Supreme Court dismisses appeal; right to claim property barred by abuse of right after 33 years.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's property claim. The plaintiff, a co-heir, had held the disputed land for over 33 years without asserting her ownership rights, while the defendant relied on a nominal agricultural lease. The court ruled that the plaintiff's prolonged inaction and subsequent attempt to claim the property constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, violating good faith and social purpose. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiff was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 269 KPolD; Art. 281 AC: The right to claim property is inadmissible if exercised after a long period of inaction, constituting an abuse of right that violates good faith and social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1804 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1804/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Λιάπη.
Των αναιρεσίβλητων: ....., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος την 7-2-2003 αρχικού αναιρεσίβλητου ....., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Παπατσώρη και Νικόλαο Μιλτσανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/ΤΜ/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3318/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, για αναίρεση της 3318/1999 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ μέσα επίθεσης και αμύνης προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα υπό του άρθρου τούτου καθοριζόμενα όρια και σκοπούς, κατά δε την τοιαύτην της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελίωσαν αυτή.
Από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της από το τελευταίο άρθρο (281) ενστάσεως και εντεύθεν για το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, δεν αρκεί όπως τα συγκροτούντα την κατάχρηση περιστατικά προβάλλονται κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον αιτούμενο την απόρριψη της αγωγής εναγόμενο, αλλ' απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της προκυπτούσης καταχρήσεως από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως και για την αιτία αυτή της αγωγής.
Επομένως, μη απορρίψαν το Εφετείο ως απαράδεκτον με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει την τα του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του αναιρεσίβλητου - εναγομένου - εκκαλούντος για το λόγο ότι ο διάδικος αυτός είχε προβάλλει με τις προτάσεις του κατά την πρώτην στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, τα θεμελιούντα την από το άρθρο τούτο ένσταση πραγματικά περιστατικά, την σ' αυτά εδρασμένη καταχρηστική άσκηση υπό της αντιδίκου του - ενάγουσας - του περί ου η ένδικος διεκδικητική αγωγή δικαιώματός της, κατά την οποία (συζήτηση) ζήτησε την λόγω της τοιαύτης καταχρήσεως απόρριψη της αγωγής, την ένσταση δε αυτή πρωτοδίκως απορριφθείσα ως μη νόμιμη επανέφερεν και πρότεινε παραδεκτά και στο Εφετείον ως λόγο εφέσεως, ουδόλως υπέπεσαν στην πλημμέλεια της κατά νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, γι' αυτό και ο περί του εναντίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ με αριθμό 1 λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή με τους 2ο, 6ο, 7ο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8α πλημμέλεια της λήψης υπόψη από το εφετείο πραγμάτων όπως είναι και η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, που δεν προτάθηκαν νομίμως από τον αντίδικο. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, ως προαναφέρθηκε στον άνω 1ο λόγο αναίρεσης, η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα.
Επειδή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αλλά μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης. Επομένως, μόνον η μνεία της αποφάσεως ότι έλαβε υπόψη της τα έγγραφα δεν αρκεί για να καταστήσει βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που τυχόν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Στην δικαζόμενη υπόθεση, από τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου - εναγομένου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως εκκαλών και την με αριθμό 445/15.9.1998 ένορκη βεβαίωση των σε αυτή αναφερομένων δύο μαρτύρων. Το Εφετείο όμως, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι με επίκληση, για την άνω όμως ένορκη βεβαίωση αποσιωπά χωρίς καμμία εξήγηση.
Έτσι είναι απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την βεβαίωση αυτή, και αυτό προκύπτει από το ότι δεν την μνημονεύει ειδικώς, όπως ώφειλε να κάνει αν την ελάμβανε υπόψη. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ με αριθμούς 3 και 8 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους, το Εφετείο έλαβε υπόψη την άνω ένορκο βεβαίωση που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου, γιατί λήφθηκε χωρίς νόμιμη πρόσκληση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας να παραστεί κατ' αυτήν και χωρίς ειδική και νόμιμη επίκλησή της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Περαιτέρω η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, το οποίο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος αγροτικού κλήρου.
