1804/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1804/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β] του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους..δ] του άρθρου 22 τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.." Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1804/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 290α, 524/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1] 20 του ν. 4139/2013 "περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις", "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) Ευρώ. 2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, ..., η κατοχή, ...
νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, ... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. ...", 2] 22 παρ.1α του ιδίου Νόμου "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή 50000-500000 Ευρώ τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20, 21 παρ.1α, αν είναι υπάλληλος ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας του ασχολείται με τα ναρκωτικά και ιδίως με την φύλαξή τους ή την δίωξη των παραβατών του Νόμου αυτού ή ανήκει στο προσωπικό των καταστημάτων ή ιδρυμάτων της παραγράφου 2α [διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε στρατόπεδα των ενόπλων δυνάμεων, αστυνομικά κρατητήρια, εκπαιδευτικά ιδρύματα χώρους αθλήσεως κλπ], 3] 30 παρ. 4 του ιδίου Νόμου "δράστης, που είναι τοξικομανής κατά τον χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως..
β] του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους..δ] του άρθρου 22 τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.." Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα oποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της κατά συναυτουργία τελέσεως ενός εγκλήματος, αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δράστες συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργοί, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός από αυτούς.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 α’ του Ν. 2713/1999, "συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως αυτοτελής ειδική αστυνομική υπηρεσία..., η οποία ονομάζεται Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και...έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την επικράτεια των εγκλημάτων που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά αστυνομικοί όλων των βαθμών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 235 έως και 246 του Ποινικού Κώδικος ..", κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 εδ.
α’ του ίδιου νόμου, "δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που, με εντολή του Προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκομένου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξεως", ενώ κατά το άρθρο 3 του αυτού νόμου, "η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από τη Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους εισαγγελείς εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης..".
Από τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 253 Κ.Ποιν.Δ., το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας, προσδιορίζεται η έννοια της "ανακριτικής διεισδύσεως", ήτοι της εμφανίσεως αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων ως συμμέτοχου των ανωτέρω πράξεων, μεταξύ των οποίων και του εγκλήματος του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών, η οποία (ανακριτική διείσδυση) πρέπει να γίνεται υπό την εποπτεία του αρμόδιου Εισαγγελέα και να περιορίζεται στις πράξεις, που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το νόμο αυτό (2713/99), άλλως από τη χρησιμοποίηση, ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρικής καταθέσεως προσώπου της υπηρεσίας αυτής, που δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ .1 δ’ , 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ Κ.Ποιν.Δ. και 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., περί δίκαιης δίκης. Εξ άλλου, "agent provocateur", κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ.2 Π.Κ., είναι εκείνος, που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει έγκλημα, με, το μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται την τέλεση αυτού ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική του πράξη και με τη θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του.
Η ύπαρξη agent provocateur δεν επηρεάζει, κατ’ αρχήν, την ευθύνη του αυτουργού αλλά είναι δυνατό, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να κριθεί ότι ο αυτουργός χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά των αστυνομικών δεν θα τελούσε την πράξη, οπότε θα πρόκειται περί "υφαρπαγής της ενοχής ", που παραβιάζει την προαναφερόμενη αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Στη προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της, με αριθμό 290, 524/2015 προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Ο τρίτος κατ/νος Λ. Κ. και ο τέταρτος κατ/νος Δ.
Σ., στην Αθήνα, στις 30/7/2010, κατόπιν αλλεπαλλήλων τηλεφωνικών επικοινωνιών, ενεργούντες από κοινού και με ενότητα δόλου, σύστησαν, συνέδεσαν και έφεραν σε συναλλακτική επαφή τους Αλβανούς συγκατηγορούμενούς τους F. A. και Ν. E., με άτομο, ονόματι "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος εμφανίστηκε, ως υποτιθέμενος υποψήφιος αγοραστής ναρκωτικών, μεσολαβώντας, επανειλημμένα, κατά τον τρόπο αυτό, στην αγοραπωλησία μεταξύ τους, μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών.
Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετά από εκατέρωθεν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, παροχή των αναγκαίων συστάσεων, διαβεβαιώσεων για την ασφάλεια της συναλλαγής και υποδείξεων για την εκτέλεσή της, έφεραν σε επαφή τα προαναφερόμενα πρόσωπα, έτσι ώστε σε μεταξύ τους συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε, υπό την καθοδήγησή τους, σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης οχημάτων καταστήματος, κειμένου στον παράδρομο της Αττικής οδού, στο ύψος του "MALL" Αμαρουσίου, οι συγκατηγορούμενοί τους Ν.
E. και F. A. να επιχειρήσουν να πωλήσουν στον υποτιθέμενο υποψήφιο αγοραστή, ονόματι "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος ενεργούσε κατ’ εντολήν της Δίωξης Ναρκωτικών, 203 κιλά και 150 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, αντί συμφωνηθέντος αντιτίμου 1.000 ευρώ το κιλό. Όμως, η πώληση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, λόγω της Αστυνομικής επέμβασης.
Ο εκ των κατηγορουμένων Σ. Δ. τέλεσε την αξιόποινη αυτή πράξη, όντας Αστυνομικός υπάλληλος, εν ενεργεία, που η υπηρεσία του συνδέεται με ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών και στα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η δίωξη παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών. Η πράξη του συνδέεται με την υπηρεσιακή του ιδιότητα, ως Αστυνομικού, αφού κατά το χρόνο τέλεσής της, υπηρετούσε με το βαθμό του Αρχ/κα στα Κρατητήρια του Ελληνικού Αττικής.
