1804/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1804 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2012
Legislator headnote
AI generated1804/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1804 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαντούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5314/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 2379/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2379/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 4-2-2010 έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 5314/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του τελευταίου κατά των "Μ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας του, από την έκδοση της αναφερόμενης σ' αυτήν, ακάλυπτης επιταγής, την οποία είχε εκδώσει η δεύτερη ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης, στα πλαίσια των καθηκόντων της, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα λογαριασμό της, κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της επιταγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 339.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ενώ ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως απάγγειλε σε βάρος της, προσωπική κράτηση έξι (6) μηνών.
2. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933, 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει τον κομιστή, από την μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, παρά τον νόμο, δηλαδή παρά την ως άνω διάταξη του Ν. 5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη ως ποινικό αδίκημα. Επομένως υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αφού η διάταξη αυτή του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής. Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή (άρθρο 40 Ν. 5960/1933) και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση όμως της μιας απ' αυτές επιφέρει απόσβεση και της άλλης. Δικαιούχος της αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και τη βεβαίωση της μη πληρωμής, ο οποίος και νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από την αδικοπραξία. Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ' αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ' αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο, εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2) η ύπαρξη ζημίας, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή. Άλλα στοιχεία για την πληρότητα και νομική θεμελίωση της πιο πάνω αγωγής, όπως η αιτία της εκδόσεως της επιταγής και ειδικότερα ότι αυτή (αιτία) δεν πάσχει ακυρότητα, καθόσον πρόκειται για αδικοπραξία και όχι απαίτηση από επιταγή. Τούτο διότι, από τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος και συνακόλουθα της αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ, δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής, και ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30-11-2005 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ιστορούσε ότι με βάση το από 7-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγόμενου, Ν. Μ., (που δεν ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη), ο οποίος δραστηριοποιείται ως εργολάβος στο χώρο της κατασκευής και μεταπώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών, σύμβαση δανείου, στα πλαίσια της οποίας κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 339.000 ευρώ, προκειμένου αυτός να αποπερατώσει την κατασκευή δύο πολυώροφων οικοδομών, που βρίσκονται στο Νέο Κόσμο και στο Παλαιό Φάληρο Αττικής. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην αποπληρωμή του δανείου, με μια τουλάχιστον δόση, μέχρι και 7-10-2005. Ότι, σε "εγγύηση" εξόφλησης του ποσού του δανείου, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε σε αυτόν μία μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ισόποσης του δανείου ονομαστικής αξίας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-10-2005, την οποία εξέδωσε σε διαταγή αυτού (του ενάγοντα) στην Αθήνα, η τρίτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα), ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών ανώνυμης εταιρίας και μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της. Ότι, παρά την παρέλευση της ταχθείσας για την αποπληρωμή του δανείου προθεσμίας και τις επανειλημμένες οχλήσεις του, ο εναγόμενος-δανειολήπτης δεν προέβη στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού έναντι της εν λόγω οφειλής του. Ότι, ακολούθως στις 10-10-2005 εμφάνισε την άνω επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην, όμως, παρά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη εμφάνιση της, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων στον τηρούμενο στην ίδια τράπεζα λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε προσηκόντως στο σώμα της επιταγής. Ότι, συνεπεία των ανωτέρω, η τρίτη εναγομένη, με την ως άνω ιδιότητα της και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δοθέντος ότι γνώριζε πως δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο τηρούμενο στην οικεία τράπεζα λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της, και ζημίωσε έτσι αυτόν (ενάγοντα) παράνομα και υπαίτια κατά το ποσό της ονομαστικής αξίας της επιταγής. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν ο καθένας σε ολόκληρο το ποσό των 339.