Η κυριότητα σε τέτοιο ακίνητο αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).
Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος - κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητα ή συγκυριότητας. Σύμφωνα όμως με τη γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα ο αποκατασταθείς κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστεως νομεύς (πλασματικός) και προστατεύεται με τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του ΑΚ με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις βάσει των άρθρων 984, 987 και 989 αυτού.
Επομένως, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου) ο κληρούχος, που έχει την προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας, δεν παραμένει χωρίς προστασία έναντι του τρίτου ή τρίτων, οι οποίοι παράνομα τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.
Μακρόχρονη συνεπώς αδράνεια του δικαιούχου - κληρούχου να ασκήσει κατά τρίτου τις παραπάνω προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι και η οικειοθελής από αυτόν παραχώρηση της κατοχής του κλήρου, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προεκτεθέντες όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του τρίτου, μετά την μεταγραφή του τίτλου και την συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο δικαιώματος κυριότητος (Ολ.
ΑΠ 8/2001 Ολ. ΑΠ 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος κατά της διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Ο πατέρας των διαδίκων ..... κατά το έτος 1940, μαζί με την σύζυγό του .....
και τα πέντε τέκνα τους, δηλαδή τους δύο διαδίκους, τον ....., την ..... και την ....., ήρθαν ως πρόσφυγες από την τότε Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Βέροια και εγκαταστάθηκαν στον συνοικισμό "....." σε οικία (σήμερα επίδικη) που έκτισε το ζεύγος σε οικόπεδο, έκτασης 522 τ.μ. που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Το έτος 1950 παντρέφθηκε η μεγαλύτερη αδερφή των διαδίκων ....., η οποία με την συναίνεση των γονέων της και όλων των αδερφών της έχτισε οικία στο νότιο τμήμα του οικοπέδου, στην οποία μέχρι και σήμερα κατοικεί με τα τέκνα της, ενώ κατά το έτος 1955 πέθανε ο πατέρας αυτών (διαδίκων). Κατά το έτος 1961 έξάλλου, που ο εναγόμενος ήταν αρραβωνιασμένος με την σημερινή σύζυγό του και επρόκειτο να τελέσουν γάμο, ύστερα από τη συναίνεση όλων των αδερφών του και της μητέρας του, ανήγειρε οικία στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, με δικές του εξ ολοκλήρου δαπάνες, αλλά και με αποκλειστική του επιμέλεια, φροντίδα καθώς και προσωπική του εργασία, στην οποία θα εγκαθίστονταν με την σύζυγό του, αμέσως μετά το γάμο τους.
Όμως επειδή εν τω μεταξύ είχε αρραβωνιαστεί και η ενάγουσα αδερφή του και επρόκειτο γρήγορα να παντρευτεί, ύστερα από παράκληση της μητέρας τους, αλλά και της ίδιας της ενάγουσας, ανέβαλε την τέλεση του γάμου του για μεταγενέστερο χρόνο, μετά την τέλεση του γάμου της αδερφής του αυτής. Και ακόμη, επειδή η τελευταία αντιμετώπιζε πρόβλημα στέγης με τον σύζυγό της μετά τον γάμο τους, δέχθηκε και την δεύτερη παράκλησή της να εγκατασταθεί αυτή στην οικία που εκείνος είχε ανεγείρει για τον εαυτό του και ο ίδιος να εγκατασταθεί με τη σύζυγό του μετά το γάμο τους, οριστικά στην παλαιά πατρική κατοικία (σήμερα επίδικη), στην οποία ήδη διέμενε.
Έτσι ο εναγόμενος από τον Απρίλιο του έτους 1963, που έγινε ο γάμος του με την σύζυγό του, εγκαταστάθηκε στην παλαιά πατρική τους οικία, αφού στην οικία που ο ίδιος είχε ανεγείρει με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, είχε προηγουμένως εγκατασταθεί η αδερφή του ενάγουσα με τον σύζυγό της, μετά την συμφωνία και την άδεια εκείνου (εναγομένου).