Ακόμη, οι ίδιοι κατ/νοι, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του έτους 2010 μέχρι τις 29/7/2010, στην περιοχή των Αθηνών, ενεργούντες από κοινού και με ενότητα δόλου, κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιών, σύστησαν, συνέδεσαν και έφεραν σε συναλλακτική επαφή άγνωστους Αλβανούς δράστες, με άγνωστα, επίσης, άτομα, ως υποψήφιους αγοραστές, μεσολαβώντας, επανειλημμένα, κατά τον τρόπο αυτό στην αγοραπωλησία, μεταξύ τους, ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, μετά από εκατέρωθεν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, παροχή των αναγκαίων συστάσεων, διαβεβαιώσεων για την ασφάλεια της συναλλαγής και υποδείξεων για την εκτέλεσή της, έφεραν σε επαφή τα πρόσωπα αυτά, έτσι ώστε, σε μεταξύ τους συνάντηση, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί υπό την καθοδήγησή τους, να αγοράσουν οι υποψήφιοι αγοραστές από τους άγνωστους Αλβανούς δράστες, επιμέρους ποσότητες κάνναβης, τουλάχιστον, των 100 κιλών την κάθε φορά, αντί εκάστοτε τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, πάντως άνω των 1.000 -1.100 € το κιλό, πλην, όμως, η πώληση αυτή δεν ολοκληρώθηκε από εξωγενή της βούλησής τους αίτια και ανεξάρτητα αυτής και δη λόγω διαφοράς των συμμετεχόντων στην πώληση, ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της συναλλαγής.
Ο εκ των κατ/νων Δ. Σ. τέλεσε την πράξη αυτή, όντας Αστυνομικός υπάλληλος, που η υπηρεσία του συνδέεται με την ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών και στα καθήκοντά του, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η δίωξη παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών. Η πράξη του συνδέεται με την υπηρεσιακή του ιδιότητα, ως Αστυνομικού, αφού κατά το χρόνο τέλεσής της υπηρετούσε με το βαθμό του Αρχιφύλακα στα Κρατητήρια του Ελληνικού Αττικής.
Τέλος, ο τέταρτος κατ/νος Σ. Δ., στην περιοχή ..., στην Αθήνα, στις 31/7/2010, παράνομα, κατείχε, με πρόθεση, πυρομαχικά και συγκεκριμένα, κατείχε στην επί της οδού ..., οικία του, 11 φυσίγγια διαμετρήματος 0.45", 14 φυσίγγια διαμετρήματος 0.38" και 7 φυσίγγια διαμετρήματος 0.32", χωρίς άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του.
Ο πέμπτος κατ/νος Γ. Π., στην περιοχή των Αθηνών, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του έτους 2010 μέχρι τις 29/7/2010, οργάνωσε και επόπτευε τη μεσολάβηση στην πώληση από άλλον μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, ήτοι φυτικών ουσιών, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές.
Πλέον συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, ενώ, ήταν κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή Μαλανδρίνου, για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, εντούτοις, με αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες του από το χώρο της φυλακής από τους με αριθμούς τηλεφώνου ...
προς τον αριθμό τηλεφώνου ..., που ανήκε στον συγκ/νό του Δ. Σ., οργάνωσε την εγκληματική δράση του, με συνεχείς οδηγίες και συμβουλές κατευθύνοντας και εποπτεύοντας τις ενέργειές του. Αυτός σύστησε, συνέδεσε και έφερε σε συναλλακτική επαφή άγνωστους δράστες, ήτοι άτομο με το όνομα "Σ." και αριθμό κινητού τηλεφώνου ..., άτομο με το όνομα "..., με αριθμό ..., καθώς και άτομο με το όνομα "Χ.", με αριθμό κινητού τηλεφώνου ...
και άγνωστο άτομο, με συνεχείς οδηγίες και συμβουλές, προς τον τέταρτο κατ/νο, κατευθύνοντας και εποπτεύοντας τις ενέργειές του, ώστε να καταστεί δυνατή η πώληση στα προαναφερόμενα πρόσωπα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, επανειλημμένα, με τη μεσολάβηση του τελευταίου. Με τον τρόπο αυτό, μετά από εκατέρωθεν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, παροχή των αναγκαίων συστάσεων διαβεβαιώσεων για την ασφάλεια της συναλλαγής και υποδείξεων για την εκτέλεσή της, έφερε σε επαφή τα πρόσωπα αυτά, μέσω του τέταρτου των κατ/νων, έτσι ώστε σε μεταξύ τους συνάντηση, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από 22/4/2010 μέχρι το τέλος Απριλίου 2010 και από αρχές Μαΐου 2010 μέχρι 29/7/2010, στην Αθήνα, υπό την καθοδήγησή του να επιχειρήσουν να πωλήσουν επιμέρους ποσότητες κάνναβης, τουλάχιστον, όμως, ποσότητες των 100 κιλών την κάθε φορά, αντί εκάστοτε τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, που δεν έχει εξακριβωθεί, πάντως, άνω των 1.000 έως 1.100 ευρώ το κιλό, πλην, όμως, οι πωλήσεις αυτές δεν ολοκληρώθηκαν από εξωγενή της βούλησής του αίτια, λόγω διαφοράς των συμμετεχόντων στις πωλήσεις, ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της συναλλαγής.
Οι πιο πάνω κατ/νοι προβάλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι το παρόν Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε επιτρεπτή μεταβολή των κατηγοριών τους από την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και ως υπότροποι, σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του ν. 3459/2006, στο βασικό αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ’ άρθρο 20 ν. 4139/2013, λόγω του ότι είναι ευμενέστερος ο δεύτερος νόμος του πρώτου για τους ως άνω κατ/νους και δεν συντρέχουν στην περίπτωσή τους οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τις από το νέο νόμο διακεκριμένες περιπτώσεις.
