ. 1170/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) παραπονείται ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) με την κρινόμενη έφεσή του για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να προσβάλει την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης περί απορρίψεως της αγωγής, κατά το μέρος που ο ενάγων, ήδη εκκαλών 1) αιτείται τον έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) περί αφαίρεσης από τον ίδιο των αρμοδιοτήτων της αναφερόμενης θέσης ευθύνης που ασκούσε μέχρι τις 21.11.2016, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, 2) στηρίζει το υπό στοιχείο α αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στην ανυπαρξία και μη επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία και 3) στηρίζει το υπό στοιχείο α αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στην ακυρότητα της λήψης της απόφασης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη συμμετοχής όλων των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής στη λήψη της σχετικής απόφασης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως αόριστης για το πρώτο και σιγή για αμφότερα τα λοιπά, και ζητεί να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του και να καταδικασθεί το αντίδικό του στη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας [...].

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα στις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις της παρούσας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι αληθούς υποτιθεμένου του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος-εκκαλούντος ότι η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, που προέβη στις 3.3.2017 σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, δεν ήταν νόμιμος αντιπρόσωπος του εργοδότη του, εναγομένου-εφεσίβλητου και δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος-εκκαλούντος, με συνέπεια η επίδικη καταγγελία να είναι ανυπόστατη, ο ενάγων-εκκαλών για να δικαιούται την πληρωμή μισθών υπερημερίας, ήτοι ποσών που αφορούν το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα της απόλυσής του (4.3.2017), από το εναγόμενο-εφεσίβλητο, έπρεπε να αναφέρει για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής ότι μετά την καταγγελία προσφέρθηκε στην παροχή των υπηρεσιών του και το εναγόμενο-εφεσίβλητο τις απέκρουσε, γεγονότα που δεν μνημονεύονται στην αγωγή, καθώς το εναγόμενο- εφεσίβλητο θα περιερχόταν σε υπερημερία και θα όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα μισθούς υπερημερίας μόνο στην περίπτωση που ο ενάγων- εκκαλών προσφέρετο σε παροχή των υπηρεσιών του και το εναγόμενο-εφεσίβλητο τις απέκρουε.

Εξ άλλου αφού κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή δεν ήταν νόμιμος αντιπρόσωπος του εναγομένου-εφεσίβλητου, εργοδότη, του ενάγοντος-εκκαλούντος, δεν μπορεί να τεθεί θέμα περί καταχρηστικότητας της επίδικης καταγγελίας, αφού αυτή ήταν πρωτίστως ανυπόστατη, ούτε λήψη ηπιότερου από την καταγγελία μέτρου.

Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-εκκαλούντος αποτελεί η, κατόπιν λήψης σχετικής απόφασης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, που του κοινοποιήθηκε στις 3.3.2017, και όχι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του τελευταίου από τις αναφερόμενες σε αυτή (αγωγή) συμπεριφορά και ενέργειες της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής.

Κατόπιν τούτων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση που η αγωγή του εκκαλούντος απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και ο τελευταίος (εκκαλών) παραπονείται για την κρίση αυτή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο να απορρίψει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εν όψει του ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα (άρθρο 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και δεν επιτρέπεται η απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας, καθ' όσον οδηγεί σε διάφορο ως προς το αποτέλεσμα διατακτικό.

Κατόπιν τούτων πρέπει, αφού δεν είναι επιτρεπτή, κατά τα προεκτεθέντα, η αντικατάσταση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης απόφασης, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να δικασθεί η αγωγή, ακολούθως δε να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας...".

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την από 29.5.2017 αγωγή του ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν ανέφερε στο δικόγραφο της αγωγής του, όπως απαιτείτο για την πληρότητα αυτής, ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, αυτός προσφέρθηκε στην παροχή των υπηρεσιών του και ότι το εναγόμενο-εφεσίβλητο τις απέκρουσε, ενώ όφειλε να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή του ήταν επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.2, 118 και 216 του ΚΠολΔ καθότι μνημόνευε επαρκώς σ' αυτή την προσφορά παροχής των υπηρεσιών του στο αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα ότι ανέφερε σ' αυτήν: "...

