1804/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 11-11-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
Legislator headnote
AI generated1804/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 11-11-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εθνική Τράπεζα, παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου. Η εκ μέρους του εργοδότη απαίτηση συγκεκριμένης προϋπηρεσίας σε θέση διεύθυνσης, ως προϋπόθεσης για την εισαγωγή των προς προαγωγή υπαλλήλων σε κρίση προς κατάληψη ανώτερης θέσης στη διοικητική ιεραρχία, δεν είναι σύννομη, ως μη προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Υπηρεσίας. Παρά ταύτα, στοιχειοθετείται παραβίαση των ορισμών της ΑΚ 281 όταν από τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου ως προς τα προσόντα των συγκρινόμενων υπαλλήλων προκύπτει απλή και όχι καταφανής υπεροχή του υπαλλήλου που παραλείφθηκε έναντι εκείνων που προήχθησαν. Αναιρεί.
Αριθμός 1804/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 27η Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2165/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1168/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτηση και τους από 5-10-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 11-11-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4 και 9, 3 παρ.1 και 4, 9 παρ.1 και 2, 10 παρ.1 και 5 και 11 παρ.1, 2 και 3 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρωθεί με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιευθεί στο ΦΕΚ Α' 267/26-9-1953 και αποκτήσει ισχύ νόμου μέχρι την 12-3-2001 (οπότε, καταργήθηκε με το άρθρο 46 παρ.2 του ν. 2956/2001, ίσχυε, όμως, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις από το βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω διενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του Διοικητή, εφ' όσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή, τουλάχιστον, ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, στη διαδικασία των προαγωγών, εκτός από τις εν λόγω τυπικές προϋποθέσεις, ήτοι την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης και την προηγούμενη, τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, δεν είναι θεμιτό να προστίθενται άλλες, όπως η προηγούμενη, πραγματική άσκηση διευθυντικών καθηκόντων σε θέση κλιμακίου αυξημένης ευθύνης για ορισμένο, ελάχιστο χρονικό διάστημα, διότι μια τέτοια προσθήκη, τυχόν υιοθετούμενη, δεν θα έβρισκε έρεισμα στον Οργανισμό Υπηρεσίας, ενώ θα παρείχε έδαφος εισαγωγής αβέβαιων ή μεταβλητών κριτηρίων ως προς την αξιολόγηση των προακτέων υπαλλήλων.
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν για το προσωπικό της την 1-7-2000, έθεσε ως πρόσθετη προϋπόθεση, προκειμένου να εισαχθεί σε κρίση για προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' κάποιος υπάλληλος που είχε συμπληρώσει τριετή, ευδόκιμη, πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', το να έχει προηγούμενη υπηρεσία με διάρκεια είτε (α) ενός έτους σε θέση υποδιευθυντή σε μονάδα διοικήσεως, είτε (β) ενός και ημίσεως έτους σε θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης σε μονάδα διοικήσεως, είτε (γ) ενός έτους σε θέση διευθυντή καταστήματος 4ου ή 5ου κλιμακίου ευθύνης στο Δίκτυο, είτε (δ) δύο ετών σε θέση υποδιευθυντή καταστήματος 3ου ή 4ου κλιμακίου ευθύνης στο Δίκτυο.
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δεν πληρούσε κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, με συνέπεια να μην εισαχθεί σε κρίση κατά την 1-7-2000 και να μην προαχθεί. Ότι η θέσπιση των ως άνω, διαζευκτικώς τεθειμένων προϋποθέσεων δεν προβλεπόταν από τον Οργανισμό Υπηρεσίας και ως εκ τούτου ήταν αυθαίρετη και δεν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2165/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, δικάζοντας εκ νέου την ένδικη, από 20-3-2006 αγωγή, συνέκρινε τον αναιρεσίβλητο με τους υπ' αυτού προβληθέντες και τότε προαχθέντες συναδέλφους του, περί των οποίων γίνεται λόγος στη συνέχεια της παρούσας.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι αβάσιμοι.
3. Σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγουμένη σκέψη και αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ, η κρίση για την προαγωγή γίνεται με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο εκάστου υπαλλήλου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα δελτία ποιότητας που συντάσσονται κάθε έτος και περιέχουν κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία, καθώς και τη συμπεριφορά του κρινομένου προς τους συναδέλφους και την πελατεία.
Η σύγκριση των προς προαγωγή υπαλλήλων αποτελεί αξιολογική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, παρά μόνον υπό τους όρους της καταχρήσεως δικαιώματος, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν κατά τις προαγωγικές κρίσεις παραλείπεται κάποιος υπάλληλος, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς προαγωγή και αντ' αυτού προάγεται άλλος, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταδήλως, έτσι ώστε, κατ' αντικειμενική κρίση, η παράλειψή του να αποβαίνει κατάφορα άδικη.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διαπράττει αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Οπότε, εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει αφ' ενός μεν την αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί αναδρομικά στον ανώτερο βαθμό και αφ' ετέρου την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω της αδικαιολόγητης στέρησης των υπέρτερων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (ΑΚ 297, 298) ή/και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΚ 932).
