Legislator Case Law & Legislation
1804/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments were not properly raised in the lower court.

Case Number 1804/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final judgment. The appellant argued the lower court erred in calculating damages, but the court found these claims were not formally raised as specific grounds for appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the necessary procedural prerequisites were not met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 para. 2 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not properly raised in the court of first instance, unless it concerns a non-appealable violation, a defect inherent in the judgment, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect Code of Civil Procedure failure to raise claim appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 111 para. 2, 118 para. 4 and 216 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1804 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη Γεώργιο Κοντό και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ε. Σ., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5017/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5279/2007 μη οριστική, 2975/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος- Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2975/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5017/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων [εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνεναχθέντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη], να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 120.801,17 ευρώ (νομιμοτόκως), προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη από αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ].

2. Κατά την έννοια των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ. το δικόγραφο της αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, πλην άλλων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, συντελούμενη με την έκθεση των παραγωγικών του αγωγικού δικαιώματος πραγματικών γεγονότων, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται εκ τούτου ως απαράδεκτη, της αοριστίας μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή από άλλο έγγραφο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 Α.Κ., προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός πείθεται να προβεί σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης ή παράλειψη ή ανοχή από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό γι την γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη ή την παράλειψη ή την ανοχή, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία, να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη εκείνης που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτον [ΑΠ 359/2012].

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνον για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ’ άρθρο 927 ΑΚ [ΑΠ 1327/2008].

Θεμελιώνεται δε η συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά κάποιου εξ αυτών στην απάτη, ως αστικό αδίκημα, ακόμη και αν η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του, εκδηλωθεί μετά την ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς του αυτουργού και την ζημιογόνο ενέργεια του παραπλανηθέντος προσώπου, εφόσον αποσκοπεί και συμβάλλει είτε στο να διατηρηθεί στον παραπλανηθέντα η εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, είτε στο να επέλθει ή να οριστικοποιηθεί η ζημία του παθόντος, είτε στο να διατηρηθεί το εκ του αδικήματος όφελος των δραστών ή τρίτων.

3. Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποί το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε [ΑΠ 1758/2009].

Τέλος η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 1014/2012, ΑΠ 226/2013].

Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος, από περιστατικά που εκτίθενται εκ περισσού, έστω και εάν αυτά δεν αναφέρονται στους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως επίσης, δεν συνιστά τον λόγο αυτό, η λήψη υπόψη περιστατικών διευκρινιστικών, που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής [ΑΠ 131/2010].

4. Στην κρινόμενη, το Εφετείο, κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφασή του, αφορά τον αναιρεσείοντα δέχθηκε τα εξής: " ... Ο ενάγων Ε. Σ. του Ε., το Δεκέμβριο του 1999, υπηρετούσε ως προϊστάμενος στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων. που εδρεύει στην Αθήνα, στη περιοχή του Συντάγματος. Στην ίδια υπηρεσία, με σύμβαση ορισμέ νου χρόνου η οποία έληγε στο τέλος Δεκεμβρίου 1999, εργαζόταν και η Κ.

Ζ. ... Στις αρχές Δεκεμβρίου 1999 ο ενάγων ζήτησε από την ως άνω συνάδελφό του Κ. Ζ., να αγοράσει για λογαριασμό το τρία κρατικά λαχεία κοινωνικής αντίληψης, κλήρωσης 31-12-1999. Η Ζ. πήγε στο πρακτορείο της Ι. Μ. ... και αγόρασε από εκεί δύο κρατικά λαχεία, τα οποία έφεραν στο πίσω μέρος τους τη σφραγίδα του πρακτορείου αυτού και στη συνέχεια, η Ζ.

αγόρασε από πλανόδιο λαχειοπώλη δύο ακόμα λαχεία, τα οποία δεν έφεραν καμιά σφραγίδα. Από τα πιο πάνω τέσσερα λαχεία, η Ζ. κράτησε το ένα από τα δύο που είχε αγοράσει από τον πλανόδιο λαχειοπώλη (χωρίς σφραγίδα) και παρέδωσε στον ενάγοντα τα υπόλοιπα τρία λαχεία, δηλαδή το άλλο που είχε αγοράσει επίσης από τον πλανόδιο λαχειοπώλη και τα δύο που είχε αγοράσει από το πρακτορείο της Μ..

Ο ενάγων, που ήταν τακτικός παίκτης λαχείων, τα λαχεία που του παρέδωσε η Ζ., όπως και άλλα λαχεία της ίδιας κλήρωσης που ο ίδιος είχε αγοράσει, τα κατέγραψε, πριν από την κλήρωση, σε ιδιόχειρη κατάσταση (με αριθμό και σειρά), όπως γενικώς συνήθιζε να κάνει με τα λαχεία που αγόραζε. Ειδικότερα, σε φύλλο χάρτου με γραμμές και υπό τον τίτλο "ΚΡΑΤΙΚΑ ΛΑΧΕΙΑ 1999" αυτός ανέγραψε τους αριθμούς και τις αντίστοιχες σειρές δώδεκα (12) συνολικώς κρατικών λαχείων κληρώσεως την 31-12-1999 που είχε αγοράσει και δη ανέγραψε: 062 936 σειρά 21η, 0547 75 σειρά 11η, 09776 σειρά 92η, 042743 σειρά 11η, 043766 σειρά 29η, 085019 σειρά 87η, 050938 σειρά 7η, 058321 σειρά 116η, 085013 σειρά 87η, 085016 σειρά 87η, 004731σειρά 14η και 079416 σειρά 117η.