Επειδή η εναγόμενη Ομοσπονδία, με το να καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας του και αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες μου, τις οποίες εγώ της προσέφερα, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότου, υποχρεούται δε κατά το νόμο στην καταβολή μισθών υπερημερίας..." (σελ. 24-25) και "...Της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μου ούσας άκυρης, ο συμβατικός δεσμός που με συνδέει με την εναγόμενη δια συμβάσεως λογίζεται ισχυρός, η δε αντίδικος υποχρεούται εκ της ενεργού εισέτι συμβάσεως εργασίας που με συνδέει μαζί της, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες μου, μη πράττοντας δε αυτό έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας δανειστή περί την αποδοχή των προσηκόντως, και μέχρι σήμερα, από εμένα υπηρεσιών προς αυτήν χωρίς να χρειάζεται καμία δική μου όχληση..." (σελ. 28).

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει και να απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς την κυρία βάση της περί ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτού, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (εξαφανίζοντας, όπως προεκτέθηκε, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την ως άνω κυρία βάση της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμη) με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο ενάγων και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσέφερε πράγματι τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο και ότι αυτό τις απέκρουσε περιερχόμενο έτσι σε υπερημερία, παρά το νόμο απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την κυρία βάση της, δεδομένου ότι περιέχεται σ' αυτή (αγωγή), πέραν των περιστατικών της σύναψης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, των συμβατικά καθορισμένων μηνιαίων αποδοχών του και των εκτιθέμενων περιστατικών που στηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι ανυπόστατη γιατί έγινε από αναρμόδιο όργανο, δηλαδή από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου, που διορίσθηκε παράνομα από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου και το περιστατικό της συνέχισης της προσφοράς παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, μετά την εκ μέρους της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του τελευταίου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και της μη αποδοχής των προσφερομένων υπηρεσιών του απ' αυτό (σελ. 24-25 και 28 της αγωγής).

Επομένως με το να αποφανθεί αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος.

Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 539/1945 "Περί χορηγήσεως κανονικών αδειών μετ' αποδοχών" (Α 229) όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της αρχικά με την παρ.1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και ακολούθως με την παρ.1 άρθρ.1 του Ν. 3302/2004 (Α 267) ορίζεται ότι "1.α. Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.

Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια εικοσιτεσσάρων (24) εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

β. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός να χορηγεί σε αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α'.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Για καθένα από τα επόμενα ημερολογιακά έτη, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, την κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

Η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας, εκτός από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται και από τις λοιπές συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας". Με το Π.Δ/γμα 88/1999 (Α 94) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 οδηγία της 23.11.1993 της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (L 307/13.12.1993), η οποία στο άρθρο 7 αυτής επιτάσσει την λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για παροχή ετήσιας άδειας μετά αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων στους εργαζομένους, ρύθμιση που επαναλήφθηκε στην ταυτάριθμη διάταξη της νεώτερης με αριθμό 2003/88 οδηγίας της 4.11.2003 (L 299/18.11.2003) που κωδικοποίησε τις σχετικές ρυθμίσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων (ΟλΑΠ 7/2019, ΑΠ 1180/2017).

Με το άρθρο 7 του ως άνω Π.Δ/τος, όπως ισχύει μετά την κατάργηση του πρώτου εδαφίου του με την παρ.1 του άρθρου 22 του Ν 3144/2003 (Α 111) ορίζεται ότι "Η ελαχίστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ` αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης....". Ακόμη με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (Α 57) ορίζεται ότι "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ` οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ` έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ` αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ` άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης να χορηγήσει την άδεια και το επίδομα αδείας μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια.

Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (ΟλΑΠ 7/2019).

Σε περίπτωση δε λύσης της εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική του άδεια που του οφείλεται, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του (ΑΠ 1649/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1446/2019).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017) Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες α) με το δεύτερο λόγο την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν εξέτασε τον τέταρτο λόγο της έφεσής του με τον οποίο προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση για τη σιωπηρή απόρριψη του αγωγικού του αιτήματος για επιδίκαση επιδόματος αδείας του έτους 2017 και αποζημίωσης για μη ληφθείσα άδεια του ιδίου έτους και β) με τον τρίτο λόγο την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστα τα αιτήματά του για επιδίκαση επιδόματος αδείας του έτους 2017 και αποζημίωσης αδείας του ιδίου έτους.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Και τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 2.9.2019 έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός είχε προσβάλλει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον τέταρτο λόγο αυτής (έφεσης), τη σιωπηρή απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αγωγικού του αιτήματος για επιδίκαση επιδόματος αδείας του έτους 2017 και αποζημίωσης για μη ληφθείσα αδεία του ιδίου έτους και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, επί του ως άνω λόγου έφεσής του, υπέπεσε αφενός μεν στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος που αφορούσε την σιωπηρή απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ως άνω αγωγικού του αιτήματος, αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια καθότι άφησε αδίκαστο το ως άνω αγωγικό αίτημά του που είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό με λόγο έφεσης.

