1804/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1804/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ( άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8686/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 19-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδάφιο α' ορίζει ότι "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112 (που ορίζει ότι " η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου"), ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του β.δ.
της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνωνται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως" και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α' του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.
ΑΠ 26/1992). Η καταγγελία, όταν γίνεται από την πλευρά του μισθωτού παρουσιάζεται με την ειδικότερη μορφή της παραίτησης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, μπορεί να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Στην περίπτωση της δικαζόμενης διαφοράς, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων εξέθεσε στην ένδικη από 27-1-2004 αγωγή του τα ακόλουθα:
Στις 10-5-1982 προσλήφθηκε ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την Τράπεζα Εργασίας, στην οποία και απασχολήθηκε μέχρι τις 22-7-1988.Στη συνέχεια απασχολήθηκε στην Τράπεζα Κρήτης έως και τις 20-2-1991, οπότε επαναπροσλήφθηκε στην Τράπεζα Εργασίας, η οποία απορροφήθηκε με συγχώνευση από την εναγομένη.
Στην τελευταία υπηρέτησε αυτός με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Στις 2-7-2003 υπέβαλε στην εναγομένη, ως καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριάς του (Τράπεζας Εργασίας) την από 1-7-2003 έγγραφη δήλωσή του, με την οποία κατάγγειλε τη μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση εργασίας, ως έχοντας συμπληρώσει σ' αυτήν, κατόπιν αθροίσεως των προαναφερόμενων διακεκριμένων χρονικών διαστημάτων ( 10-5-1982 έως 22-7-1988 και 20-2-1991 έως 27-7-2003), συνολική υπηρεσία πλέον των 15 και συγκεκριμένα των 18 ετών και προσδιόρισε ως χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 28-7-2003.Καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διέδραμε από την ανεπιφύλακτη εκ μέρους της εναγομένης παραλαβή της παραπάνω δηλώσεώς του (2-7-003) έως την αποχώρησή του ( 28-7- 2003) η εναγομένη καμιά, έστω και στοιχειώδη, εναντίωση ή κάποια τυπική αντίρρηση προέβαλε, ώστε να συνάγεται σιωπηρή , πλην όμως σαφής συγκατάθεσή της, στην κατά τα ως άνω αποχώρησή του.
Αποτέλεσμα της προαναφερόμενης έγγραφης δήλωσής του ήταν να επέλθει η λύση της ανωτέρω συμβάσεως εργασίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α'ν.3198/1955, δικαιουμένου μετά ταύτα να λάβει το 50 % της οριζόμενης από το νόμο αποζημιώσεως την οποία και ζήτησε αυτός από την εναγομένη. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, ότι ουδεμία υποχρέωση της εναγομένης υφίσταται στην πληρωμή της αποζημιώσεως που ζήτησε ο ενάγων με την αγωγή του, δεδομένου ότι με βάση τα επικαλούμενα από αυτόν και προεκτιθέμενα κρίσιμα περιστατικά, δεν συνέτρεχε η , πλην των άλλων, απαιτούμενη για την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, προϋπόθεση της συνεχούς και όχι κατ' άθροιση επιμέρους χρονικών διαστημάτων υπερδεκαπενταετούς υπηρεσίας στην εναγομένη.
Για το λόγο αυτό το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε τη ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, δεν ορίζεται από το νόμο ως προϋπόθεση η συνεχής δεκαπενταετία αλλά η συμπλήρωση δεκαπενταετίας. Δηλαδή δεν αποκλείεται από το νόμο και η διακεκομμένη που κατ' άθροιση των επιμέρους χρονικών διαστημάτων να υπερβαίνει τη δεκαπενταετία, αρκεί να είναι στον ίδιο εργοδότη ακόμη και με την έννοια του άρθρου 6 § 1 του ν. 2112/1920.
Τούτο, άλλωστε, είναι σύμφωνο και προς την προαναφερόμενη γενικότερη αρχή της εύνοιας υπέρ του μισθωτού αναφορικά με το δικαίωμά του για καταγγελία της σύμβασης (παραίτησής του με τη συγκατάθεση του εργοδότη ). Επομένως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του σύμφωνα με το βάσιμο μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ( άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8686/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