Τα τρία πρώτα λαχεία του ως άνω καταλόγου ήτοι τα υπ' αριθ. 062936 σειρά 21η, 054775 σειρά 11η, 097676 σειρά 92η ήσαν τα λαχεία που είχε αγοράσει η ως άνω Κ. Ζ. για λογαριασμό το ενάγοντος, ... Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τα δύο πρώτα λαχεία, που είχε αγοράσει η Ζ. από το πρακτορείο της Μ., τα οποία στην οπισθία όψη τους και αριστερά φέρουν πλαγίως τη σφραγίδα με τον εξής λογότυπο εκτεινόμενο σε τέσσερις γραμμές:

«ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΠΡΟ-ΠΟ-ΛΑΧΕΙΑ / Ι. Γ. Μ. / ... 4- ΑΘΗΝΑ/ ΤΗΛ. ... » και τα οποία ο ενάγων είχε σημειώσει ιδιογράφως στον κατάλογο του, προσκομίσθηκαν απ' αυτόν, κατ' εντολή του Ανακριτή Ηρακλείου και αποτέλεσαν μέρος της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, ... Στο τρίτο λαχείο, που είχε αγορασθεί από τον πλανόδιο λαχειοπώλη, ο ενάγων είχε σημειώσει το κεφαλαίο γράμμα Π στην εμπρόσθια όψη του λαχείου, πάνω και στην αριστερή άκρη του λαχείου και πριν τον τίτλο ΚΡΑΤΙΚΟ ΛΑΧΕΙΟ.

Στη συνέχεια, στην κλήρωση της 31-12 -1999, ο αριθμός 097676 κέρδισε 40.000. 000 δραχμές στην 92η σειρά και 200.000 δραχμές σε όλες τις άλλες σειρές ... Στις 4-1-2000, ημέρα Τρίτη, ο ενάγων βρισκόταν στο Ηράκλειο Κρήτης [όπου και η ιδιαίτερη πατρίδα του] και έχοντας μαζί του τα σώματα των λαχείων του, πήγε ... στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου (Ε.

Π.), προκειμένου να πληροφορηθεί αν τα λαχεία του είχαν κερδίσει στην κλήρωση της 31-12-1999. Εκεί, ο πρώτος εναγόμενος, παρότι είδε ότι το λαχείο του ενάγοντος (αριθμός 097676 της 92η σειρά) είχε κερδίσει 40.000.000 δραχμές, απέκρυψε τούτο από τον ενάγοντα και του είπε ότι ο αριθμός αυτός (097676) είχε κερδίσει σε όλες ανεξαιρέτως τις σειρές 200.000 δραχμές (και μετά την αφαίρεση του φόρου 182.500 δραχμές), στη συνέχεια δε, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε το λαχείο στο γιο του (δεύτερο εναγόμενο Γ.

Π.], ο οποίος, παρότι επίσης είδε ότι το λαχείο του ενάγοντος κέρδιζε 40.000.000 δραχμές, απέκρυψε το γεγονός αυτό από τον ενάγοντα και κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 182.500 δραχμών ... Ο ενάγων επέστρεψε από την Κρήτη στην Αθήνα το βράδυ της 9-1-2000 και την επόμενη ημέρα 10-1-2000, είδε την ιδιόχειρη κατάσταση που είχε συντάξει για τα κρατικά λαχεία που είχε αγοράσει -την οποία κρατούσε στο σπίτι του στην Αθήνα και δεν είχε πάρει μαζί του στην Κρήτη- σε συνδυασμό δε με τον επίσημο κατάλογο των λαχείων που είχαν κερδίσει στη κλήρωση της 31-12-1999 αυτός διαπίστωσε ότι το λαχείο που είχε προσκομίσει προς εξαργύρωση στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου κέρδιζε 40.000.000 δραχμές και όχι 200.000 δραχμές.

Αμέσως, ο ενάγων ειδοποίησε τον εξάδελφο του Ε. Σ. του Γ. να πάει στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου και να ζητήσει την επιστροφή του λαχείου, όπως και πράγματι έπραξε ο εξάδελφος του πρώτου εναγόμενου. Την πρώτη ημέρα της ως άνω επισκέψεως του εξαδέλφου του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος παραδέχθηκε ότι ο κατάλογος κερδισμένων λαχείων που διέθετε ήταν ανεπίσημος, ενώ την επομένη [11-1-2000], το αρνήθηκε.

Ο πρώτος εναγόμενος αιφνιδιάστηκε, προφανώς επειδή πίστευε ότι ο ενάγων δεν θα ανακάλυπτε ότι το λαχείο που εξαργύρωσε στο πρακτορείο του κέρδιζε 40.000.000 δραχμές και ανέτοιμος (ο πρώτος εναγόμενος) να αντιμετωπίσει την εξέλιξη της κατάστασης δήλωσε τη στιγμή εκείνη στον εξάδελφο του ενάγοντος, ο οποίος συνοδευόταν και από τον αδελφό του ενάγοντος στη δεύτερη επίσκεψη του στις 11-1-2000, ότι το λαχείο το έστειλε στο πρακτορείο ...