Με τη διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ ορίζεται ότι "Καθένα από τα μέρη έχει το δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία". Η διάταξη αυτή αποβλέπει στη πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος (έκτακτη καταγγελία).

Από τη διατύπωση της "σε κάθε περίπτωση" προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ μπορεί να τύχει εφαρμογής στις συμβάσεις τόσο ορισμένου, όσο και αορίστου χρόνου. Όμως, όσον αφορά τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Και τούτο διότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία κατά τις ειδικές διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 λύεται μονομερώς οποτεδήποτε με καταγγελία, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η συνδρομή κάποιου ιδιαίτερου λόγου, δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της γενικής διάταξης του άρθρου 672 του ΑΚ (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2006/2014, ΑΠ 541/2014).

Εξάλλου, με το άρθρο 101 του ΑΚ ορίζεται ότι "Απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.

Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων". Η διάταξη αυτή του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται ανάλογα και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου σωματείου (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 433/2009). Τούτο δε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη και βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου σωματείου, οι οποίες, ομοίως, όπως και οι άκυρες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης έχουν ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης, αλλά και διότι στο μείζον (δηλαδή στην κήρυξη της ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλαδή η κήρυξη της ακυρότητας απόφασης του διοικητικού συμβουλίου).

Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η άπρακτη πάροδός της ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση των ανωτέρω οργάνων του σωματείου (ΑΠ 1043/2020). Επομένως, η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήψη της απόφασης, τούτο δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 280 του ΑΚ (ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 548/2012, ΑΠ 433/2009).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 69 του ΑΚ προκύπτει ότι η εξουσία της προσωρινής διοικήσεως του νομικού προσώπου καθορίζεται κατ' αρχήν από την δικαστική απόφαση που διόρισε την προσωρινή διοίκηση και είναι συνήθως ανάλογη με την αιτία που προκάλεσε τον διορισμό. Σε κάθε περίπτωση στην εξουσία της προσωρινής διοίκησης περιλαμβάνονται και πράξεις που αφορούν την διαχείριση τρεχουσών και επειγούσης φύσεως υποθέσεων του νομικού προσώπου εκτός αν ως προς ορισμένες από αυτές υπάρχει περιορισμός στη δικαστική απόφαση διορισμού (ΑΠ 655/2005).

Περαιτέρω, με το άρθρο πέμπτο του Ν. 4431/2016 (Α 207) ορίζεται ότι σε περίπτωση που σε αθλητική ομοσπονδία του άρθρου 19 του Ν. 2725/1999 (Α 121), όπως ισχύει, οριστούν από την οικεία διεθνή ομοσπονδία, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της, ειδικά όργανα διοίκησης, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και με συγκεκριμένη εντολή για την αντιμετώπιση εκτάκτων και εξαιρετικών καταστάσεων, τα εν λόγω ειδικά όργανα αναλαμβάνουν άμεσα, με μόνη την πράξη ορισμού τους από τη διεθνή ομοσπονδία, όλες τις αναγκαίες για την εκτέλεση της εντολής τους αρμοδιότητες και υποκαθιστούν τα καταστατικά όργανα της ομοσπονδίας, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Ν. 2725/1999 και των καταστατικών διατάξεων της ομοσπονδίας.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 581/2018).

Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1231/2017, ΑΠ 394/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι άφησε αδίκαστες επικουρικές βάσεις της αγωγής του, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8, 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά και εκ παραλλήλου και σε αυτή του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, περί έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής και συγκεκριμένα:

Α) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι με το να κρίνει επί λέξει "Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του(...), χωρίς να προσβάλει την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης περί απορρίψεως της αγωγής, κατά το μέρος που ο ενάγων, ήδη εκκαλών, 1) αιτείται τον έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του εναγομένου περί αφαίρεσης από τον ίδιο των αρμοδιοτήτων της αναφερόμενης θέσης ευθύνης που ασκούσε μέχρι τις 21.11.2016, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, 2) στηρίζει το υπό στοιχείο α αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στην ανυπαρξία και μη επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία και 3) στηρίζει το υπό στοιχείο α αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στην ακυρότητα της λήψης της απόφασης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη συμμετοχής όλων των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής στη λήψη της σχετικής απόφασης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως αόριστης για το πρώτο και σιγή για αμφότερα τα λοιπά", εσφαλμένα δεν εξέτασε και άφησε αδίκαστες επικουρικές βάσεις της αγωγής του, εφόσον με την έφεσή του έπληττε τις ως άνω κρίσεις της πρωτόδικης απόφασης με λόγους έφεσης και ως εκ τούτου όφειλε, αφού απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής του, που αφορούσε στο ανυπόστατο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να εξετάσει αυτές.