Η απόφαση του δικαστηρίου, που προβαίνει στην αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα αφ' ενός του υπαλλήλου που έχει παραλειφθεί και αφ' ετέρου των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων αυτού, που έχουν προαχθεί (ΑΠ 1910/2008).
Οι παραδοχές ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη των προσόντων αποτελούν ουσιαστική κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Η διάγνωση, όμως, περί του εάν υπό τις συγκεκριμένες παραδοχές ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε σύγκριση με τους συναδέλφους του που έχουν προαχθεί συνιστά υπαγωγική κρίση περί της συνδρομής των όρων εφαρμογής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και, εάν είναι εσφαλμένη, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) έχει πτυχίο της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς από το έτος 1978 και, επί πλέον, δίπλωμα Στατιστικής της ίδιας Σχολής.
Ότι γνωρίζει μετρίως την αγγλική γλώσσα (επίπεδο 3/9). Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εναγομένης τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) την 19-11-1971 και, αφού εξελίχθηκε βαθμολογικά, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-1-1993. Ότι κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε τέσσερα (4) σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι από την πρόσληψή του και επί μία τριετία υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του καταστήματος της οδού Σόλωνος, ενώ από τον Ιανουάριο 1975 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Πληροφορικής της εναγομένης και τοποθετήθηκε στην υπηρεσία χορηγήσεων και εγγυητικών επιστολών.
Ότι από τον Ιούνιο 1984 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής, ήτοι σε θέση 7ου κλιμακίου ευθύνης. Ότι από το έτος 1989 του ανατέθηκε επιπροσθέτως η εποπτεία της υπηρεσίας λογαριασμών χρηματοδοτουμένης πελατείας, καθώς και της υπηρεσίας λογιστικής καταστάσεως και ημερολογίου. Ότι από την 13-12-1990 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του τμήματος χορηγήσεων, καταθέσεων και επεξεργαζόμενων επιταγών, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης, ενώ από την 31-10-1997 ορίσθηκε ως επικεφαλής της ομάδας ανάκτησης λογιστικών στοιχείων.
Ότι από την 24-2-2000 τοποθετήθηκε σε θέση υποδιευθυντή στην Υποδιεύθυνση εισαγωγής και ελέγχου στοιχείων, ήτοι σε θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης. Ότι στα δελτία ποιότητας της επιθεώρησής του κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1988 ως 1994 χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το πολύ υψηλό ποσοστό ανταπόκρισης 133/140.
Ότι οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "πολύ ικανό και αξιόλογο στέλεχος, με πλούσια πνευματικά προσόντα, με άριστη γνώση των τραπεζικών εργασιών και εξαίρετο χαρακτήρα και ήθος" και αποφαίνονται ότι "κατευθύνει σωστά τους υφισταμένους του και δίνει στα προβλήματα που ανακύπτουν σωστές και αποτελεσματικές λύσεις, χωρίς ευθυνοφοβία, παίρνοντας τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες" και ότι "είναι ήδη έτοιμος να αναλάβει άμεσα ανώτερη θέση από αυτήν που κατέχει".
Ότι στις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2000 για το βαθμό του Υποδιευθυντή Β', το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, διότι λόγω της πρόσθετης προϋπόθεσης της προηγούμενης άσκησης διευθυντικών καθηκόντων, η οποία δεν έπρεπε να απαιτηθεί (βλ. παραπάνω, αρ.1), δεν τον εισήγαγε προς κρίση, ενώ εισήγαγε προς κρίση και προήγαγε μεταξύ άλλων και τους παρακάτω δύο (2) συναδέλφους του, οι οποίοι προτείνονται με την αγωγή προς σύγκριση.
Ότι ο εξ αυτών Β. Ζ. έχει πτυχίο Ανωτέρας Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων (ΚΑΤΕΕ), γνωρίζει μετρίως τη γαλλική γλώσσα (επίπεδο 4/9), προσλήφθηκε την 16-2-1973, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-1-1996 και κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε έξι (6) σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 9-7-1987 ως προϊστάμενος υπηρεσίας, ήτοι σε θέση 8ου κλιμακίου ευθύνης, από 5-4-1995 ως Υποδιευθυντής του καταστήματος στην Ομόνοια, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης και από 26-2-1999 ως Διευθυντής του καταστήματος στο Περιστέρι, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης, την οποία κατείχε κατά το χρόνο της προαγωγής του.
Ότι στο φύλλο ποιότητας της επιθεώρησής του κατά το έτος 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το ποσοστό ανταπόκρισης 130,33/140 (κατά μέσο όρο). Ότι οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "συγκροτημένο, σοβαρό και με ευκολία προσαρμογής στέλεχος, που κατέβαλε φιλότιμες και αποτελεσματικές προσπάθειες για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος" και αποφαίνονται ότι "ανταποκρίνεται άψογα στα καθήκοντα του Διευθυντή καταστήματος 5ης κατηγορίας, ενώ μελλοντικά μπορεί άνετα να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του Διευθυντή καταστήματος 4ης κατηγορίας".