του Ν. στην Αθήνα, μέσω του πρακτορείου του πέμπτου εναγόμενου (Ε. Π.). Ο ενάγων, στις 12-1-2000, επισκέφθηκε αμέσως το πρακτορείο ... του Ν. επί της οδού ... στην Αθήνα, συνομίλησε με τον ίδιο τον Ν., ο οποίος μετά από έλεγχο, μέσω και των υπαλλήλων του, του δήλωσε ότι δεν έχει σταλεί προς αυτόν κανένα από τα επίμαχα λαχεία και δη ούτε αυτό που κέρδιζε 40.000.000 δραχμές αλλά ούτε και άλλο, διαφορετικής σειράς, που κέρδιζε 200.000 δραχμές.

Αμέσως ο ενάγων τηλεφώνησε στον πράκτορα Π. (πρώτο εναγόμενο) και του είπε ότι δεν έχει στείλει αυτός κανένα λαχείο στον Ν., πλην όμως αυτός (Π.) επέμενε ότι το είχε στείλει. Στις 13-1-2000, ο ενάγων συνοδευόμενος από έναν συνάδελφο του (Σ. Δ.) επισκέφθηκαν τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων όπου συνάντησαν τον Διευθυντή Ι.

Π., του εξέθεσαν τα περιστατικά και του ζήτησαν να δεσμευτεί το λαχείο πλην όμως ο τελευταίος τους είπε ότι απαιτείται Εισαγγελική παραγγελία ... Πράγματι δε η ως άνω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στον Διευθυντή της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων Ι. Π., την 07. 35' ώρα της 14-1-2000, όπως, προκύπτει και από την υπ' αριθ. 2030Β/714-3-2000 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... , με την οποία δήλωση ο ενάγων αφού εξέθετε το ιστορικό του λαχείου και των συμβάντων, καλούσε την Δ/νση Κρατικών Λαχείων να μην εξαργυρώσει το επίμαχο λαχείο σε οποιονδήποτε το εμφανίσει προς πληρωμή, αυτός δε προτίθετο να προβεί σε όλες τις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες.

Στη συνέχεια ο ενάγων επισκέφθηκε εκ νέου, στις 14 και στις 15-1-2000 το πρακτορείο... του Ν. στην Αθήνα, μήπως και είχε φθάσει, έστω εκ των υστέρων, το επίμαχο λαχείο σ' αυτόν από τον Π.. Το βράδυ της ιδίας ημέρας (15-1-2000) ο ενάγων μετέβη ξανά στο Ηράκλειο Κρήτης και επισκέφθηκε το πρακτορείο του Π., μαζί με τον αδελφό του Μ.

Σ. και τους φίλους του ... Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ήτοι από 10-1-2000, όταν ο ενάγων ειδοποίησε τον Π. για πρώτη φορά και ζήτησε το λαχείο, μέχρι 14-1-2000 και μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό του, ο πρώτος εναγόμενος, αλλά, και ο γιος του (δεύτερος εναγόμενος) άρχισαν πλέον να σκέφτονται πώς θα καλύψουν την εξαπάτηση του ενάγοντος.

Για να επιτύχουν κάτι τέτοιο σκέφθηκαν ότι έπρεπε να βρουν άμεσα ένα λαχείο με αριθμό 097676, το οποίο να ανήκει σε οποιαδήποτε άλλη σειρά (εκ των λοιπών 124) πλην της 92ης και το οποίο να προσκόμισε πράκτορας στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων σε ημερομηνία κοντινή προς την 10-1-2000, ώστε να εμφανίσουν ότι αυτό δήθεν, ήταν εκείνο που είχε παραδώσει προς εξαργύρωση ο ενάγων στο πρακτορείο τους.

Προς τούτο, ο πρώτος εναγόμενος εκμυστηρεύεται το όλο θέμα στον τέταρτο εναγόμενο, Ν. Χ. ... τον οποίο γνωρίζει από πολλά χρόνια και ζητεί τη συνδρομή του ... Εν τω μεταξύ, στις 11-1- 2000, ο έκτος εναγόμενος (Λ. Ν.) που διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟΠΟ και Λαχείων στον Πειραιά ... και κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου (βλ. από 25-1-2005 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) συνεργάζεται με περίπου τριακόσιους (300) υποπράκτορες σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, προσκομίζει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων τα σώματα διαφόρων λαχείων που είχαν κερδίσει και εξαργυρωθεί από εκείνον, συνοδευόμενα με κατάσταση στην οποία είχε καταγράψει τους αριθμούς και σειρές των λαχείων, καθώς και τα στοιχεία των κατόχων τους που είχαν εισπράξει τα σχετικά ποσά.