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να απαγγελθεί σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ενόψει της εμπορικής του ιδιότητας και της εμπορικότητας της οφειλής, και σε βάρος της τρίτης εναγομένης, εξαιτίας της αδικοπραξίας που διέπραξε σε βάρος του, προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης. Τα ως άνω εκτιθέμενα, ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Για την υπαγωγή δε των εκτιθεμένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτούν οι διατάξεις αυτές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Έτσι λοιπόν, η από την αυτήν υποστηριζόμενη άποψη ότι, εφόσον στην αγωγή αναφερόταν ως αιτία εκδόσεως της επιταγής η από αυτήν ανάληψη ευθύνης ως εγγυήτριας, για την αποπληρωμή του δανείου, έπρεπε, για την πληρότητα αυτής να αναφέρεται ότι η εγγύηση είχε καταρτισθεί εγγράφως, πρέπει να απορριφθεί. Το στοιχείο αυτό δεν ήταν αναγκαίο για τη θεμελίωση της, από την αδικοπραξία, ευθύνη της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Σημειώνεται ότι η άποψη αυτή της αναιρεσείουσας στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι από την αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής της αδόκιμης έκφρασης ότι η επιταγή δόθηκε "... σε εγγύηση εξόφλησης του ποσού του δανείου", δεν συνάγεται ότι αυτή ανέλαβε τέτοια ευθύνη ως εγγυήτρια της σύμβασης δανείου. Κανένα δε στοιχείο από τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν θεμελιώνει τέτοια ευθύνη της. Άλλωστε, όπως σημειώνεται στην αρχή της σκέψης αυτής το δικαστήριο για την ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθεμένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, στους προσήκοντες κανόνες δικαίου, δεν δεσμεύεται από τυχόν διατυπωθείσα διαφορετική στο δικόγραφο της αγωγής άποψη. Επομένως, οι από τους αριθ. 1 και 8, αποδιδόμενες πλημμέλειες με τον πρώτο, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, λόγο της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή, συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) την ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιεχόταν στην αγωγή και το δικόγραφο της έφεσής του, από την οποία αποδεικνυόταν ότι η επιταγή δόθηκε ως αιτία της εγγύησης που ανέλαβε αυτή για την εξόφληση του δανείου και 2) την ένορκη κατάθεση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Μ. Λ., που περιεχόταν στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον, από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, για καταλήξει το δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα από την αναιρεσείουσα επικληθέντα και προσκομισθέντα, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Σημειώνεται ότι η υπό στοιχείο 1 αιτίαση, δεν αναφέρεται σε ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε η αιτία της έκδοσης της επιταγής δεν αποτελούσε θεμελιωτικό στοιχείο της αγωγής και συνακόλουθα της ευθύνης της από την αδικοπραξία.
4. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής, και ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής. Για να γεννηθεί, όμως, αξίωση αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, κατά του εκδότη επιταγής που δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, δεν αρκεί να συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος, αλλά, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διαπιστώνεται και η επέλευση ζημίας, που αποτελεί στοιχείο της αξίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 300, 288 και 914 του ΑΚ συνάγεται, ότι αυτός που δέχεται επιταγή σε γνώση του ότι δεν έχει αντίκρισμα, καθώς και ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε είναι άκυρη, ναι μεν με τη συμπεριφορά του δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ποινική του ευθύνη, παρέχει, όμως το δικαίωμα στον τελευταίο, είτε ενάγεται με βάση το νόμο περί επιταγών, είτε με βάση το αδίκημα, να αποκρούσει την αγωγή, επικαλούμενος, ότι, σε γνώση της έλλειψης αντικρίσματος, καθώς και της ελαττωματικότητας του τίτλου, έλαβε την επιταγή και ότι με την συμπεριφορά του αυτή, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και ως προς την αξιούμενη ζημία και ως προς την ζημιογόνο πράξη, βρίσκεται σε κακή πίστη επιδιώκοντας την πληρωμή του ποσού της επιταγής, αφού έχει αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, ή ότι αυτός, κατά την υποκειμένη σχέση, δεν έχει δικαίωμα να εισπράξει την επιταγή. Ακόμη ο εναγόμενος ως εκδώσας ακάλυπτη επιταγή προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δικαιούται να προβάλλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι δεν προκλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία στην περιουσία του δικαιούχου παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, και ειδικότερα ότι η θεμελιούμενη στην υποκείμενη σχέση χρηματική αξίωση του ενάγοντος έχει ήδη ικανοποιηθεί με καταβολή. Στην περίπτωση αυτή, προβάλλει άρνηση της βάσης της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή εξ αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντος. Τέλος, από τις διατάξεις των αρ. 847-870 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν τη σύμβαση εγγυήσεως, προκύπτει ότι, πρόκειται για σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρή, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, η οποία συνάπτεται μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς τη σύμπραξη ή τη συναίνεση του πρωτοφειλέτη. Περιεχόμενο δε αυτής είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος, ενώ σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη, δηλαδή η εξασφάλιση της (ξένης) πιστώσεως του δανειστή προς τον πρωτοφειλέτη. Εγγύηση μπορεί να δοθεί υπό αίρεση ή προθεσμία για κύρια όμως οφειλή που δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία Υπό την ανωτέρω έννοια της συμβάσεως εγγυήσεως είναι φανερό ότι αυτή διαφέρει από την εγγυοδοτική σύμβαση, κατά την οποία παρέχεται εξασφάλιση με μετρητά, χρεώγραφα, (όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.