Από τη σύγκριση των άνω διατάξεων του άρθρου 23 του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) και των άρθρων 22 και 23 του ν. 4139/2013 (που ισχύει, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης), οι οποίες ρυθμίζουν την ποινική μεταχείριση των δραστών των πράξεων του άρθρου 20, ήτοι της διαμεσολάβησης, της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όταν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, προκύπτει ότι ο τελευταίος (ν.4139/2013) περιέχει για τους, ήδη, κατηγορουμένους ευμενέστερες διατάξεις, καθόσον αφορά: 1) Τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, έχει καταργηθεί και 2) Την υποτροπή, αφού αξιώνει για την ύπαρξη αυτής ο δράστης να μην έχει κριθεί εξαρτημένος. Ως εκ τούτου, ο αυτουργός των εγκλημάτων του άρθρου 20, όταν φέρει την ιδιότητα του εξαρτημένου από ναρκωτικές ουσίες, δεν δύναται να καταδικασθεί και ως υπότροπος (βλ. ΑΠ 1/2015 και ΑΠ 39/2015, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά όλους τους κατ/νους, με την προσβαλλομένη απόφαση υπ’ αριθμ. 5459/2011 του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, όπως προαναφέρθηκε, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και ο πρώτος και ο πέμπτος εξ αυτών και ως υπότροποι. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, μετά την ισχύ του ν. 4139/2013, η επιβαρυντική περίσταση της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών έχει καταργηθεί και η ιδιότητα του δράστη, ως εξαρτημένου από ναρκωτικές ουσίες, αποκλείει την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του υπότροπου.
Ως εκ τούτου, οι ως άνω αξιόποινες πράξεις των κατ/νων, επειδή, όπως αποδείχθηκε, είναι άτομα εξαρτημένα από ναρκωτικές ουσίες και έχει καταργηθεί η επιβαρυντική περίσταση της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, προβλέπονται και τιμωρούνται από τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013, χωρίς τις εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω νόμος, ο οποίος είναι επιεικέστερος του προηγουμένου νόμου 3459/2006, αφού δεν προβλέπει την επιβαρυντική περίσταση της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση του υπότροπου, δεν ισχύει, αν οι κατ/νοι είναι εξαρτημένοι. Το παρόν Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει το νόμο 4139/2013, ως επιεικέστερο, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, ως περιέχων ευμενέστερες για τους πιο πάνω κατ/νους διατάξεις. Δηλαδή, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τους ως άνω κατ/νους ποινική μεταχείριση. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο δεν πρέπει να αποδώσει στους εν λόγω κατ/νους τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και της καθ’ υποτροπήν τέλεσης των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και πρέπει οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατ/νων να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν.
Ο τέταρτος κατ/νος Δ. Σ. ισχυρίζεται ότι η γενόμενη άρση του τηλεφωνικού απορρήτου γιαυτόν και η υποκλοπή των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων με άλλα άτομα, καθώς, επίσης, η καταγραφή και η αποδεικτική αξιοποίηση αυτών ήταν παράνομη, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος.
Όμως, οι μάρτυρες κατηγορίας Ι. Κ. Αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών και ο Κ. Μ., Αστυνομικός, τότε Υποδιοικητής του Τμήματος Γενικών Υποθέσεων της Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας, που ασχολείτο με τις διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις για τα ναρκωτικά, ανέφεραν στις καταθέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι περιήλθαν πληροφορίες στην Υπηρεσία τους ότι κύκλωμα Αλβανών, σε συνεργασία με ομάδα Ελλήνων, εισήγαγε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, γύρω στα 100 κιλά ακατέργαστης κάνναβης και ζητούσε αγοραστές, εκ των οποίων ο ένας ήταν Αστυνομικός, εν ενεργεία, ονομαζόταν "Δ." και υπηρετούσε στα Κρατητήρια του Ελληνικού, ενώ ο άλλος ονομαζόταν "Γ.", ταυτοποίησαν, δε, τα πρόσωπα, τα οποία ήταν ο τέταρτος και ο πέμπτος των κατ/νων και ζήτησαν από τις αρμόδιες δικαστικές Αρχές να τους δοθεί άδεια για παρακολούθηση των κινητών τους. Ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και εκδόθηκαν η υπ’ αριθμ. 2/2010 κοινή Δ/ξη Εισαγγελέα -Πλημ/κών Αθηνών - Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, οι υπ’ αριθμ. Δ46α/2010, Δ43α/2010, Δ27α/2010 Δ/ξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα υπ’ αριθμ. 1865/2010, 1337/2010 και 1971/2010 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών για άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των ατόμων, που είχαν σχέση μ’ αυτή την υπόθεση και θεωρούντο ύποπτα.
Επομένως, δεν ήταν παράνομη η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου ατόμων, που θεωρούντο ύποπτα στην παρούσα υπόθεση για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο νόμος θέτει τις προϋποθέσεις άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου και τις νόμιμες διαδικασίες, που πρέπει να ακολουθηθούν, απαιτώντας σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο των πληροφοριών για κύκλωμα εμπόρων ναρκωτικών και εγκληματική οργάνωση ενδείξεις για τέτοιου είδους αξιόποινες πράξεις, στην προκειμένη, δε, περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι αρμόδιες Υπηρεσίες είχαν τέτοιου είδους ενδείξεις (Δίωξη Ναρκωτικών και Ανακριτής) και μάλιστα σοβαρές.
Στην εξέλιξη της υπόθεσης μπορεί οι ως άνω αξιόποινες πράξεις να μη στοιχειοθετούνται όλες, αλλά ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση να αποδειχθεί από την άρση του απορρήτου υπόπτων ατόμων, ότι αυτοί συμμετείχαν σε όλες τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες υπήρχαν πληροφορίες και δόθηκε άρση του απορρήτου.