Στην παλαιά οικία με τον εναγόμενο διέμενε μέχρι το έτος 1965, που τέλεσε γάμο και η μικρότερη αδερφή τούτου ....., ενώ η μητέρα τους διέμενε στην οικία αυτή, διατρεφόμενη και περιθαλπόμενη από τον γιό της αυτό, μέχρι το έτος 1981 που πέθανε, ο ίδιος δε αυτός (εναγόμενος) διέμενε σ' αυτήν με την σύζυγό του και τα τέκνα του μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής (4.6.1996) αλλά και μετά από αυτήν, δηλαδή επί 33 και πλέον έτη, όπως και η ενάγουσα κατά τα ίδια αυτά έτη διέμενε στην άλλη οικία που της είχε παραχωρήσει, όπως προεκτέθηκε, ο αδερφός της αυτός, καθένας δε από τους δύο αυτούς, όλο αυτό τον χρόνο θεωρούσε την οικία, στην οποία διέμενε δική του.
Εξάλλου, ο εναγόμενος στην οικία που διέμενε όλα τα παραπάνω χρόνια και εξακολουθεί να διαμένει μέχρι σήμερα, από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασής του σ' αυτήν ενήργησε διάφορες δαπάνες, άλλες αναγκαίες και άλλες επωφελείς. Έτσι κατά το έτος 1963 άλλαξε ολόκληρο το ξύλινο σκελετό της στέγης καθώς και τα παλιά κεραμίδια αυτής με καινούργια, δαπανώντας το σημαντικό για την περίοδο εκείνη χρηματικό ποσό των 250.000 δρχ.
Ακόμη το επόμενο έτος (1978) έστρωσε όλο το χωμάτινο μέρος της οικίας με τσιμέντο, ενώ εκείνο που ήταν στρωμένο και είχε φθαρεί το ξανάστρωσε, όπως και τον περιβάλλοντα χώρο, αυτής (οικίας) δαπανώντας 50.000 δρχ. Επίσης το έτος 1980 ο εναγόμενος κατασκεύασε καινούργιο λουτροκαμπινέ δαπανώντας 150.000 δρχ. και ακόμη αντικατέστησε όλα τα επιχρίσματα (σοβάδες) της οικίας με νέα επίστρωση επειδή είχαν φθαρεί και έπεφταν και δαπάνησε 50.000 δρχ.
Τέλος, κατά το έτος 1988 τοποθέτησε στην οικία κουζίνα "κομπλέ" με ντουλάπια, βρύσες, πλακάκια κλπ, δαπανώντας το συνολικό ποσό των 600.000 δρχ. Όλες δε τις παραπάνω δαπάνες του εναγομένου που έγιναν, όπως προεκτέθηκε, σταδιακά κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των 35 ετών τις γνώριζε καλά η ενάγουσα, αφού έγιναν υπό τα όμματά της, καθόσον καθ' όλο το προαναφερόμενο διάστημα αυτή διέμενε στην πιο πάνω οικία της που βρίσκεται στο ίδιο οικόπεδο με εκείνη του εναγομένου και μάλιστα σε απόσταση ολίγων μέτρων από αυτήν.
Πλην όμως ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε προέβαλε οποιαδήποτε αξίωση στην οικία που διέμενε ο εναγόμενος την οποία αυτός αξιοποίησε με τις πιο πάνω δαπάνες, ή στο οικόπεδο που καταλαμβάνει αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1984, μετά από σχετική αίτηση της εναγούσης της παραχωρήθηκε κατά κυριότητα ολόκληρο το οικόπεδο στο οποίο βρίσκονται και οι τρεις παραπάνω οικίες των τριών αδερφών, δηλαδή οι δύο των διαδίκων καθώς και η μια της αδερφής τους ....., βάσει του 21916/29.6.1984 τίτλου κυριότητας της Δ/νσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Ημαθίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας και έτσι έγινε κυρία τόσο του οικοπέδου ολόκληρου, όσο και των τριών επ' αυτού οικιών, πλην όμως και μετά την έκδοση του τίτλου αυτού η συμπεριφορά της ενάγουσας έναντι του εναγομένου εξακολούθησε να είναι η ίδια όπως και προηγουμένως, δηλαδή εξακολούθησε να ανέχεται χωρίς καμμία διαμαρτυρία την κατοχή εκ μέρους αυτού (εναγομένου) της επίδικης οικίας με το οικόπεδό της και την συνέχιση από αυτόν της διενέργειας των δαπανών και βελτιώσεων στην οικία και τον περιβάλλοντα χώρο της.