α.), από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή από τον οφειλέτη ή τρίτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτού. Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, δεδομένου ότι η σχέση είναι διμερής μεταξύ του τρίτου ως εγγυοδότη και του δανειστή, καθώς και στην αυτοτέλεια μεταξύ της ευθύνης του εγγυοδότη από την ευθύνη και την ενοχή του πρωτοφειλέτη ενώ, είναι κατά κανόνα αναιτιώδης, διότι η σχέση καλύψεως δεν είναι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση, αλλά το κίνητρο του εγγυοδότη για την ανάληψη υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή. Στην συμβατική εγγυοδοσία, γίνεται δεκτό ότι δεν εφαρμόζονται οι περί εγγυήσεως διατάξεις και δεν απαιτείται η σύνταξη εγγράφου (αρ. 849 ΑΚ). Να σημειωθεί ότι, στις εμπορικές συναλλαγές, συμβαίνει να χρησιμοποιείται και ως μέσον εξασφαλίσεως άλλων απαιτήσεων η έκδοση και παράδοση τραπεζικής επιταγής, που χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλόμενους ως εγγύηση, πλην όμως, ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκάστοτε συμβάσεως θα προκύψει με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ΑΚ και χωρίς προσήλωση στις χρησιμοποιούμενες από τους συμβαλλόμενους λέξεις ή φράσεις. Άλλωστε, ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται πάντοτε από το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της διαγνώσεως της συγκεκριμένης εκάστοτε υποθέσεως. Η κατά τα παραπάνω οικονομική λειτουργία της επιταγής δεν συμπορεύεται, βέβαια, με τον κατά το ισχύον δίκαιο σκοπό αυτής, ως μέσου πληρωμής, όμως δεν επιδρά κατά νόμο και στην εγκυρότητα του τίτλου και στην εφαρμογή των διατάξεων του νόμου περί επιταγής. Ενόψει αυτών, αν ο οφειλέτης στα πλαίσια εγγυοδοτικής σύμβασης, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του από σύμβαση, παραδώσει στον δανειστή επιταγή εκδόσεως τρίτου, που βρίσκεται νομίμως στην κατοχή του (οφειλέτη), η ευθύνη του τελευταίου είναι κύρια και όχι παρεπόμενη. Στην τελευταία περίπτωση, από μόνη την παράδοση της επιταγής, δεν δημιουργείται μεταξύ του δανειστή και του τρίτου (εκδότη της επιταγής), συμβατικός δεσμός και μάλιστα εκείνος της εγγυήσεως, εκτός και αν συντρέχουν και άλλα στοιχεία από τα οποία να δικαιολογείται ότι ο τελευταίος με σύμβαση ανέλαβε απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Έτσι αυτός (εκδότης) θα ευθύνεται μόνο από την επιταγή, όχι όμως και από την σύμβαση της εγγύησης, για την έγκυρη σύσταση της οποίας απαιτείται έγγραφο.
5. Στην κρινόμενη υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Με το από 7-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος στην παρούσα δίκη δεν είναι διάδικος και δραστηριοποιείται ως εργολάβος-μηχανικός στο χώρο της κατασκευής οικοδομικών έργων, καταρτίστηκε σύμβαση (άτοκου) δανείου, στα πλαίσια της οποίας ο πρώτος κατέβαλε στον δεύτερο το ποσό των 339.000 ευρώ, προκειμένου ο τελευταίος να αποπερατώσει την κατασκευή δύο πολυώροφων οικοδομών, που βρίσκονται επί των οδών ... και ... στο Νέο Κόσμο και επί της οδού ... αριθ. 17-19, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τους όρους του ίδιου ως άνω συμφωνητικού, ορίστηκε ετήσια προθεσμία αποπληρωμής του δανείου, ήτοι ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώσει το ποσό του δανείου, με μια τουλάχιστον δόση, μέχρι και 7-10-2005. Ωστόσο, παρά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας και τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη σε καμία καταβολή προς εξόφληση του ποσού των 339.000 ευρώ, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Προς εξασφάλιση της απορρέουσας από την σύμβαση δανείου απαίτησης του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε τη με αριθ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας Πειραιώς, ισόποσης του δανείου ονομαστικής αξίας, δηλαδή 339.000 ευρώ, εκδότρια της οποίας είναι η τρίτη εναγόμενη που ενήργησε ως διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-10-2005, σε διαταγή του ενάγοντα πληρωτέα από τον τηρούμενο στην ως άνω τράπεζα με αριθμό ... λογαριασμό, η οποία μολονότι εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 10¬-10-2005, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας που τάχθηκε προς αποπληρωμή του δανείου, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων, γεγονός που βεβαιώθηκε την ίδια ημέρα στο σώμα αυτής από τους αρμόδιους υπαλλήλους της παραπάνω τράπεζας. Στην εταιρεία αυτή πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου ήταν ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε και συγγενική σχέση με την τρίτη εναγόμενη, ως αδελφός του συζύγου της. Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η ίδια συνήψε με τον ενάγοντα σύμβαση εγγύησης με βάση την οποία εγγυήθηκε την πληρωμή του ποσού του δανείου που έλαβε ο πρώτος εναγόμενος και εξαιτίας της έλλειψης εγγράφου αυτή είναι άκυρη ουδόλως αποδείχτηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα και από το ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η αστική ευθύνη της τρίτης εναγομένης, ως εκδότριας ακάλυπτης, δεν είναι ευθύνη εξ επιταγής ή από σύμβαση, αλλά αδικοπρακτική (914 επ ΑΚ). Επίσης, ο ισχυρισμός της περί νόθευσης της εν λόγω επιταγής από μέρους του πρώτου εναγόμενου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Η παραπάνω άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι ύστερα από σχετική μήνυση της τρίτης εναγόμενης κατά του πρώτου εναγόμενου για κακουργηματική απάτη και νόθευση της παραπάνω επιταγής, εκδόθηκε το με αριθ. 2061/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του πρώτου εναγόμενου. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγόμενη κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής γνώριζε ότι στον τηρούμενο από τη δεύτερη εταιρία λογαριασμό της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσης της, ούτε επρόκειτο να υπάρξουν στο νόμιμο για την εμφάνιση της χρονικό διάστημα των οκτώ (8) επόμενων ημερών, διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, παρόλα δε αυτά προέβη στην έκδοση της. Κατά συνέπεια, αυτή ενεργούσε με δόλο κατά το χρόνο έκδοσης της, επιδεικνύοντας αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντα νόμιμου κομιστή της επιταγής αυτής. Με τα δεδομένα αυτά, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθούν η δεύτερη και τρίτη από τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα ο καθένας σε ολόκληρο συνολικά το χρηματικό ποσό των τριακοσίων τριάντα εννέα χιλιάδων (339.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και να απαγγελθεί σε βάρος της τρίτης εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης". Με τις ως άνω κρίσεις του, το Εφετείο: 1) ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις (71, 914 ΑΚ, 79 Ν. 5960/1933) ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα περιέχει αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή: α) με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ως νομίμου εκπροσώπου της "Μ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σε διαταγή του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου, από τη σύμβαση δανείου, εν γνώσει της ότι δεν είχε η υπ' αυτής εκπροσωπούμενη εταιρία, αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής, β) με την εμφάνιση και την μη πληρωμή της επιταγής, γ) με την ιδιότητα, υπό την οποία ενεργούσε ο ενάγων, του λήπτη της επιταγής, με την παράδοση του τίτλου από αρχικό, ως άνω λήπτη εις διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί, και επομένως νόμιμου κομιστή αυτής και δ) με την ζημία που προκλήθηκε στον τελευταίο η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πράξη της αναιρεσείουσας. Και 2) ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 847, 849, 180 281, 288, 300 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των ως άνω διατάξεων, που δεν που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλη του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
6. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο, δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τους δεύτερο και τρίτο, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, λόγους της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που είχαν προταθεί παραδεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση της δίκης, με επιζήμιο γι' αυτήν αποτέλεσμα. Ειδικότερα: 1) την έλλειψη της ευθύνης της, καθόσον η αιτία εκδόσεως της επιταγής ήταν άκυρη, λόγω της μη έγγραφης κατάρτισης της εγγύησης, με αποτέλεσμα να μη έχει υποστεί ζημία ο ενάγων και 2) ότι σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν ζημιώθηκε, καθόσον αυτός άσκησε αγωγή κατά του δανειολήπτη που έγινε δεκτή, και 3) εφόσον επέλεξε, ο ενάγων, την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, από το τη σύμβαση δανείου, δεν μπορεί να στραφεί και κατ' αυτής από την αδικοπραξία. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, ο πρώτος διότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου στηριζόταν στην αδικοπραξία και όχι στη σύμβαση εγγυήσεως και ο σχετικός, περί ακυρότητας αυτής, ισχυρισμός ήταν αλυσιτελής. Σε κάθε περίπτωση όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, έλαβε υπόψη τον ως άνω, ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχτηκε ότι δεν είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εγγυήσεως. Ο δεύτερος, διότι δεν αποτελεί "πράγμα" κατά τη προεκτεθείσα έννοια του όρου, αφού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Ο τρίτος των ισχυρισμών αυτών είναι μη νόμιμος. Τούτο διότι, δεν πρόκειται για διαζευκτική ενοχή, υπό την έννοια ότι οφείλονται περισσότερες παροχές, ώστε η επιλογή της μιας να αποκλείει την επιδίωξη της άλλης. Πρόκειται για συρροή αξιώσεων και για να επέλθουν τα αποτελέσματα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν αρκεί η επιδίωξη της απαίτησης από το δάνειο, αλλά και ικανοποίηση αυτής είτε με καταβολή είτε η με άλλο τρόπο απόσβεση του λόγω δανείου οφειλομένου ποσού, για την οποία δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι έλαβε χώρα. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2011 αίτηση για αναίρεση της αριθ. 2379/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