Μεταξύ των λαχείων αυτών ήταν και το κρατικό λαχείο κοινωνικής αντίληψη με αριθμό 097676 της 28ης σειράς, το οποίο, στην κλήρωση της 31-12-1999, είχε κερδίσει (μετά την αφαίρεση του φόρου) 182.500 δρχ. Το γεγονός της προσκόμισης του προαναφερόμενου λαχείου περιέρχεται σε γνώση του τέταρτου των εναγομένων (Χ.), ο οποίος και ανακοινώνει τούτο στους δύο πρώτους εναγόμενους (Π.).

Είχαν όμως (οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων) να αντιμετωπίσουν, σε σχέση με το πιο πάνω λαχείο, δύο ζητήματα: το πρώτο ήταν να δικαιολογήσουν πως το λαχείο αυτό [097676 της 28ης σειράς] ενώ θα εμφανιζόταν ότι εξαργυρώθηκε από το πρακτορείο του πρώτου εναγομένου [Π.] παρά ταύτα προσκομίσθηκε στην Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων όχι από εκείνον αλλά από τον έκτο εναγόμενο [Ν.] και μάλιστα ενόσω ο πρώτος εναγόμενος [Π.] στις 10-1-2000 είχε δηλώσει στον εξάδελφο του ενάγοντος ότι το λαχείο το έστειλε μέσω του πέμπτου εναγομένου [αναιρεσείοντα] στο πρακτορείο του Ν.

στην Αθήνα και όχι στο πρακτορείο του έκτου εναγομένου [Ν.] στον Πειραιά. Το δεύτερο ζήτημα ήταν ότι στο πίσω μέρος του λαχείου (097676 της 28ης σειράς), περί το μέσον αυτού, ο Ν. είχε γράψει τις λέξεις 'Τυχερός Λ. Ι.' - κάθε λέξη κάτω από την άλλη - και το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή ο Λ. Ι. (ο πρώτος μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο) είχε δηλωθεί από τον έκτο εναγόμενο ως δικαιούχος του κέρδους του λαχείου στη σχετική κατάσταση την οποία υπέβαλε ο Ν.

στην Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων. Για να ξεπεράσουν τα παραπάνω ζητήματα, οι εναγόμενοι ζήτησαν τη συνδρομή των πέμπτου και έκτου των εναγομένων (Π. και Ν.), οι οποίοι και δέχθηκαν να την παράσχουν. Πράγματι, οι πέμπτος και έκτος των εναγομένων ισχυρίστηκαν ψευδώς και εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το λαχείο με αριθμό 097676 της 28ης σειράς ξεκίνησε από το πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου και πέρασε από τα χέρια τους προκειμένου να καταλήξει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων ...

Περαιτέρω όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων έσφαλε στο ζήτημα της σφραγίδας, αφού το προαναφερόμενο λαχείο [097676 της 92ης σειράς], δεν έφερε καμιά σφραγίδα στο πίσω μέρος του ... Ο ενάγων όμως πίστευε τότε τον Ιανουάριο του 2000 ότι η Ζ. είχε αγοράσει και αυτό το λαχείο ... από το πρακτορείο της Μ. ... . Έτσι αυθημερόν στις 14-1-2000 μετά από συνεννόηση του πρώτου, δεύτερου και τέταρτου των εναγομένων, στην κατοχή των ο ποίων βρίσκεται το λαχείο [με αριθμό 097676 της 28ης σειράς] θέτουν μαζύ με αγνώστους συνεργούς τους στο πίσω μέρος του λαχείου σφραγίδα με τα στοιχεία του πρακτορείου της Ι.

Μ.. Την ίδια ημέρα και ώρα 15.05, ο τέταρτος των εναγομένων [Χ.], εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα και τη θέση του που του έδιδε πρόσβαση στα κερδισμένα λαχεία που είχαν φτάσει στη Δ/νση Κρατικών Λαχείων, αποστέλλει φωτοαντίγραφο του λαχείου [και στις δύο όψεις του] στον πρώτο εναγόμενο Π. ... Έτσι όταν στις 15-1-2000 ο ενάγων πηγαίνει εκ νέου στη Κρήτη και στο πρακτορείο του πρώτου εναγομένου μαζύ με τον αδελφό του και τους φίλους του, ο τελευταίος του δείχνει πλέον το φωτοαντίγραφο του λαχείου της 28ης σειράς [με την σφραγίδα μάλιστα του πρακτορείου Μ.

στο πίσω μέρος του] και ισχυρίζεται στον ενάγοντα ότι αυτό ήταν το λαχείο που ο τελευταίος εξαργύρωσε στο πρακτορείο του, σε ερώτηση δε του ενάγοντος που βρήκε την φωτοτυπία ενώ την προηγούμενη εβδομάδα δεν την είχε, ο τελευταίος του απάντησε ότι του την έστειλε ο φίλος του ο Χ. από την Δ/νση Πρακτόρων και στη συνέχεια του είπε [του ενάγοντος] ότι από λάθος είχε αναφέρει ότι το λαχείο αυτό το είχε στείλει μέσω του Π.

