Legislator Case Law & Legislation
1803/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, rejecting factual review of lower court's evidence assessment.

Case Number 1803/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Vodafone against a First Instance Court judgment in a lease dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly assessed evidence regarding access to the leased premises and alleged procedural delays caused by the pandemic. The court rejected these claims, stating that factual evaluations and evidence assessments are not subject to review on appeal and that the lower court's decision was based on proven facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: Appeals against judgments in lease disputes cannot challenge the factual evaluation of evidence or the conclusions drawn from it, as such assessments are not subject to review on appeal.

Keywords

AI generated
lease dispute appeal admissibility factual evaluation evidence assessment Code of Civil Procedure procedural timeline pandemic impact

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 to 657 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1, 741 and 769 of the Code of Civil Procedure
Article 74 paragraph 1 of Law 4690/2020
Article 559 paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" και δ.τ. "VODAFONE - PANAFON", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Θεοδοσοπούλου

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κοντογεώργη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6505/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2021 αίτησή της και τους από 13-2-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση α) η από 4-3-2022 και με αριθμ.καταθ.3299/17-5-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.6505/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), η οποία ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 741 και 769 του ΚΠολΔ), απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί εκπρόθεσμης άσκησής της.

Ειδικότερα: Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104): "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020- 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" (ΑΠ 40/2022), ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00 (Β` 1194), δηλ.

η 6-4-2021" (ΑΠ 626/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 20-1-2021, ενώ η αίτηση κατατέθηκε την 17.5.2021, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Διότι ,η προθεσμία αυτή, κατά τα προαναφερθέντα, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων άρχισε να τρέχει την 7-4-2021 και, θα έληγε 16-5-2021 (ήτοι μετά παρέλευση 30 + 10 ημερών ), η οποία ήταν ημέρα εξαιρετέα (Κυριακή) και επομένως η προθεσμία έληγε την επομένη μη εξαιρετέα ημέρα ήτοι την 17-5-2021 (αρθρ. 144 ΚΠολΔ), και β) το από 13-2-2024 και με αρ.

καταθ. 31/13-2-2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της με αριθμ.6505/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ . Με τα ως άνω δικόγραφα προσβάλλεται η με αριθμό 6505/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), και πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).

Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6505/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" και κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΣΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", την από 17-12-2018 και με αρ.καταθ. 119112/2229/2018 αγωγή του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι με το από 17-10-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης εκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, τους αναφερόμενους χώρους πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Ν.

Ηράκλειο Αττικής, επί της οδού ..., προκειμένου αυτοί να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία τηλεπικοινωνιακού σταθμού της, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών (από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2024), με μηνιαίο μίσθωμα 981,23 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, κατά την αναφερόμενη συμφωνία τους.

Ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης επικαλούμενη σπουδαίο λόγο και δη την αδυναμία εκδόσεως εγκρίσεως εγκαταστάσεως δομικών κατασκευών για τον σταθμό της από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής. Επικαλούμενος, δε, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι ο προβληθείς σπουδαίος λόγος δεν προβλέπεται στο μεταξύ τους καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα μισθώματα από το μήνα Μάιο μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του 2018, συνολικού ποσού 8.123,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1164/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού η ως άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ανταγωγή, που άσκησε η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο (με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 19800 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, διότι στερήθηκε παράνομα τη χρήση του μισθίου), απορρίφθηκε η ανταγωγή ως απαράδεκτη και η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η από 18-12-2019 και με αριθμ. καταθ. 112648/8844/2019 έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε , αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.213,76 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν ,δε, το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Και τούτο διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης δεν εξαρτάται από την ορθότητα των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1193/2023, ΑΠ 1500/2022).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση ,έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1193/2023,ΑΠ 681/2023,ΑΠ 901/2019).

Επίσης, και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Διαφορετικά, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης και τον δεύτερο (ως προς το δεύτερο σκέλος του), πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752, 766 ΑΚ, 15 και 44 π.δ 34/1995.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ,ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όπως, επίσης, (δεν αναφέρεται) και ποιές είναι ακριβώς οι ελλείψεις και ασάφειες στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλόμενης, έτσι ώστε να στερείται αυτή νόμιμης βάσης λόγω ασάφειας (ανεπάρκειας) του αποδεικτικού της πορίσματος.

Σε κάθε περίπτωση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των εν λόγω ισχυρισμών στο άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον οι αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο της ένδικης μίσθωσης.

Περαιτέρω, το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023 ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1446/2022,19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009).

Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 739/2011)

Στη προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του) πρόσθετους λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως κατά λέξη αναφέρει, "δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό, συγκεκριμένα αγνόησε γεγονότα περιεχόμενα σε αυτόν τον ισχυρισμό και ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς παραλείποντας να αναφέρει τον επικαλούμενο από αυτές (εναγόμενες) λόγο της προγενέστερης εκ μέρους τους και από 15-5-2018 καταγγελίας, ήτοι τα πολεοδομικά προβλήματα του κτιρίου, αποτυπώνει ελλιπώς τον λόγο καταγγελίας".

