1804/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γ. Π.ηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγελου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1804/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β., ο οποίος δεν έχει καταδικασθεί στο παρελθόν σε στερητική της ελευθερίας ποινή, ανώτερη του έτους, επιβλήθηκε με την παρούσα απόφαση ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία υπερβαίνει την ορισθείσα κατ' άρθρο 99§1 ΠΚ ποινή φυλάκισης των τριών ετών και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτής".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1804/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γ. Π.ηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγελου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 73/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ.6/22-2-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/18.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που δεν αποφάνθηκε αυτό για τη συνδρομή ή όχι για υπό όρους αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 4 ετών και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. 6/22-2-2018, αίτηση, για αναίρεση της υπ' αρ 73/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
II. Κατά το άρθρο 404 παρ. 1 ΠΚ "Οποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία, ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή ".
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, β) όποιος, απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ.
α ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση." Κατα δε την παρ. 3 αυτού " Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή."' Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 1 και 2 εδ.
α του Π.Κ. προβλέπονται δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες πράξεις τοκογλυφίας. Στην πρώτη παράγραφο προβλέπεται η υπό στενή έννοια αισχροκέρδεια ή καταπλεονέκτηση, η οποία συνίσταται, πλην άλλων, στην κατά τη σύναψη πιστωτικής δικαιοπραξίας εκμετάλλευση της ανάγκης κ.λ.π. εκείνου που λαμβάνει την πίστωση.
Στην παράγραφο 2 εδ. α' προβλέπεται η κυρίως τοκογλυφία (τοκογλυφία υπό στενή έννοια), η οποία είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και συνίσταται στη συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου κατά τη σύναψη, παράταση προθεσμίας ή ανανέωση σύμβασης δανείου χρημάτων (άρθρο 806 ΑΚ) και όχι άλλης πιστωτικής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσαπαιτείται στην περίπτωση αυτή η εκμετάλλευση της ανάγκης κ.λ.π.
του λαμβάνοντος το δάνειο. Το εν λόγω έγκλημα της κυρίως τοκογλυφίας, θεωρείται τετελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής σύμβασης και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή και τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση της σύμβασης, έστω και αν στο οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου συμποσούνται και μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και αν εμφανίζονται ενιαία στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο.
Η αντικειμενική δε υπόσταση πραγματώνεται και με τη συνομολόγηση και μόνον της σύμβασης τοκογλυφικού δανείου, χωρίς να απαιτείται και λήψη - είσπραξη των παράνομων τόκων. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου.
Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφοι, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη είσπραξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τέλεσης, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 1854/2009, 1581/2016, ΑΠ 249/2011, ΑΠ 1581/2013).
III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης , τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177παρ 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016 , ΑΠ 43/2016) IV.
Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά , με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 817/2016, ΑΠ 1278/2016).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 73/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος , αποδείχθηκαν τα εξής: " ... ο κατηγορούμενος, σε δικαιοπραξία για την παροχή πίστωσης, ανανέωση της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη, εκείνου που παίρνει την πίστωση, - συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου και υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ενώ είναι πρόσωπο που διαπράττει παρόμοιες πράξεις κατ1 επάγγελμα και κατά συνήθεια, και ειδικότερα στην ... 1) κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει δάνειο ύψους 40.000 ευρώ, το οποίο θα αποπληρωνόταν έως και την 30.01.2008, ζήτησε και πήρε από τον ίδιο και τον αδελφό του Ν. Π... τις υπ'αριθμό ... επιταγές της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, ποσού 2.000,13.000, 6.000,12.500,10.000, 7.500,11.500, 7.500 και 4.000 ευρώ, δηλαδή συνολικού ποσού 74.000 ευρώ, δηλαδή ενσωμάτωναν τόκους για ποσό 40.000 ευρώ για χρονικό διάστημα έξι μηνών ύψους 34.000 ευρώ. 2) την 17.11.2007 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.03.2008 για το ποσό των 74.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 104.000 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 74.000 ευρώ για χρονικό διάστημα δύο μηνών ύψους 30.000 ευρώ. 3) την 30.03.2008 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.04.2008 για το ποσό των 104.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 115.000 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 104.000 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 11.000 ευρώ. 4) την 30.04.2008 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.05.2008 για το ποσό των 115.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 126.500 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 115.000 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 11.500 ευρώ. 5) την 30.05.2008 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.06.2008 για το ποσό των 126.500 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 141.200 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 126.500 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 14.700 ευρώ, σε όλες δηλαδή τις ως άνω περιπτώσεις είχε όφελος προφανώς δυσανάλογο με την παροχή του, που υπερέβαινε κατά πολύ το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος ενήργησε εξακολουθητικά την ως άνω πράξη του εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη του μηνυτή Γ. Π.Ν., του δάνεισε το αρχικώς αιτούμενο χρηματικό ποσό και συνομολόγησε, αλλά και εισέπραξε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το νόμιμο θεμιτό τόκο, ήτοι πέραν του κεφαλαίου και τοκογλυφικό επιτόκιο μηνιαίως.
Παρόμοιες δε πράξεις τοκογλυφίας, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τόσο του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Π.Ν. όσο και του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Ν. είχε τελέσει και σε βάρος τρίτων ατόμων και ειδικότερα όπως αναφέρθηκε σε βάρος των Χ., Τ. αλλά και του ίδιου του μάρτυρα κατηγορίας Θ.