Ότι ειδικότερα αα) με τον πρώτο λόγο της από 2.9.2019 έφεσής του έπληττε την κρίση της πρωτόδικης απόφασης περί αοριστίας της αγωγής του, όσο αφορά τον ισχυρισμό του περί αφαίρεσης των αρμοδιοτήτων του, που αυτός ασκούσε μέχρι στις 22.11.2016, από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου, ως μέσο εξαναγκασμού του σε παραίτηση, τον οποίο, ισχυρισμό, προέβαλε με τη ένδικη αγωγή του προς θεμελίωση της (τέταρτης) επικουρικής βάσης της αγωγής του περί ακυρότητας της από 3.3.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής, ββ) με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη σιγή απορριφθείσα από αυτό επικουρική βάση της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω ανυπαρξίας και μη επίκλησης από το αναιρεσίβλητο σπουδαίου λόγου για την κατ' εξαίρεση άσκηση της ως άνω αρμοδιότητάς του, γ) με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του έπληττε την κρίση της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου, λόγω ακυρότητας της από 2.3.2017 απόφασης αυτής γιατί δεν κλήθηκαν εμπρόθεσμα τα μέλη της για να παραστούν στη συνεδρίαση αυτής (Π.Δ.Ε.) και γιατί δεν συμμετείχαν σ' αυτή όλα τα μέλη της.

Β) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι, ενώ απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής του με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν ανυπόστατη, άφησε αδίκαστες α) την πρώτη επικουρική βάση αυτής (και όχι δεύτερη επικουρική βάση όπως αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης) περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω υπέρβασης των παραχωρηθεισών, από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, στην Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου αρμοδιοτήτων και η οποία είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο έπληττε την κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής του ως κατ' ουσία αβάσιμη, και β) την τέταρτη επικουρική της βάση (και όχι έκτη επικουρική βάση, όπως αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης) περί ουσιαστικής ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ) και η οποία είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την κρίση της ότι είναι αόριστη η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής του κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στηριζόταν σε λόγους εκδίκησης και αντιπάθειας προς το πρόσωπό του και αφετέρου δε με τον τρίτο λόγο της έφεσής του με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη σιωπηρή απόρριψη αυτής (επικουρικής βάσης) κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα στηριζόταν στη μη τήρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αρχής της αναλογικότητας με τη λήψη ηπιότερων της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, μέτρων.