Ο πρώτος κατ/νος, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέφερε στην απολογία του ότι άλλα άτομα τους έδιναν εντολές για τα ναρκωτικά να τα πωλήσουν, ερχόμενοι σε επαφή με υποψήφιους αγοραστές. Το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η αποκάλυψη των ατόμων, που κρύβονταν πίσω από τους πρώτο και δεύτερο των κατ/νων, δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να γίνει η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των υπόπτων ατόμων στην παρούσα υπόθεση, διότι με την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου αυτών μπορούσε να προκύψει η ανάμειξη και άλλων ατόμων, που βρίσκονταν σε υψηλότερο επίπεδο ιεραρχικά από τους δύο πρώτους κατ/νους, εγένετο, δε, για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και ο εν λόγω νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του τετάρτου κατ/νου, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Ο τέταρτος κατ/νος ισχυρίζεται, ακόμη, ότι ήταν παράνομη και άκυρη η Ανακριτική διείσδυση και ο ρόλος του δήθεν υποψηφίου αγοραστή Αστυνομικού, με το όνομα "Σ.", ως agents provocateurs. Όμως, από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι ο υποψήφιος αγοραστής με το όνομα "Σ." ήταν Αστυνομικός εν ενεργεία. Ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας Αστυνομικών της Δίωξης Ναρκωτικών, στην παρούσα υπόθεση, δεν αναφέρει ότι ο εν λόγω υποψήφιος αγοραστής ήταν Αστυνομικός, αντίθετα, καταθέτουν ότι δεν είχε την ιδιότητα του Αστυνομικού, αλλά ότι συνεργαζόταν με τη Δίωξη Ναρκωτικών, τα στοιχεία του, δε, μέχρι σήμερα, δεν έχουν γίνει γνωστά, για λόγους ασφαλείας και δεν προκύπτει από καμία αρμόδια Αρχή ότι αυτός είχε την ιδιότητα του Αστυνομικού και μάλιστα, εν ενεργεία.
Ακόμη, ο πέμπτος κατ/νος Γ. Π., ήταν απότακτος Αστυνομικός, που βρισκόταν στη φυλακή για υποθέσεις ναρκωτικών. Το γεγονός ότι αυτός τηλεφωνούσε συνεχώς στον τέταρτο κατ/νο να του βρει ναρκωτικές ουσίες να αγοράσει κάποιος, που ενδιαφέρεται, δεν σημαίνει ότι τον είχε βάλει η Δίωξη Ναρκωτικών να το πράξει.
Ο πέμπτος κατ/νος αναφέρει στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι υπήρχε ένα άλλο άτομο ονόματι "Σ." στη φυλακή Μαλανδρίνου, όπου βρισκόταν και αυτός, που του ζητούσε να του βρει μία μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Ο πέμπτος κατ/νος στην αρχή στράφηκε στον Π., εξάδελφο του τετάρτου κατ/νου και, όταν αυτός δεν ενέδωσε, εστράφη στο Δ.
Σ. και ζητούσε απ’ αυτόν να του βρει μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και αργότερα εμφανίστηκε και ένα άτομο ονόματι "Σ.", ως υποψήφιος αγοραστής. Δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι ο πέμπτος κατ/νος ενεργούσε κατόπιν εντολών της Δίωξης Ναρκωτικών, αφού, αρχικά, άλλος κρατούμενος των φυλακών, που βρισκόταν και αυτός, του ζήτησε τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και όχι ο ίδιος.
Ακόμη, αν τον πέμπτο κατ/νο τον είχαν βάλει οι Αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών, θα στρεφόταν, αμέσως, προς τον τέταρτο κατ/νο και όχι στον εξάδελφό του Π., ο οποίος δεν είχε ανάμειξη και αυτός του υπέδειξε τον τέταρτο κατ/νο, αναφέροντάς του, ότι εκείνος δεν κάνει εμπόριο ναρκωτικών, αλλά μόνο χρήση. Εξάλλου, τον πέμπτο κατ/νο Γ.
Π. δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι τον προστάτευε η Δίωξη Ναρκωτικών, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας Αστυνομικών δεν κατέθεσε υπέρ του και αυτός καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χωρίς ελαφρυντικά. Αλλά ούτε και στο παρόν Δικαστήριο τον υποστήριξαν οι μάρτυρες κατηγορίας Αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών.
Κατά το χρόνο, που ο τέταρτος κατ/νος συνομιλούσε με τον υποψήφιο αγοραστή ονόματι "Σ.", οι πρώτος και δεύτερος των κατ/νων είχαν στην κατοχή τους την προαναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και αναζητούσαν αγοραστές, ο, δε, τέταρτος κατ/νος ήταν το άτομο, που έφερνε σε επαφή τους υποψήφιους αγοραστές με τους πωλητές, επιβεβαιώνοντας την πληροφορία, που είχε η Δίωξη Ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τέταρτος κατ/νος ούτως ή άλλως θα προέβαινε στις ενέργειες, που προαναφέρθηκαν, αφού αυτός αναζητούσε αγοραστές και αν ακόμη δεν είχε εμφανισθεί, ως υποψήφιος αγοραστής, το άτομο με το όνομα "Σ." και πάλι θα προσπαθούσε να βρει άλλους υποψήφιους αγοραστές. Το γεγονός ότι ο πέμπτος κατ/νος Γ.
Π. τηλεφωνούσε στον τέταρτο κατ/νο Δ. Σ. να του βρει μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών για να βοηθήσει κάποιο άλλο συγκρατούμενό του και ότι ο υποψήφιος αγοραστής ονόματι "Σ." του τηλεφωνούσε και αυτός για τον ίδιο λόγο, δεν δεικνύει ότι με τις ως άνω ενέργειές τους ο τέταρτος κατ/νος ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις, που του αποδίδονται, τις σχετιζόμενες με τα ναρκωτικά, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός έπαιζε το ρόλο του διαμεσολαβητή για την πώληση των πιο πάνω ναρκωτικών ουσιών και αν δεν ήταν ο "Σ." θα ήταν κάποιος άλλος υποψήφιος αγοραστής.