Ν.. Από την επανειλημμένη δε τέλεση των ως άνω πράξεων τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός αυτού για παράνομο πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του για τέλεση αυτής. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ότι τα ποσά που αναφέρουν οι εγκαλούντες αφορούν σε πραγματικό δάνειο εκ μέρους του από τον Γ.
Π.Ν., πρέπει να απορριφθεί, καθόσον είναι πέραν κοινής λογικής ένας δανειστής να δανείζει συνεχώς προς έναν δανειολήπτη, ο οποίος είναι αφερέγγυος και μάλιστα με μεγάλα ποσά τα οποία προφανώς ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει από τη στιγμή που δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει μικρότερα ποσά..." Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι:"στον παρακάτω τόπο και χρόνο, σε δικαιοπραξία για την παροχή πίστωσης, ανανέωση της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη, εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου και υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ενώ είναι πρόσωπο που διαπράττει παρόμοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και ειδικότερα στην ... 1) κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει δάνειο ύψους 40.000 ευρώ, το οποίο θα αποπληρωνόταν έως και την 30.01.2008, ζήτησε και πήρε από τον ίδιο και τον αδελφό του Ν. Π... τις υπ' αριθμό ... επιταγές της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, ποσού 2.000,13.000, 6.000,12.500,10.000, 7.500,11.500, 7.500 και 4.000 ευρώ, δηλαδή συνολικού ποσού 74.000 ευρώ, δηλαδή ενσωμάτωναν τόκους για ποσό 40.000 ευρώ για χρονικό διάστημα έξι μηνών ύψους 34.000 ευρώ. 2) την 17.11.2007 εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.03.2008 για το ποσό των 74.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 104.000 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 74.000 ευρώ για χρονικό διάστημα δύο μηνών ύψους 30.000 ευρώ. 3) την 30.03.2008, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.04.2008 για το ποσό των 104.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 115.000 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 104.000 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 11.000 ευρώ.4) την 30-4-2008, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.05.2008 για το ποσό των 115.000 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 126.500 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 115.000 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 11.500 ευρώ. 5) την 30.05.2008, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Γ.
Π..., προκειμένου να παρέχει παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 30.06.2008 για το ποσό των 126.500 ευρώ, υποχρέωσε τον Γ. Π... να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 141.200 ευρώ, δηλαδή ζήτησε και πήρε τόκους για ποσό 126.500 ευρώ για χρονικό διάστημα ενός μηνός ύψους 14.700 ευρώ, σε όλες δηλαδή τις ως άνω περιπτώσεις είχε όφελος προφανώς δυσανάλογο με την παροχή του, που υπερέβαινε κατά πολύ το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου." VII.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ', 26 παρ.1α, 27 παρ.
Ια , 98 και 404 παρ.1, 2 περ.α', 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες καθόσον : Α) το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο κατ' επιλογήν και δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Απαραδέκτως δε κατά τα λοιπά πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Β) Αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης με αναφορά στην εξακολουθητική τέλεσή της , και σε βάρος τρίτων , με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος καθώς και της κατά συνήθεια τέλεσής της, με τις παραδοχές ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει η σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, και δεν δημιουργείται αντίφαση από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ που αναφέρεται σε χρόνο προγενέστερο της τέλεσης της επίδικης πράξης.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
VIII. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του Π Κ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρο)γής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του Π.Κ. (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, μάλιστα και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή.
εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης , πέραν του ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της υπέβασης εξουσίας, από την οποία ιδρύεται και ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η του ΚΠΔ.(ΑΠ 464/2017, ΑΠ 305/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος που καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, υπέβαλε αίτημα αναστολής αυτής υπό όρους, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 100 ΠΚ. Το δικαστήριο απέρριψε ειδικώς το συγκεκριμένο αυτό αίτημα , με την αιτιολογία: " Επειδή κατ'άρθρο 99 ΠΚ "1.
Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος. με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.Στην προκειμένη περίπτωση στον κατηγορούμενο Η.
Β., ο οποίος δεν έχει καταδικασθεί στο παρελθόν σε στερητική της ελευθερίας ποινή, ανώτερη του έτους, επιβλήθηκε με την παρούσα απόφαση ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία υπερβαίνει την ορισθείσα κατ' άρθρο 99§1 ΠΚ ποινή φυλάκισης των τριών ετών και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτής".
Με τις παραδοχές αυτές, που αναφέρονται ειδικώς στο θέμα της κατά το άρθρο 100 ΠΚ αναστολής, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δεν διέλαβε ως προς την μη αναστολή υπό επιτήρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία.
Δεν μνημονεύει ειδικώς στοιχεία, με βάση τα οποία δεν δέχθηκε τη συνδρομή των όρων της αναστολής αυτής, ενώ επιπλέον, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και τους συλλογισμούς που εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 και 100 παρ. 1 του ΠΚ, υποπίπτοντας έτσι στις εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ πλημμέλειες.
Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού ως άνω λόγου, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά τη διάταξή της περί μη συνδρομής των όρων αναστολής, κατά το άρθρο 100 ΠΚ, της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των 4 ετών και να παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠ). προκειμένου να κρίνει εάν συντρέχουν οι όροι αναστολής της ανωτέρω ποινής και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του είτε να προχωρήσει στην αναστολή της εκτέλεσης υπό όρους είτε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι αναστολής (ΑΠ 461/2013). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 73/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και μόνο ως προς τη διάταξη αυτής που αναφέρεται στη μη συνδρομή των όρων αναστολής κατά το άρθρο 100 ΠΚ της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των 4 ετών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αρ. 6/22-2-2018 αίτηση του Η. Β. του Ν. για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