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο ισχυρισμός με τα προς θεμελίωση αυτού, πραγματικά περιστατικά, όπως και το ότι προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης.

Σε κάθε, δε, περίπτωση δεν θεωρείται "πράγμα" υπό την έννοια που προεκτέθηκε (αυτοτελής ισχυρισμός), αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Με το πρώτο, δε, σκέλος του δεύτερου λόγου προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη μη προταθέντα πραγματικό ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι, ενώ η ίδια επικαλέσθηκε ότι σπουδαίο λόγο για την από 15-5-2018 καταγγελία της αποτέλεσαν οι πολεοδομικές αυθαιρεσίες του κτιρίου, η απόφαση δέχθηκε ότι ο σπουδαίος λόγος συνίστατο στην αδυναμία έκδοσης της απαιτούμενης έγκρισης δομικών κατασκευών από την αρμόδια πολεοδομία.

Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ακολούθως, με το τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήτοι : α) την από 7-4-2014 Υπεύθυνη Δήλωση του ενάγοντα, ως ιδιοκτήτη του κτιρίου, ότι η οικοδομή της ιδιοκτησίας του στην οδό ..., στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, αναγέρθηκε με την υπ αριθμόν 1797/2002 πολεοδομική άδεια και υφίσταται νομίμως β) την υποβληθείσα από την Wind με ημερομηνία 20-2-2014 Δήλωση Υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) της εν λόγω κεραίας και το γ) υπ αριθμόν ...-2014 έγγραφο προς την ΕΕΤΤ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 25/2023,ΑΠ 1444/2022,ΑΠ 696/2020, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά κατά λέξη αναφέρει "...Από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την ....2019 ένορκη βεβαίωση της Σ.

Κ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ύστερα από την νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την ....2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ....." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Ακολούθως, τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" (όρος που είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ) νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη .Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 232/2017, ΑΠ 309/ 2015,ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Στη προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και , πέμπτο και έκτο (κατά το πρώτο σκέλος του) πρόσθετους λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, (όπως κατά λέξη αναφέρει) : 1) ότι "Η δεύτερη συμβαλλόμενη VODAFONE ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών, γνωστοποίησε στον ενάγοντα με εξώδικη επιστολή ότι διαπιστώθηκαν πολεοδομικές παραβάσεις που προκαλούσαν εμπόδια στην ολοκλήρωση των διαδικασιών αδειοδότησης των κεραιών στο μίσθιο στις 4/4/2018, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών..

πλην όμως σφάλλει "επειδή το εξώδικο 4/4/2018, καθαρά επαναλαμβάνει ότι δεν υποχρεούμαι σε αδειοδότηση των εγκαταστάσεων και σε τοποθέτηση ξεχωριστής παροχής ηλεκτροδότησης στο όνομα της vodafone, και περιέχει διαμαρτυρία για την παρεμπόδιση των συνεργείων μου να εισέλθουν στο κτίριο και να κάνω χρήση του μισθίου (σελ 2η)" και επίσης: "Εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύει την επίδοση αυτού του εξωδίκου ως ενέργεια "άνευ σημασίας", και επιμένει στο χρόνο επίδοσης -μετά την 31-3-2018- γιατί τίποτε τότε ακόμη για την Vodafone η προσπάθεια να διατηρήσω το μίσθιο και τη θέση του ΣΒ 5254 Agia Triada, δεν έχει ακόμη λήξει και επειδή έχει μεγάλη σημασία για την αναιρεσείουσα να διατηρήσω τουλάχιστον την πρόσβαση στο μίσθιο - δηλαδή τη δυνατότητα να ενεργήσω μελλοντικά - για το λόγο αυτό στις 4-4-2018 προσκαλώ με το εξώδικο αυτό τον ενάγοντα να άρει την παρεμπόδιση της χρήσης στο μίσθιο και να προβεί στα νόμιμα, όπως ορίζει ο νόμος και ειδικά οι διατάξεις περί μισθώσεων (578 ΑΚ) τον υποχρεώνουν" 2) ότι δεν υπήρχε καμία πολεοδομική παράβαση στο μίσθιο που να εμπόδιζε την ολοκλήρωση διαδικασιών 3) ότι ο ενάγων δεν ανέλαβε με τη μισθωτική σύμβαση υποχρέωση να ηλεκτροδοτεί τις εγκαταστάσεις (της μισθώτριας) από δική του παροχή ρεύματος , 4) ότι αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι δεν υπάρχει πολεοδομική παράβαση και ότι δεν ανέλαβε την υποχρέωση να ηλεκτροδοτεί τις εγκαταστάσεις της.

Όμως, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με τις ως άνω αιτιάσεις η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και τα συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Για το λόγο αυτό πρέπει οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι αβάσιμη, καθόσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2021 και με αριθμ. καταθ. 3299/17-5-2021, αίτηση αναίρεσης και το από 13-2-2024 και με αρ. καταθ. 31/13-2-2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της με αριθμ. 6505/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