Εξάλλου, αν ήθελε υποτεθεί ότι υπήρξε παθητική διείσδυση από τη Δίωξη Ναρκωτικών, δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι ο τέταρτος κατ/νος ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις, που του αποδίδονται, τις σχετιζόμενες με τα ναρκωτικά, εξαιτίας αυτής της διείσδυσης, λαμβανομένου υπόψη ότι αν ήθελε υποτεθεί ότι διενεργήθηκε η διείσδυση, δεν υπερέβη σε καμία περίπτωση το μέτρο, που ήταν αναγκαίο για την αποκάλυψη των εγκληματικών ενεργειών του τέταρτου κατ/νου για τις σχετιζόμενες με την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αξιοποίνων πράξεών του (βλ.
και ΑΠ 205/2015 και ΑΠ 1122/2014, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος). Το γεγονός ότι ο υποψήφιος αγοραστής "Σ." υποσχέθηκε στον τέταρτο κατ/νο Δ. Σ., ότι αν του βρει μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και την αγόραζε, θα του έδινε αμοιβή 10.000 ευρώ, εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, εκτός από αυτά, που αναφέρει ο εν λόγω κατ/νος, δεν θα επηρέαζε την απόφασή του να τον φέρει σε επαφή με πωλητές ναρκωτικών ουσιών, δεδομένου ότι αν πραγματοποιείτο η αγορά αυτή θα λάμβανε αμοιβή από τους πωλητές για τη διαμεσολάβησή του και γιαυτό, όπως αναφέρει ο ίδιος ο τέταρτος κατ/νος στην απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε να του δώσει ο υποψήφιος αγοραστής αμοιβή.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του τέταρτου κατ/νου Δ. Σ., ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Όσον αφορά τον τέταρτο κατ/νο Δ. Σ. για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ, τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού του περιστατικά, ότι είναι παντρεμένος με ένα τέκνο και ότι κατάφερε να απεξαρτηθεί αυτός και ο υιός του από τις ναρκωτικές ουσίες και η σύζυγός του από τον αλκοολισμό και το λευκό ποινικό του μητρώο αφορούν, μεν, σε μη επίδειξη επίμεμπτης, αλλά συνήθους ανθρώπινης συμπεριφοράς, όμως, είναι περιστατικά όχι επαρκή για την αναγνώριση τέτοιου ελαφρυντικού από μόνα τους, χωρίς επιπλέον γεγονότα ενδεικτικά θετικής επωφελούς κοινωνικής και επαγγελματικής δράσης του ως άνω υπαιτίου, πριν τη τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης (βλ. ΑΠ 2/2012, Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α., ΑΠ 200/2010, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος, ΑΠ 1312/1993, Ποιν.Χρ. ΜΙ, 1135, ΜΟΔ Θεσ/κης 11-1241/2003, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή και άλλων τέτοιου είδους περιστατικών, εκτός του λευκού ποινικού μητρώου, από τα οποία να προκύπτει και να δύναται να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του εν λόγω κατ/νου σε όλους τους αναφερομένους στην ως άνω διάταξη τομείς της ζωής του, αν και είχε την ιδιότητα του Αστυνομικού, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στη σύζυγό του και στον ανήλικο υιό του από εμπλοκή του με ναρκωτικές ουσίες, των οποίων και ο ίδιος έκανε χρήση, για την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου αυτού, εκτός, δε, τούτων, το γεγονός της ενασχόλησής του με διακίνηση μίας τόσο μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, δεικνύει άτομο, που έχει γνώση από εμπορία ναρκωτικών και συνάφεια με τέτοια πρόσωπα, που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου και πρέπει να απορριφθεί ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Όσον αφορά τον ίδιο κατ/νο, για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2δ’ , τα περιστατικά, που προβλήθηκαν με τον ισχυρισμό της ειλικρινούς μεταμελείας, δεν ήταν από εκείνα, που να συνδυάζονται με πράξεις του εν λόγω κατ/νου, από τις οποίες να προκύπτει ότι εττεζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιοποίνων πράξεων του και τέτοιου είδους πράξη δεν είναι η προσπάθειά του να απεξαρτηθεί ο ίδιος από τις ναρκωτικές ουσίες και ο υιός του και η σύζυγός του από τον αλκοολισμό, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος, αν και Αστυνομικός, δημιούργησε με την ανάμειξή του με ναρκωτικές ουσίες προβλήματα εξάρτησης από ναρκωτικά εκτός του ιδίου και στον ανήλικο υιό του και αλκοολισμό στη σύζυγό του (βλ.
και ΑΠ 200/2010, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος) και πρέπει να απορριφθεί ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός του, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Όσον αφορά τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των κατ/νων, αυτοί ζητούν να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε’ ΠΚ. Όμως, τα περιστατικά της καλής διαγωγής στις φυλακές δεν αρκούν από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε’ , διότι, για να αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, αφού, τότε, μόνον, η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία, ως προς την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη (βλ.
ΑΠ 407/2014, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος, ΑΠ 993/2011, ΑΠ 50/2011 και ΑΠ 1161/2010, Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α.). Επομένως, εφόσον οι κατ/νοι επικαλέστηκαν για τη βασιμότητα του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού τους καλή διαγωγή και εργασία εντός της φυλακής, όπου εκρατούντο, μετά τη σύλληψή τους και όχι ότι συντρέχουν τα περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, πρέπει αυτοί να απορριφθούν, ως αόριστοι, δεδομένου ότι η ήσυχη διαβίωση των κατ/νων στη φυλακή με καλή διαγωγή και με παράλληλη προσφορά εργασίας και το γεγονός ότι παρακολουθούν θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, δεν συνιστούν μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά.