Όμως μετά πάροδο τετραετίας από την έκδοση του τίτλου κυριότητας εξ αφορμής φραστικού επεισοδίου μεταξύ του γιού της ενάγουσας και του εναγομένου, που είχε σχέση με το δικαίωμα κυριότητας στο οικόπεδο, οι σχέσεις των διαδίκων ψυχράνθηκαν και ο εναγόμενος στη συνέχεια αμφισβήτησε την αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας σ' ολόκληρο το οικόπεδο και τις επ' αυτού οικίες.
Στο πλαίσιο δε αυτής της αμφισβήτησής του εντάσσονται και η ένσταση τούτου κατά της 3444/1981 απόφασης της Επιτροπής απαλλοτριώσεων Βέροιας, βάσει της οποίας παραχωρήθηκε στην ενάγουσα το οικόπεδο όταν πληροφορήθηκε την έκδοσή της και μετά την απόρριψη αυτής οι διαδοχικές προσφυγές που αυτός άσκησε ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων προς ακύρωση της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, που και αυτές απορρίφθηκαν.
Όλες δε αυτές οι ενέργειές του επιβεβαιώνουν την καλή του πίστη επί της νομής του στο επίδικο. Ύστερα απ' όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ναι μεν η ενάγουσα είναι κυρία του επιδίκου οικοπέδου με την οικία, πλην όμως η πιο πάνω επί 33 και πλέον έτη συμπεριφορά της ενάγουσας, όπως και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε από την συμπεριφορά αυτή, όχι μόνο δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας του δικαιώματος να εγείρει την ένδικη αγωγή, μετά πάροδο μάλιστα τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, αν ληφθεί υπόψη και το συμφέρον του εναγομένου, αλλά αντίθετα η άσκηση αυτού (δικαιώματος), κατά τους κανόνες του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του και της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, γίνεται αφορμή αδικίας εξαιτίας των επαχθών συνεπειών, τις οποίες συνεπάγεται για τον εναγόμενο - εκκαλούντα η ανατροπή της οικονομικής καταστάσεως που δημιούργησε σ' αυτόν η ενάγουσα - εφεσίβλητη αδερφή του με την συμπεριφορά της.
Μετά απ' όλα αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα της αναιρεσείουσας - ενάγουσας για αναγνώριση της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και δέχθηκε σχετική ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, που μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμο, κατά παραδοχή της έφεσης, με την οποία νόμιμα επαναφέρθηκε η εν λόγω ένσταση, απέρριψε την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού πράγματι με βάση τις παραδοχές του η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας προς διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν πλήττεται η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης από το ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κλήρο, η δε κληρούχος ενάγουσα οικειοθελώς το είχε παραχωρήσει κατά το έτος 1963 κατά κατοχή και εκμετάλλευση χωρίς έκτοτε να ασκήσει την αξίωσή της από την κατά το άρθρο 79 παρ. 2 του αγροτικού κώδικα πλασματική νομή της στο επίδικο και η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της (πριν και μετά την απόκτηση της κυριότητος) δημιούργησε στον αναιρεσίβλητο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού το δικαίωμα διεκδικήσεως.
Διέλαβε δε το Εφετείο σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικά με την παραδοχή της ενστάσεως κατάχρησης δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους 4ο, 5ο και 9ο αντίστοιχα λόγους αναίρεσης του αναιρετηρίου που είναι, συνεπώς, απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.11.2002 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3318/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