Οι ως άνω τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με τους λόγους αυτούς προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η θεμελίωση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, προϋποθέτει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ, στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, καθότι, όπως προεκτέθηκε, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη και την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες ότι το Εφετείο δεν απάντησε στο δεύτερο λόγο της έφεσής του με τον οποίο είχε προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει "σιγή" την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του γιατί έγινε από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου, χωρίς σπουδαίο λόγο και ότι δεν εξέτασε ως όφειλε την επικουρική αυτή βάση, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι η από 29.5.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς την ως άνω δεύτερη επικουρική βάση της είναι μη νόμιμη, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργαζόταν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία κατά τις ειδικές διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 λύεται μονομερώς οποτεδήποτε με καταγγελία και ως εκ τούτου για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, δεν απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της γενικής διάταξης του άρθρου 672 του ΑΚ, τούτο δε ισχύει ακόμα και αν η καταγγελία έγινε από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου αθλητικού σωματείου και συνακόλουθα το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για τη "σιωπηρή" απόρριψη της ως άνω δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον αυτή (δεύτερη επικουρική βάση) ήταν μη νόμιμη, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Επιπρόσθετα και καθό μέρος με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερεύνησε την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής του περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη εμπρόθεσμης κλήτευσης των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου στη συνεδρίασή της στις 2.3.2017 που αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και λόγω μη συμμετοχής στη συνεδρίαση όλων των μελών αυτής, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Και τούτο διότι από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του δικογράφου της από 29.5.2017 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε προβάλλει ως επικουρικό λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου είναι τυπικά άκυρη για το λόγο ότι δεν κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής στη ως άνω συνεδρίασή της, κατά την οποία αποφασίσθηκε η απόλυσή του, αφού δεν τηρήθηκε η προθεσμία των τριών (3) ημερών για την αποστολή της ημερήσιας διάταξης στα μέλη αυτής, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 3 του καταστατικού της ΕΠΟ, εφόσον αυτή εστάλη στις 28.2.2017 και γιατί δεν συμμετείχαν όλα τα μέλη αυτής (Π.Δ.Ε.) κατά την ως άνω συνεδρίαση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, έκρινε ότι η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν επικαλείται ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του εναγομένου προσβλήθηκε δικαστικά από οποιονδήποτε εντός της νόμιμης εξάμηνης προθεσμίας και ότι ακυρώθηκε και ως εκ τούτου αυτό δεν νομιμοποιείται να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 101 του ΑΚ και 71 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι είχε ασκηθεί αγωγή ακύρωσης της από 2.3.2017 απόφασης της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής (Π.Δ.Ε..) του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου (με την οποία αποφασίσθηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος), λόγω παράβασης διάταξης νόμου ή καταστατικού, εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από τη λήψη της απόφασης (από 2.3.2017 έως και 2.9.2017), προθεσμία η οποία, σημειωτέον είχε παρέλθει, κατά τη συζήτηση της από 29.5.2017 αγωγής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη δικάσιμο στις 2.3.2018 και συνεπώς έκτοτε δεν μπορούσε πλέον να ασκηθεί η ως άνω ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, ούτε να εξετασθεί, παρεμπιπτόντως, η ακυρότητα της από 2.3.2017 απόφασης της Π.Δ.Ε.

για τους αναγραφόμενους στο δικόγραφο της αγωγής τυπικούς λόγους, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο σχετικό πέμπτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη της ως άνω τρίτης επικουρικής βάσης της αγωγής του, λόγω της αλυσιτέλειας του ως άνω λόγου έφεσης.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω τρίτη επικουρική βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος στηριζόταν στον αγωγικό ισχυρισμό του ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του αναιρεσίβλητου, που αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ήταν άκυρη για τους αναφερόμενους σ' αυτή (αγωγή) τυπικούς λόγους, τους οποίους, όμως, δεν μπορούσε να διερευνήσει το Δικαστήριο της ουσίας, ούτε παρεμπιπτόντως, καθότι είχε παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της σχετικής ακυρωτικής αγωγής, χωρίς αυτή να ασκηθεί.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής είναι νομικώς ανύπαρκτη, αφού αυτή (Π.Δ.Ε.) δεν συγκλήθηκε από αρμόδια πρόσωπα ή όργανα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις δεν έχει προβληθεί με την προαναφερθείσα τρίτη επικουρική βάση της αγωγής του, με την οποία ισχυρίζεται ότι η ως άνω απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής είναι άκυρη (και όχι νομικά ανύπαρκτη) λόγω της μη εμπρόθεσμης κλήτευσης των μελών της Π.Δ.Ε.

και λόγω της μη συμμετοχής όλων των μελών της κατά τη συνεδρίασή της, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον τίτλο της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής (σελ. 19) "Β.5. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής ΕΠΟ είναι και τυπικά άκυρη λόγω μη εμπροθέσμου κλητεύσεως των μελών της", αλλά είχε προβληθεί με την κυρία βάση της αγωγής του περί ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Συνακόλουθα ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή η ως άνω απόφαση είναι νομικά ανύπαρκτη, προβλήθηκε απαραδέκτως στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, καθό μέρος με αυτόν έπληττε την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της τρίτης επικουρικής βάσης της αγωγής του, καθότι με αυτήν ισχυριζόταν ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Π.Δ.Ε.

του αναιρεσίβλητου ήταν τυπικά άκυρη (και όχι νομικά ανύπαρκτη), η δε ως άνω μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, με το λόγο έφεσης, είναι απαράδεκτη, , όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 224 εδ.α και 526 του ΚΠολΔ (ΑΠ 543/2021, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 597/2019). Επομένως αλυσιτελώς με τον ως άνω λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον πέμπτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και δεν εξέτασε την ως άνω τρίτη επικουρική βάση της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για το λόγο ότι η από 2.3.2017 απόφαση της Π.Δ.Ε.