Επίσης, το Δικαστήριο, ακόμη και αν ήθελε δεχθεί, κατά νεότερη νομολογία, ότι η καλή συμπεριφορά εντός της φυλακής συνιστά μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά και σ’ αυτή την περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 84 παρ. 2ε’ ΠΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι ως καλή συμπεριφορά πρέπει να θεωρείται αυτή, που είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου (βλ.
ΑΠ 193/2015 και ΑΠ 368/2014, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος) και στην προκειμένη περίπτωση, δεν επικαλέστηκαν ότι συντρέχουν τέτοιου είδους πραγματικά περιστατικά ούτε η καλή διαγωγή και η παράλληλη προσφορά εργασίας εντός των φυλακών και το γεγονός ότι παρακολουθούν θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης μπορούν να θεωρηθούν, ότι υπερβαίνουν τη συνήθη συμπεριφορά των κατ/νων, ως κρατουμένων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί αυτών, ως αόριστοι.
Ακολούθως, κήρυξε τους κατηγορουμένους Κ. Λ. του Σ. και Σ. Δ. του Γ., ενόχους, του ότι:
Κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα:
Κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην είναι σε θέση να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις, με πρόθεση, μεσολάβησαν από κοινού σε πώληση από άλλους ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι φυσικών ουσιών, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ’ αυτές, τελεσθείσα (η πώληση) εν αποπείρα, δηλαδή, ενώ είχε αποφασισθεί να εκτελεστεί το κακ/μα της πώλησης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, επιχειρήθηκε πράξη, που περιείχε, τουλάχιστον, αρχή εκτέλεσης, μη ολοκληρωθείσης της πράξης από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα προς την θέληση των υπαιτίων. Ο Σ. Δ. τέλεσε την πράξη, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρ. 13 περ α’ ΠΚ, στον οποίο είχε ανατεθεί άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και δη, Αστυνομικός εν ενεργεία. Ειδικότερα:
1) Στην Αθήνα, στις 30/7/2010, κατόπιν αλλεπάλληλων τηλεφωνικών επικοινωνιών, ενεργούντες από κοινού και με ενότητα δόλου, σύστησαν, συνέδεσαν και έφεραν σε συναλλακτική επαφή τους Αλβανούς συγκατηγορούμενούς τους N. E. και F. A. με άτομο ονόματι "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος εμφανίστηκε, ως υποτιθέμενος υποψήφιος αγοραστής ναρκωτικών, μεσολαβώντας, επανειλημμένα, κατά τον τρόπο αυτό στην αγοραπωλησία μεταξύ τους ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετά από εκατέρωθεν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, παροχή των αναγκαίων συστάσεων, διαβεβαιώσεων για την ασφάλεια της συναλλαγής και υποδείξεων για την εκτέλεσή της, έφεραν σε επαφή τα προαναφερόμενα πρόσωπα, έτσι ώστε σε μεταξύ τους συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγησή τους σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης οχημάτων καταστήματος, κειμένου στον παράδρομο της Αττικής οδού στο ύψος του "MALL Αμαρουσίου, οι συγκατηγορούμενοί τους Ν. E. και F. A. να επιχειρήσουν να πωλήσουν στον υποτιθέμενο υποψήφιο αγοραστή, ονόματι "Σ.", αγνώστων λοιππών στοιχείων, 203 κιλά και 150 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, αντί συμφωνηθέντος αντιτίμου 1.000 ευρώ το κιλό, πλην, όμως, η πώληση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, λόγω Αστυνομικής επέμβασης.
Ο εκ των κατ/νων Σ. Δ. τέλεσε την πράξη αυτή, όντας Αστυνομικός υπάλληλος, εν ενεργεία, που η υπηρεσία του συνδέεται με δίωξη ναρκωτικών και στα καθήκοντά του, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η δίωξη παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών. Η πράξη του συνδέεται με την υπηρεσιακή του ιδιότητα, ως Αστυνομικού, αφού κατά το χρόνο τέλεσής της, υπηρετούσε με το βαθμό του Αρχ/κα στα Κρατητήρια του Ελληνικού Αττικής.
2) Σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του έτους 2010 μέχρι τις 29/7/2010, στην περιοχή των Αθηνών, ενεργούντες από κοινού και με ενότητα δόλου, κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιών, σύστησαν, συνέδεσαν και έφεραν σε συναλλακτική επαφή άγνωστους Αλβανούς δράστες, με άγνωστα, επίσης, άτομα, ως υποψήφιους αγοραστές, μεσολαβώντας, επανειλημμένα, κατά τον τρόπο αυτό, στην αγοραπωλησία μεταξύ τους ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, μετά από εκατέρωθεν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, παροχή των αναγκαίων συστάσεων, διαβεβαιώσεων για την ασφάλεια της συναλλαγής και υποδείξεων για την εκτέλεσή της, έφεραν σε επαφή τα πρόσωπα αυτά, έτσι ώστε, σε μεταξύ τους συνάντηση, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί υπό την καθοδήγησή τους να αγοράσουν οι υποψήφιοι αγοραστές από τους άγνωστους Αλβανούς δράστες, επιμέρους ποσότητες κάνναβης, τουλάχιστον, όμως, των 100 κιλών την κάθε φορά, αντί εκάστοτε τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, πάντως, άνω των 1.000 -1.100 € το κιλό, πλην, όμως, η πώληση αυτή δεν ολοκληρώθηκε από εξωγενή της βούλησης τους αίτια και ανεξάρτητα αυτής και δη, λόγω διαφοράς των συμμετεχόντων στην πώληση, ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της συναλλαγής.