Ότι ο εκ των προς σύγκριση Γ. Κ. απέκτησε πτυχίο του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας την 12-4-2000, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, (επίπεδο 7/9), προσλήφθηκε την 6-10-1975, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-7-1997 και κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε οκτώ (8) σεμινάρια επιμόρφωσης.
Ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 31-12-1986 ως Διευθυντής του καταστήματος στην Αξιούπολη, ήτοι σε θέση 7ου κλιμακίου ευθύνης, από 28-6-1994 ως προϊστάμενος τμήματος στη Δ' Περιφερειακή Διεύθυνση, ήτοι σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης και από 4-1-1999 ως Διευθυντής του καταστήματος στις Σέρρες, ήτοι σε θέση 4ου κλιμακίου ευθύνης, την οποία κατείχε κατά το χρόνο της προαγωγής του.
Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του μέχρι το έτος 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος, ενώ στα αντίστοιχα των ετών 1997-1999 η υπηρεσιακή του απόδοση βαθμολογείται με το ποσοστό ανταπόκρισης 132,66/140 (κατά μέσο όρο). Ύστερα από τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα προαναφερθέντα συγκριτικά στοιχεία ο αναιρεσίβλητος, κατά τις κρίσεις της 1-7-2000, στις οποίες θα έπρεπε να έχει εισαχθεί προς αξιολόγηση και προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', υπερείχε καταφανώς σε σύγκριση με τους ως άνω προαχθέντες συναδέλφους του, διότι α) έναντι του Β.
Ζ. ήταν αρχαιότερος ως προς το διορισμό (κατά ενάμισι, περίπου, έτος) και ως προς την προαγωγή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' (κατά τρία έτη) και είχε αναλάβει νωρίτερα την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, όπως προαναφέρθηκε, ενώ υστερούσε στον αριθμό παρακολούθησης σεμιναρίων επιμόρφωσης και ήταν ισοδύναμος στη γνώση της ξένης γλώσσας και β) έναντι του Γ.
Κ. ήταν αρχαιότερος ως προς το διορισμό (κατά τέσσερα έτη) και ως προς την προαγωγή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' (κατά τεσσεράμισι έτη) και είχε αναλάβει νωρίτερα την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, όπως προαναφέρθηκε, ενώ υστερούσε στον αριθμό παρακολούθησης σεμιναρίων επιμόρφωσης και στη γνώση της ξένης γλώσσας και ήταν ισοδύναμος στη βαθμολογία και τους τίτλους σπουδών.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2000, η με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' τους ως άνω δύο (2) συναδέλφους του αναιρεσιβήτου και να παραλείψει αυτόν τον ίδιο υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, με συνέπεια να είναι καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΚ 281).
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, υπό τα περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή σε σχέση με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των ως άνω υπαλλήλων, προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε έντονα των προς σύγκριση συναδέλφων του μόνο ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα και ως προς το χρόνο, από τον οποίο άρχισε να υπηρετεί σε θέσεις ευθύνης της κεντρικής υπηρεσίας.
Ουδόλως υπερείχε, όμως, ως προς την άσκηση καθηκόντων σε θέσεις διεύθυνσης εντός του Δικτύου των καταστημάτων της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι είχε αναλώσει την υπηρεσία του στη Διεύθυνση Πληροφορικής, χωρίς να αποκτήσει ουσιαστική εμπειρία τραπεζικών εργασιών με συναλλαγές προς την πελατεία, την οποία είχαν αποκτήσει οι ως άνω υπάλληλοι που πήραν προαγωγή κατά τις κρίσεις της 1-7-2000.
Εν όψει, λοιπόν, του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, για την κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' είχε προέχουσα σημασία η ικανότητα στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων, η χρονικώς μεγαλύτερη υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου σε θέσεις ευθύνης χωρίς την άσκηση τέτοιων καθηκόντων δεν προσέδιδε σ' αυτόν καταφανή, αλλά μόνο απλή υπεροχή έναντι των ως άνω συναδέλφων, οι οποίοι [αν και κατά τι αργότερα από άποψη ανάληψης θέσεων ευθύνης, λόγω του ότι και αργότερα είχαν προσληφθεί στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας] είχαν ασκήσει πραγματική διοίκηση στο Δίκτυο των καταστημάτων και είχαν αποκτήσει τη συναφή εμπειρία.
Κατόπιν αυτού, η άσκηση του δικαιώματος του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας να προαγάγει κατά τις κρίσεις της 1-7-2000 τους ως άνω δύο υπαλλήλους και όχι τον αναιρεσίβλητο [ο οποίος προήχθη κατά τις κρίσεις που επακολούθησαν την 1-1-2001] δεν υπερέβαινε προφανώς τα όρια που καθορίζονται στην ΑΚ 281 και δεν μπορούσε να στηρίξει βασίμως τις ένδικες αξιώσεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1168/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