του αναιρεσίβλητου που αποφάσισε την καταγγελία αυτής (σύμβασης εργασίας) ήταν άκυρη λόγω μη εμπρόθεσμης κλήτευσης των μελών της και λόγω μη συμμετοχής όλων των μελών της κατά τη συνεδρίασή της, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν μπορούσε το Δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει τους τυπικούς αυτούς λόγους ακυρότητας της ως άνω από 2.3.2017 απόφασης εφόσον παρήλθε η εξάμηνη προθεσμία άσκησης ακυρωτικής προς τούτο αγωγής, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Αντίθετα, κατά το μέρος που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη ως αόριστης της κυρίας βάσης της αγωγής που στηριζόταν στην αναγνώριση, ως ανυπόστατης, της από 3.3.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου, δεν διερεύνησε, ως όφειλε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, επικουρικές βάσεις της αγωγής που στηρίζονταν σε αυτοτελείς λόγους ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, οι οποίες είχαν απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχαν μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγους έφεσης και συγκεκριμένα τις εξής επικουρικές βάσεις:

α) την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος λόγω υπέρβασης των παραχωρηθεισών, από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, στην Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου αρμοδιοτήτων και η οποία (επικουρική βάση) είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για την κατ' ουσία απόρριψη αυτής (πρώτης επικουρικής βάσης), β) την τέταρτη επικουρική βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος λόγω της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου (281 ΑΚ), αα) κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας θεμελιωνόταν σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος εκ μέρους των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του αναιρεσίβλητου (λόγω της αντίδρασής του στην ουσιαστική αφαίρεση των αρμοδιοτήτων του στις 2.11.2016, της αντίδρασής του σε παράνομες και αντικαταστατικές ενέργειες των μελών αυτής και λόγω της διεκδίκησης με την από 20.2.2017 εξώδικη δήλωσή του ορθού υπολογισμού των αποδοχών του) και που είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω τέταρτη επικουρική βάση της αγωγής του, κατά το μέρος, δηλαδή, που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας θεμελιωνόταν στους ως άνω λόγους εκδίκησης και εμπάθειας και ββ) κατά το μέρος που η καταχρηστικότητα της καταγγελίας θεμελιωνόταν στην μη τήρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αρχής της αναλογικότητας με τη λήψη ηπιότερων, από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, μέτρων και που είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον τρίτο λόγο έφεσης αυτού, με τον οποίο έπληττε την προσβαλλόμενη απόφαση για τη σιωπηρή απόρριψη αυτής (τέταρτης επικουρικής βάσης) κατά το μέρος, δηλαδή, που η καταχρηστικότητα θεμελιωνόταν στη μη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, επί των ως άνω λόγων έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με τους οποίους επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα σ' αυτό, τις απορριφθείσες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως άνω επικουρικές βάσεις της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος α) λόγω υπέρβασης των παραχωρηθεισών στην Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου αθλητικού σωματείου αρμοδιοτήτων από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (πρώτη επικουρική βάση), β) λόγω της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του αναιρεσίβλητου (τέταρτη επικουρική βάση), υπέπεσε αφενός στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι τους προαναφερθέντες λόγους της από 2.9.2019 έφεσης του αναιρεσείοντος που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια καθότι άφησε αδίκαστες τις ως άνω επικουρικές βάσεις της αγωγής του που είχαν μεταβιβαστεί στο Εφετείο με τους ως άνω λόγους έφεσης.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος α) που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά την κυρία βάση της που θεμελιώνεται στο ανυπόστατο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, εκ μέρους της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του αναιρεσίβλητου αθλητικού σωματείου, β) κατά το μέρος που δεν εξέτασε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος αα) λόγω υπέρβασης των παραχωρηθεισών, από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, στην Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του αναιρεσίβλητου αθλητικού σωματείου αρμοδιοτήτων και ββ) λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας των μελών της Π.Δ.Ε.

του αναιρεσίβλητου προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος και για μη τήρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αρχής της αναλογικότητας με τη λήψη ηπιότερων της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος μέτρων και γ) κατά το μέρος που δεν εξέτασε τα ένδικα αγωγικά αιτ ήματα επιδίκασης επιδόματος αδείας έτους 2017 και αποζημίωσης για μη ληφθείσα αδείας του ιδίου έτους και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς τα ως άνω αναιρούμενα μέρη προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά τα αναγραφόμενα στο σκεπτικό μέρη την με αριθ. 2240/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