3) Ο κατ/νος Σ. Γ., στην περιοχή ... στην Αθήνα, στις 31/7/2010, παράνομα, κατείχε με πρόθεση, πυρομαχικά και συγκεκριμένα, κατείχε στην επί της οδού ... οικία του 11 φυσίγγια διαμετρήματος 0.45", 14 φυσίγγια διαμετρήματος 0.38" και 7 φυσίγγια διαμετρήματος 0.32", χωρίς άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της μεσολαβήσεως σε απόπειρες πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και παράνομης κατοχής πυρομαχικών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1 επ., 83 παρ. 1α του ν.3386/2005, 20 παρ. 1, 2 και 3, 22 παρ.1α, 30 παρ. 4β του ν. 4139/2013 και 42, 45, 51-53,57, 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως 1] [στις σελ.161-162, 247-249], το Δικαστήριο απέρριψε, με ειδική και αιτιολογημένη αιτιολογία, το αίτημά του, για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο άτομο με τα στοιχεία "Σ." το οποίο, κατ’ αυτόν, ήταν αστυνομικός και ενήργησε ως προβοκάτορας, υπερβαίνοντας στην προκείμενη υπόθεση τα, κατά νόμο, όρια της κεκαλυμμένης δράσεως, εκθέτοντας ότι ήταν αδύνατη η κλήση του ως άνω, χωρίς την γνώση λοιπών στοιχείων ταυτότητος, ανεξάρτητα της αλυσιτέλειας του αιτήματος, καθόσον και αν ακόμη το άτομο αυτό [που δεν αποδείχθηκε ότι είναι αστυνομικός] ενήργησε στην υπόθεση ως προβοκάτορας δεν επηρεάζεται η ποινική ευθύνη των αυτουργών του εγκλήματος, μεταξύ αυτών και του κατηγορούμενου, που, μάλιστα, είχε προαποφασίσει την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, 2] [στις σελ.237,238, 250, 262-264] δεν προκύπτει αντίφαση από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος α] κρίθηκε ένοχος του ότι μεσολάβησε σε απόπειρες πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών στις 30/7/2010 στους συγκατηγορούμενους Ν.
και F. και κατά μήνα Απρίλιο έως 29/7/2010 σε άγνωστα άτομα, αλβανικής υπηκοότητος β]κρίθηκε αθώος του ότι στις 22/4/2010 μεσολάβησε σε απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας σε τρίτο άτομο, διότι πρόκειται για διαφορετικές πράξεις, διαφορετικές ημερομηνίες και διαφορετικά εμπλακέντα πρόσωπα, 3][στις σελ.246,247,254, 255,258] με την πιο κάτω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο α]απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για παράνομες ενέργειες [άρση τηλεφωνικού απορρήτου και υποκλοπή των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων] εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων:
Ειδικότερα, ο τέταρτος κατ/νος Δ. Σ. ισχυρίζεται ότι η γενόμενη άρση του τηλεφωνικού απορρήτου γιαυτόν και η υποκλοπή των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων με άλλα άτομα, καθώς, επίσης, η καταγραφή και η αποδεικτική αξιοποίηση αυτών ήταν παράνομη, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος. Όμως, οι μάρτυρες κατηγορίας Ι.
Κ. Αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών και ο Κ. Μ., Αστυνομικός, τότε Υποδιοικητής του Τμήματος Γενικών Υποθέσεων της Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας, που ασχολείτο με τις διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις για τα ναρκωτικά, ανέφεραν στις καταθέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι περιήλθαν πληροφορίες στην Υπηρεσία τους ότι κύκλωμα Αλβανών, σε συνεργασία με ομάδα Ελλήνων, εισήγαγε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, γύρω στα 100 κιλά ακατέργαστης κάνναβης και ζητούσε αγοραστές, εκ των οποίων ο ένας ήταν Αστυνομικός, εν ενεργεία, ονομαζόταν "Δ." και υπηρετούσε στα Κρατητήρια του Ελληνικού, ενώ ο άλλος ονομαζόταν "Γ.", ταυτοποίησαν, δε, τα πρόσωπα, τα οποία ήταν ο τέταρτος και ο πέμπτος των κατ/νων και ζήτησαν από τις αρμόδιες δικαστικές Αρχές να τους δοθεί άδεια για παρακολούθηση των κινητών τους.
Ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και εκδόθηκαν η υπ’ αριθμ. 2/2010 κοινή Δ/ξη Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών - Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, οι υπ’ αριθμ. Δ46α/2010, Δ43α/2010, Δ27α/2010 Δ/ξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα υπ’ αριθμ. 1865/2010, 1337/2010 και 1971/2010 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών για άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των ατόμων, που είχαν σχέση μ’ αυτή την υπόθεση και θεωρούντο ύποπτα.
Επομένως, δεν ήταν παράνομη η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου ατόμων, που θεωρούντο ύποπτα στην παρούσα υπόθεση για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Να σημειωθεί εδώ ότι ο νόμος θέτει τις προϋποθέσεις άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου και τις νόμιμες διαδικασίες, που πρέπει να ακολουθηθούν, απαιτώντας σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο των πληροφοριών για κύκλωμα εμπόρων ναρκωτικών και εγκληματική οργάνωση ενδείξεις για τέτοιου είδους αξιόποινες πράξεις, στην προκειμένη, δε, περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι αρμόδιες Υπηρεσίες είχαν τέτοιου είδους ενδείξεις (Δίωξη Ναρκωτικών και Ανακριτής) και μάλιστα σοβαρές.
Στην εξέλιξη της υπόθεσης μπορεί οι ως άνω αξιόποινες πράξεις να μη στοιχειοθετούνται όλες, αλλά ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση να αποδειχθεί από την άρση του απορρήτου υπόπτων ατόμων, ότι αυτοί συμμετείχαν σε όλες τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες υπήρχαν πληροφορίες και δόθηκε άρση του απορρήτου.