στο πρακτορείο του Ν. στην Αθήνα, ενώ το λαχείο είχε σταλεί στο πρακτορείο του έκτου εναγόμενου [Ν.] στον Πειραιά. Ο πρώτος εναγόμενος υποστηρίζει ότι το λάθος του να κατονομάσει τον Ν. ως αποδέκτη του λαχείου οφείλεται στο γεγονός ότι πράγματι εκεί πίστευε ότι ο Π. έστελνε τα λαχεία του. Στις 17-1-2000 ο ενάγων προσέφυγε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου όπου και κατήγγειλε τα περιστατικά ...

Το επίμαχο λαχείο 097676 της 92ης σειράς που κέρδιζε 40.000.000 δρχ, εμφανίστηκε στις 31-1-2000 στην Διεύθυνση Κρατικών λαχείων από τον Α. Σ., υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία [Τράπεζα] ενεργούσε ως πληρεξούσια του έβδομου και όγδοου των εναγομένων και εισέπραξε για λογαριασμό του το κέρδος του λαχείου όπως θα γίνει λόγος παρακάτω ... .

Αναφορικά με την διακίνηση και πορεία του λαχείου ο πρώτος εναγόμενος (Έλ. Π.) στην από 25-1-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, υποστηρίζει ότι το λαχείο το έστειλε στον Π., μαζί με άλλα λαχεία, συνολικής αξίας 5.619.000 δραχμών, και μια επιταγή του 3.000.000 δραχμών σε διαταγή Π., επειδή όφειλε σε εκείνον 8. 800. 000 δραχμές (ενώπιον του Εφετείου ανέφερε 10.000.000 δρχ) και ότι τον Ν.

δεν τον γνώριζε καν εκείνη την εποχή (Ιανουάριο του 2000) και ότι τον γνώρισε μόλις ένα μήνα πριν από την απολογία του, γεγονότα που επαναλαμβάνει και στην απολογία του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης. Στη συνέχεια, στην ίδια ως άνω απολογία του ο ίδιος αναφέρει ότι ο Ν. (τον οποίο δεν γνώριζε) είχε καταθέσει στο λογαριασμό του (του Π.), μία ημέρα μετά από την όχληση του από τον ενάγοντα, αναφορικά με το επίμαχο λαχείο, 5.600.000 δραχμές, γεγονός όμως που ο ίδιος δεν γνώριζε και υποθέτει ότι αυτό έγινε για λογιστικούς λόγους και ότι έκτοτε δεν είχε άλλη συναλλαγή με τον Ν..

Ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Π.), στην από 6-12-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι είδους συναλλαγές είχε ο πρώτος εναγόμενος (πατέρας του) με τον έκτο εναγόμενο (Ν.), επειδή ο πατέρας του 'διαχειρίζεται τα του πρακτορείου'. Γνωρίζει όμως ο δεύτερος εναγόμενος, παρότι, όπως δηλώνει, δεν διαχειρίζεται το πρακτορείο, ότι αυτό έχει δοσοληψίες με τον Π..

Ο πέμπτος εναγόμενος (Π.), στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και στην από 25-11-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, δηλώνει ότι το λαχείο, μαζί με άλλα λαχεία, του τα έδωσε ο πρώτος εναγόμενος για να τα διαβιβάσει εκείνος (Π.) στον έκτο εναγόμενο (Ν.), στον οποίο ο πρώτος εναγόμενος χρωστούσε χρήματα.

Ταυτόχρονα, ο πέμπτος εναγόμενος Π. στις ίδιες προτάσεις του και στην ίδια απολογία του, αναφέρει, τελείως αντιφατικά με όσα προηγουμένως έχει πει, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν γνώριζε τότε τον Ν., ούτε γνώριζε ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ αυτού (πέμπτου εναγόμενου) και του Ν.. Στην απολογία του δε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, αυτός ανέφερε ότι πήρε ένα πακέτο με λαχεία από τον Π., όπως τα πήρε τα έβαλε μαζί με δικά του και τα έστειλε στον Ν.

και ότι ο Π. ήθελε να ρευστοποιήσει 8.800.000 δραχμές και ότι του έκοψε μια επιταγή την οποία ο ίδιος στην συνέχεια έδωσε στον Ν.. Ο έκτος εναγόμενος (Ν.) στην από 25-11-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, δηλώνει ότι με τον πρώτο εναγόμενο (Π.) είχε γνωριστεί τηλεφωνικά το έτος 1999 μέσω του πέμπτου εναγόμενου (Π.) και ότι κατόπιν συνεννόησης του με τον πρώτο εναγόμενο (Π.), αφενός είχε αποστείλει σε εκείνον, μέσω του πέμπτου εναγόμενου ένα δέμα με λαχεία αξίας 10.000.000 δραχμών και αφετέρου ο πρώτος εναγόμενος, για την αγορά των λαχείων, είχε εκδώσει μία επιταγή ύψους 8.800.000 δραχμών, την οποία του απέστειλε.

Επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος του έστειλε σε λαχεία 5.600.000 δραχμές, τα οποία και εισέπραξε. Στις προτάσεις του, όμως, ο έκτος εναγόμενος δεν επαναλαμβάνει τίποτα για προηγούμενη γνωριμία του, έστω και τηλεφωνική, με τον εναγόμενο, ούτε ότι συνεννοήθηκε απευθείας μαζί του για οποιαδήποτε αγορά λαχείων ή έκδοση επιταγής και υποστηρίζει ότι για την αγορά των λαχείων, στην οποία προέβη ο πρώτος εναγόμενος, "μεσολάβησε ο πέμπτος εναγόμενος, τον οποί και μόνο γνώριζε.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, είναι σαφές ότι οι ισχυρισμοί του πρώτου εναγόμενου συγκρούονται με αυτούς του έκτου εναγόμενου, όσον αφορά το ποιός όφειλε σε ποιόν τα 8. 800.000 δραχμές και επομένως για την αιτία της υποτιθέμενης διακίνησης των λαχείων (μεταξύ των οποίων ήταν, δήθεν, το λαχείο που ο ενάγων εξαργύρωσε στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου), ο δε πέμπτος εναγόμενος, υιοθετεί κατά τρόπο αντιφατικό και ακατανόητο, τις απόψεις αμφοτέρων.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκθέτουν μόνο τη διαδρομή που ισχυρίζονται ότι ακολούθησε το λαχείο (Ε. Π. - Π. - Ν.) και σκόπιμα αποφεύγουν φοβούμενοι νέες αντιφάσεις, να αναφερθούν στις συναλλαγές μεταξύ αυτών και των Π. - Ν., οι οποίες, φέρονται ότι ήταν η αιτία της δήθεν διακίνησης του λαχείου μαζύ με τα υπόλοιπα λαχεία συνολικής αξίας 5.600.000 δρχ.

Πέραν των παραπάνω αντιφάσεων, οι πιο πάνω εναγόμενοι δεν προσκομίζουν απολύτως κανένα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται διακίνηση του λαχείου της 28ης σειράς, μαζί με τα άλλα λαχεία, συνολικής αξίας 5.600.000 δραχμών, από τον πρώτο εναγόμενο στον πέμπτο και από τον πέμπτο εναγόμενο στον έκτο (Π.-Π. -Ν.). Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος (Π.) είχε συντάξει, σε ανύποπτο χρόνο, κατάσταση των λαχείων που κέρδισαν στην κλήρωση της 31-12-1999 και εξαργυρώθηκαν στο πρακτορείο του και σε αυτή δε είχε συμπεριλάβει το λαχείο με αριθμό 097676 της 28ης σειράς.

Αν πράγματι είχε εξαργυρώσει τέτοιο λαχείο, προφανώς θα το είχε συμπεριλάβει στην κατάσταση αυτή. Η εξήγηση ότι το λαχείο της 28ης σειράς δεν περιελήφθη στην κατάσταση εξαργυρωμένων λαχείων επειδή εστάλη στον Π. και όχι στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων - όπως κατέθεσε στο ακροατήριο η μάρτυρας Α. Π., υπάλληλος στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου - δεν είναι πειστική.

Κανένας σοβαρός λόγος δεν προτείνεται ή αποδεικνύεται, που θα καθιστούσε λογικό ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβαινε στη διάκριση αυτή, δηλαδή να μην καταγράφει τα κερδισμένα λαχεία που στέλνει στον Π. και να καταγράφει αυτά που στέλνει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων ... Τα ανωτέρω ομολογημένα από τον εναγόμενο Ν., ο οποίος διατηρούσε ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία επί 25ετία, καταδεικνύουν εναργώς ότι οι εναγόμενοι ευρίσκονταν σε απόλυτη έκνομη συνεργασία προκειμένου να τελούν το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων και να εμφανίζουν έτσι άτομα που είχαν άδηλους πόρους (αγνώστου προελεύσεως) ως κατόχους κερδισμένων λαχείων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο εξηγείται η όλως αντιφατική και ήκιστα πειστική εκφορά των ισχυρισμών τους, όπως αυτή αναλυτικώς προεκτέθηκε, αναφορικά με τις μεταξύ τους σχέσεις και τις δήθεν μεταξύ τους οφειλές, όπως και τη διακίνηση των λαχείων κατά τρόπο νόμιμο και συμβατό. Στα πλαίσια αυτά εξαπάτησαν τον ενάγον τα αφού αυτοί διακινούσαν τα λαχεία κατά τρόπο που απλώς διευκόλυνε αποκλειστικά τις έκνομες δραστηριότητες τους, με προφανές όφελος το υψηλό παράνομο κέρδος.

Είναι δε ενδεικτικό ότι ο Ν. προβαίνει στην ομολογία αυτή, στις 12-2-2013, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά την ολοκλήρωση της σε βάρος όλων των εναγομένων ποινικής διαδικασίας, ήτοι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 274/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης και τη υπ' αριθ. 186/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω καθώς και μετά την παρέλευση δέκα τριών (13) ετών από τον χρόνο τελέσεως των αδικημάτων.

Στα πλαίσια αυτά αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μεταξύ 4-1-2000 και 10.1.2000, ο πρώτος εναγόμενος (Π.) απέστειλε το λαχείο (097676 της 92ης σειράς) στην Τρίπολη, όπου εκεί, οι έβδομος και όγδοος των εναγομένων (Γ. Σ. και Α. Σ.), σε συνεργασία μαζί του, εμφανίστηκαν δήθεν ως νόμιμοι κάτοχοι του λαχείου (κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα) και στις 10.1.2000 υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία και αριθμό 20543 πληρεξούσιο ..., με το οποίο εξουσιοδότησαν την Εμπορική Τράπεζα Α.

Ε να εισπράξει για λογαριασμό τους, από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων, το κέρδος του επίδικου λαχείου (και άλλων 12 λαχείων των οποίων ήταν κάτοχος ο έβδομος εναγόμενος). Την ίδια ημέρα (10-1-2000), οι έβδομος και όγδοος των εναγομένων κατέθεσαν στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Τρίπολης το πιο πάνω πληρεξούσιο και το επίδικο λαχείο (μαζί με τα άλλα λαχεία του έβδομου εναγόμενου).

Στις 31-1-2000 το λαχείο 097676 της 92ης σειράς εμφανίστηκε στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από τον ... και εισέπραξε για λογαριασμό τους το κέρδος του λαχείου ... Αναφορικά δε με την κρινόμενη υπόθεση και τα δύο επίμαχα λαχεία το Υπηρεσιακό Συμβούλιο αναφέρει: "... Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι οι δηλωθέντες τυχεροί των επίδικων λαχείων Λ.

Ι. και Γ. και Α. Σ. παρουσιάζονται να έχουν μια, εκτός πάσης λογικής και πιθανοτήτων επαναλαμβανόμενη εύνοια της τύχης. "... Λαμβάνοντας υπό ψη και την από 15-5-2003 έκθεσή του ως άνω πραγματογνώμονος προκύπτουν τα εξής :το γεγονός ότι η σφραγίδα του πρακτορείου της Ι. Μ. δεν υπήρχε στο λαχείο της 097676 της 28ης σειράς αλλά κατασκευάστηκε και τέθηκε στο λαχείο εκ των υστέρων, δεν αντικρούεται από την πραγματογνωμοσύνη ...

Η θέση κάθετα της σφραγίδας δεν ήταν τυχαία ... Έτσι όμως θα ήταν αυταπόδεκτο ότι η σφραγίδα τέθηκε στο λαχείο μετά την εξαργύρωσή του ... Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 274/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης κηρύχθηκαν ένοχοι απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τελεσθείσας από κοινού, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που αυτοί αποκόμισαν με ισόποση ζημία του ήδη ενάγοντος ήταν ύψους 39.800.000 δραχμών (116.801 ευρώ), πράξη που φέρεται να τέλεσαν κατά την 4-1-2000 και κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2000 έως 31-1-2000, οι εναγόμενοι:

πρώτος (Ε. Π.), δεύτερος (Γ. Π.) έκτος (Λ. Ν.) και ένοχος άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη της απάτης ο έβδομος εναγόμενος (Γ. Σ.) και τους επιβλήθηκε, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2ε ΠΚ, ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών στον καθένα. Οι λοιποί εναγόμενοι (Ε. Π., Ν. Χ. και Γ. Σ. )κηρύχθηκαν αθώοι της παραπάνω πράξεως, ενώ όλοι οι ήδη εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι τη πράξεως της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση που η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ) ...

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθ. 186/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, έπαυσε οριστικά η σε βάρος των παραπάνω εναγομένων -καταδικασθέντων ποινική δίωξη ... Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αποδείχθηκε ότι για την επέλευση της ζημίας, ύψους 116.803,11 ευρώ (= 39.800.000 δραχμές όσο είναι το υπόλοιπο του ποσού των 40.000.000 που κέρδιζε το λαχείο του ενάγοντος της 92ης σειράς, αφαιρουμένου του ποσού των 182.500 δραχμών που ο ενάγων ήδη εισέπραξε) συνέβαλε η προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά όλων των εναγομένων - ήδη εκκαλούντων, οι οποίοι ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, ανεξάρτητα από τον βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτού.

Κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας οι ως άνω ζημιογόνες πράξεις των εναγόμενων κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αλλά και στις ει δικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήσαν επαρκείς, ήτοι ικανές και πρόσφορες να επιφέρουν το ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα στον ενάγοντα και πράγματι το επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι πρώτος ... πέμπτος, ... των εναγομένων της από 25-11-2001 και υπ’ αριθ. καταθ. 10057/2001 αγωγής, να υποχρεωθούν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως αποζημίωση το ποσό των 116.801,17 ευρώ (= 39.800.000 δραχμές) ...".

5. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι υπάρχει συγκλίνουσα με τους άλλους συνεναγόμενους του, αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2 και 3 πιο πάνω νομικές σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου - ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες -τις ως άνω θεμελιωτικές της ευθύνης του αναιρεσείοντος, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 926 ΑΚ και 386 ΠΚ, τα οποία [πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά] αρκούσαν για την εφαρμογή τους.

Συγκεκριμένα δέχθηκε α] ότι αποτελεί συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η παρασχεθείσα στους δύο πρώτους εναγόμενους συνδρομή [ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο αυτή εκδηλώθηκε], που συνίσταται στην επιβεβαίωση του ψευδούς ισχυρισμού τους, ύστερα από προσυνεννόηση, ότι το λαχείο 097676 της 28ης σειράς, είχε αποσταλεί σ' αυτόν απ' αυτούς και ότι εν συνεχεία αυτός το απέστειλε στον έκτο εναγόμενο Λ.

Ν., παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το λαχείο αυτό, ουδέποτε είχε περιέλθει στα χέρια του, αφού είχε πωληθεί από το πρακτορείο του έκτου εναγόμενου, β] ότι η πιο πάνω συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελεί, (η δε σχετική κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη) σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προξενηθείσα στον ενάγοντα ζημία, αφού διαμορφώθηκε εντός του χρονικού διαστήματος από 4-1-2000 έως την 31/1/2000, όταν (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου), εισπράχθηκε η αξία του λαχείου από τρίτους και επήλθε η ζημία στον αναιρεσίβλητο.

Αποσκοπούσε δε (κατά το νόημα των παραδοχών του Εφετείου) στο να διατηρηθεί στον ενάγοντα η εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, ήτοι ότι αυτός πράγματι είχε προσκομίσει στο πρακτορείο των δύο πρώτων εναγομένων, το λαχείο 097676 της 28ης σειράς και όχι εκείνο με τον ίδιο αριθμό της 92ης σειράς [που είχε μεγαλύτερο κέρδος] και να ωφεληθούν έτσι μη νόμιμοι κάτοχοι αυτού.

Με την κρίση του δε αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεδομένου ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με εκείνη των άλλων συνεναγομένων του, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδεδειγμένα περιστατικά, ήταν ικανή και πρόσφορη αιτία στην πρόκληση της όντως προξενηθείσας στον ενάγοντα ζημίας.

Τέλος τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, διελαμβάνοντο εμμέσως μεν πλην σαφώς, στο δικόγραφο της αγωγής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού, και βεβαιώθηκαν ακολούθως από τις αποδείξεις. Στήριξε δε το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομότυπα ενώπιον του, όπως τούτο προκύπτει από τη ρητή βεβαίωση αυτού που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της, παράλληλα δε, ερεύνησε τους προταθέντες με λόγους έφεσης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε.

Ενόψει αυτών είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, ενώ αυτή δεν περιείχε περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας που είχε υποβάλει, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, β] ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 926 ΑΚ, 386 και 45 επ.

ΠΚ, καθώς και ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με το να δεχθεί ότι τα περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί η δράση του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως πρόσφορη αιτία της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο ζημίας. Άλλωστε ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο ανέλεγκτα δέχθηκε ότι η επέλευση της ζημίας στο αναιρεσείοντα [τυπική περάτωση του εγκλήματος της απάτης], έλαβε χώραν στις 31-1-2000 και όχι στις 4-1-2000 όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Επίσης δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια των αιτιολογιών του να διαλάβει επί πλέον οιαδήποτε παραδοχή για τον αποδέκτη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και τον τρόπο εξωτερίκευσής τους, ώστε να προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος, επέμβαση στην συνείδηση του δράστη, παρεκτός του ότι υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή αναφορά του τρόπου με τον οποίο ο αναιρεσείων εξωτερίκευσε την βούλησή του να βοηθήσει τους δύο πρώτους εναγόμενους, γ] ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την απόφαση του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου που ήταν αθωωτική γι' αυτόν.

Τούτο δε καθόσον το Εφετείο χωρίς αμφιβολία έλαβε υπόψη του και την απόφαση αυτή με ρητή αναφορά και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, δ] ο τέταρτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατέληξε στη κρίση ότι ο αναιρεσείων είναι συμμέτοχος στην αξιόποινη πράξη της απάτης, ενώ ήδη για τη πράξη αυτή, που φερόταν ότι τελέσθηκε με τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που δέχθηκε το Εφετείο, αυτός έχει αθωωθεί με την με αριθμό 274/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και ότι η αντίθετη αυτή παραδοχή του Εφετείου, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς του που προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 2 του της ΕΣΔΑ.

Τούτο δε καθόσον το τεκμήριο αθωότητας, που πράγματι προ βλέπεται από την παραπάνω διάταξη, αφορά την εξέλιξη και πορεία της υπόθεσης στην ποινική δίκη και μέχρι πέρατος αυτής και συνεπώς η κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, ότι έχει τελεσθεί αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο [άρθρο 914 ΑΚ] ήτοι ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, [τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται ολικώς ή μερικώς με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία εγκλήματος της απάτης], δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και συνακόλουθα δεν ιδρύεται η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια.

Άλλωστε δεν αποτελεί δεδικασμένο και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο [βλ ΑΠ 1503/2009], όπως ακριβώς δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου [άρθρο 62 ΚΠΔ].

6. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.

Στην υπόθεση που κρίνεται ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι η προξενηθείσα στον αναιρεσίβλητο ζημία ανέρχεται σε 39.800.000 δρχ [116.801,17 ευρώ] αντί του ποσού των 36.002.500 δρχ., προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 297 και 298 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι εν λόγω ισχυρισμός, προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο έφεσης ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. Τέλος, όλοι οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι αφού αποδίδουν πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου [άρθρο 176 ΚΠολΔικ], όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ε. Π. για αναίρεση της 2975/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