Ο πρώτος κατ/νος, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέφερε στην απολογία του ότι άλλα άτομα τους έδιναν εντολές για τα ναρκωτικά να τα πωλήσουν, ερχόμενοι σε επαφή με υποψήφιους αγοραστές. Το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η αποκάλυψη των ατόμων, που κρύβονταν πίσω από τους πρώτο και δεύτερο των κατ/νων, δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να γίνει η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των υπόπτων ατόμων στην παρούσα υπόθεση, διότι με την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου αυτών μπορούσε να προκύψει η ανάμειξη και άλλων ατόμων, που βρίσκονταν σε υψηλότερο επίπεδο ιεραρχικά από τους δύο πρώτους κατ/νους, εγένετο, δε, για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και ο εν λόγω νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του τετάρτου κατ/νου, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. β] δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι είναι τοξικομανής, γ]απέρριψε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και δ ΚΠοινΔ. Όσον αφορά τον τέταρτο κατ/νο Δ.
Σ. για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ, τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού του περιστατικά, ότι είναι παντρεμένος με ένα τέκνο και ότι κατάφερε να απεξαρτηθεί αυτός και ο υιός του από τις ναρκωτικές ουσίες και η σύζυγός του από τον αλκοολισμό και το λευκό ποινικό του μητρώο αφορούν, μεν, σε μη επίδειξη επίμεμπτης, αλλά συνήθους ανθρώπινης συμπεριφοράς, όμως, είναι περιστατικά όχι επαρκή για την αναγνώριση τέτοιου ελαφρυντικού από μόνα τους, χωρίς επιπλέον γεγονότα ενδεικτικά θετικής επωφελούς κοινωνικής και επαγγελματικής δράσης του ως άνω υπαιτίου, πριν τη τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης (βλ.
ΑΠ 2/2012, Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α., ΑΠ 200/2010, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος, ΑΠ 1312/1993, Ποιν.Χρ. ΜΙ, 1135, ΜΟΔ Θεσ/κης 11-1241/2003, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή και άλλων τέτοιου είδους περιστατικών, εκτός του λευκού ποινικού μητρώου, από τα οποία να προκύπτει και να δύναται να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του εν λόγω κατ/νου σε όλους τους αναφερομένους στην ως άνω διάταξη τομείς της ζωής του, αν και είχε την ιδιότητα του Αστυνομικού, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στη σύζυγό του και στον ανήλικο υιό του από εμπλοκή του με ναρκωτικές ουσίες, των οποίων και ο ίδιος έκανε χρήση, για την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου αυτού, εκτός, δε, τούτων, το γεγονός της ενασχόλησής του με διακίνηση μίας τόσο μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, δεικνύει άτομο, που έχει γνώση από εμπορία ναρκωτικών και συνάφεια με τέτοια πρόσωπα, που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου και πρέπει να απορριφθεί ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Όσον αφορά τον ίδιο κατ/νο, για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2δ’ , τα περιστατικά, που προβλήθηκαν με τον ισχυρισμό της ειλικρινούς μεταμελείας, δεν ήταν από εκείνα, που να συνδυάζονται με πράξεις του εν λόγω κατ/νου, από τις οποίες να προκύπτει ότι επεζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιοποίνων πράξεών του και τέτοιου είδους πράξη δεν είναι η προσπάθειά του να απεξαρτηθεί ο ίδιος από τις ναρκωτικές ουσίες και ο υιός του και η σύζυγός του από τον αλκοολισμό, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος, αν και Αστυνομικός, δημιούργησε με την ανάμειξή του με ναρκωτικές ουσίες προβλήματα εξάρτησης από ναρκωτικά εκτός του ιδίου και στον ανήλικο υιό του και αλκοολισμό στη σύζυγό του (βλ.
και ΑΠ 200/2010, Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος) και πρέπει να απορριφθεί ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός του, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. 4]το σκεπτικό της αποφάσεως, καθόσον αφορά την πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών [φυσιγγίων] επαρκώς αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό και δεν απαιτείτο περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών.
Οι λοιποί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά την μειοψηφούσα όμως γνώμη του Εισηγητού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο [ήδη αναιρεσείων] κατηγορούμενος τέλεσε εξακολουθητικά, ως τοξικομανής, την πράξη της μεσολαβήσεως σε απόπειρες πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 22 παρ.1α, όντας υπάλληλος εν ενεργεία, που η υπηρεσία του συνδέεται με δίωξη ναρκωτικών και στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και η δίωξη παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών.....αφού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως υπηρετούσε, με τον βαθμό του Αρχιφύλακα στα Κρατητήρια του Ελληνικού-Αττικής’ ‘ .
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εντελώς αντιφατικά δέχεται [προκειμένου να κρίνει ότι ο κατηγορούμενος εμπίπτει στην επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 22 παρ.1α του Ν.4139/2013], το μεν ότι ο κατηγορούμενος αστυνομικός ‘ ‘ είναι εν ενεργεία υπάλληλος που η υπηρεσία του συνδέεται με δίωξη ναρκωτικών και στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και η δίωξη παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών ‘ ‘ , το δε στη συνέχεια ότι ‘ ‘ κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως υπηρετούσε, με τον βαθμό του Αρχιφύλακα στα Κρατητήρια του Ελληνικού-Αττικής ", με αποτέλεσμα να μη μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν ορθώς 1] κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η πράξη αυτού, [τοξικομανούς αστυνομικού] εμπίπτει στην επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 22 παρ.1 του ως άνω Νόμου και 2]επιβλήθηκε σ’ αυτόν η ποινή της καθείρξεως.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠοινΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 ΚΠοινΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2016 αίτηση του Δ. Σ. του Γ., για αναίρεση της με αριθμό 290α, 524/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα [250] Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