Supreme Court dismisses university's appeal to recover overpaid IT allowances as voluntarily paid before the law's effective date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Technical University's appeal to recover IT allowances previously overpaid to employees. The university argued for restitution, but the court found the amounts were voluntarily paid by the institution before the statutory cutoff date of September 4, 2009. Consequently, the court ruled these payments were legally final and could not be reclaimed under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 20(5) of Law 3801/2009; Payments made voluntarily by the employer before the effective date of the law are deemed legally paid and cannot be recovered by the employer through a request for restitution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1803 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1803/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Σ., 2)Μ. Μ., 3)Δ. Β., 4)Σ. Μ., 5)Δ. Κ., 6)Σ. Β., 7) Κ. Σ., 8)Β. Θ., 9)Α. Κ., 10)Α. Γ., 11)Α. Β., 15)Δ. Κ., 13)Μ. Μ., 14)Β. Μ., 15)1, 16)Β. Μ., 17)Π. Σ. και 18)Έ. Μ., κατοίκων απάντων ως εκ της υπηρεσίας τους Αθηνών. Οι 3η, 4η, 5η, 7ος, 9η, 11η, 12ος, 15η, 17η και 18ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 859/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6789/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/2/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πουλάκης ανέγνωσε την από 29/4/2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ` αριθ. 11828/17.2.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Άννας Κουτλίδου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10.2.2009 και με αριθ. κατάθεσης 22/16.2.2009 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 12η Μαΐου 2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς τη δικηγόρο Αγγελική Καραμιχαλάκου, η οποία εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσίβλητους (18 τον αριθμό) ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Κατά τη δικάσιμο αυτή (12.5.2020), η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 23ης Μαρτίου 2021 με πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020).
Κατά την τελευταία δικάσιμο (23.3.2021) η συζήτηση της υποθέσεως και πάλι ματαιώθηκε για την ίδια αιτία που προαναφέρθηκε (ΚΥΑ 17698/2021) και κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021, ορίστηκε από την Πρόεδρο του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει στη δικάσιμο της 26ης Οκτωβρίου 2021.
Κατά την τελευταία δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10.5.2022), η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο από το γραμματέα ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β του ίδιου Κώδικα). Σε κάθε περίπτωση, όπως βεβαιώνεται στην πιο πάνω έκθεση επίδοσης, κοινοποιήθηκε επίσης και η με αριθμό 138/5.11.2021 βεβαίωση αναβολής για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Τμήματος Πολιτικού και Αρχείου του δικαστηρίου τούτου.
Επί πλέον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 11827Η/17.2.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Άννας Κουτλίδου, ακριβές αντίγραφο της από 10.2.2009 και με αριθ. κατάθεσης 22/16.2.2009 αίτησης αναίρεσης, με κλήση του αναιρεσείοντος, να παραστούν οι αναιρεσίβλητοι στη μετ' αναβολή δικάσιμο της 10ης Μαΐου 2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς τη δικηγόρο Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία άσκησε την από 16.12.2005 ένδικη αγωγή και εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσίβλητους (18 τον αριθμό) ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στην πρωτοβάθμια δίκη, παρέστη δε κατά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατάθεσε προτάσεις ως πληρεξουσία δικηγόρος των παραστάντων υπό στοιχεία 1, 2, 6, 8, 10, 13, 14 και 16 αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχεία, 3, 4, 5, 7, 9, 11, 12, 15, 17 και 18 αναιρεσίβλητοι.
Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτούς.
2.-Με την κρινόμενη από 10.2.2009 και με αριθ. κατάθεσης 22/16.2.2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6789/16.10.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 1.9.2006 και με αριθ. κατάθ. 1671/4.9.2006 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 859/23.6.2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία α) είχε θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η από 12.12.2005 και με αριθμό κατ. 2308/16.12.2005 αγωγή ως προς το 14ο ενάγοντα Ν.
Τ., β) είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού και γ) είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της, κατά την κύρια αυτής βάση, ως ουσιαστικά βάσιμη η ανωτέρω αγωγή, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπονταν από τα άρθρα 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά, για το αναφερόμενο στην απόφαση για τον καθένα χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 16.2.2009, ενώ δεν προκύπτει επίδοσή της. Η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 16.10.2008 και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εντός της τριετίας που ορίζονταν στο άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015.
Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3.-Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 1080/2021, ΑΠ 749/2016, ΑΠ 306/2011).
Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 968/2013).
Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 357/2016).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].
Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ/μα 194/1988 (και ήδη Π.Δ/μα. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" με το άρθρο 7 του Π/Δ/τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών του ΕΜΠ" (ΦΕΚ Α 51), διαιρουμένη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.
Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του άρθρου 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.
Ειδικότερα η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους, γεγονός που δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης της παρεχόμενης υπηρεσίας αυτών (ΟλΑΠ 5/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (για τις λοιπές αποφάσεις), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
4.-Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι εφεσίβλητοι [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν από το εκκαλούν [ήδη αναιρεσείον], από το έτος 1997 και εντεύθεν με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου, που στη συνέχεια μετετράπησαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις του ν. 2470/1997, λόγω μισθολογικής εξομοίωσής τους με τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους.
Φέρουν τα τυπικά προσόντα του π.δ. 194/1988, αφού έχουν τουλάχιστον απολυτήριου λυκείου και εμπειρία στο χειρισμό Η/Υ πάνω από δύο χρόνια. Προσέφεραν συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό (ανήκοντες οι 2η, 3η, 4η, 8η, 15η, 17η και 18η στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού εργαζόμενοι ως χειριστές Η/Υ, η 19η στον κλάδο διοικητικού - οικονομικού εργαζόμενη ως προγραμματίστρια Η/Υ και οι λοιποί ως μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων, εργαζόμενοι ως χειριστές Η/Υ), αμειβόμενοι όλοι κατά τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 μέχρι 31.12.2003 και κατά τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 και εντεύθεν, με τον οποίο καταργήθηκε εν μέρει ο προηγούμενος.
Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.2003 έως 31.12.2005, κατ' εντολή της υπηρεσίας τους ο 19ος (ήδη 18ος αναιρεσίβλητος Ε. Μ.) προγραμμάτιζε και οι λοιποί χειρίζονταν προς εξυπηρέτηση των αναγκών αυτής, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά Η/Υ, απασχολούμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους στον Η/Υ, για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές και προγραμματιστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων και έχοντας ακόμη τα τυπικά προσόντα και υπερδιετή εμπειρία που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 18 του π.δ. 194/1988 και ήδη των άρθρων 14 και 19 του π.δ. 50/2001) (βλ.
τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις των προϊσταμένων των τμημάτων που υπηρετούσαν). Η ανάθεση στους ενάγοντες των παραπάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις, όπως προκύπτει από τις ίδιες παραπάνω βεβαιώσεις, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί αυτούς, οι οποίοι είχαν σχετική εξειδίκευση και εμπειρία.
Το εναγόμενο αρνείται να τους χορηγήσει το επίδομα πληροφορικής - Η/Υ, ύψους 25.000 δραχμών ή 73,37 ευρώ για τους χειριστές μέχρι την 31.12.2003 και 74 ευρώ από 1.1.2004 και εντεύθεν, καθώς και 88 ευρώ για τους αναλυτές προγραμματιστές, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επειδή δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και κυρίως επειδή δεν υπηρετούν σε οργανικές θέσεις πληροφορικής.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όμως, αφού οι ενάγοντες ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση και πλήρες ωράριο καθήκοντα χειριστών και προγραμματιστών (ο 19ος ήδη 18ος αναιρεσίβλητος) Η/Υ, απασχολούμενοι αποκλειστικά με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε τμήματα όπου δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ δικαιούνται το ένδικο επίδομα, που χορηγήθηκε στους χειριστές και προγραμματιστές Η/Υ των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 2470/1997 και ήδη του Ν. 3205/2003 και του π.δ. 50/2001, αλλά και κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται στο προσωπικό του Δημοσίου και των άλλων ΝΠΔΔ που εκτελούν τις ίδιες εργασίες και έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα.
Εξάλλου, καθ' όλη τη διάρκεια του ένδικου χρονικού διαστήματος εκτελούσαν τα προαναφερθέντα καθήκοντα κατόπιν εντολής του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, έχοντας προς τούτο και την αντίστοιχη εξειδίκευση, προς διευκόλυνση και αρτιότερη επιτέλεση του έργου τους. Κατόπιν τούτου είναι πρόδηλο, ότι με την κατ' αυθαίρετη επιλογή χορήγηση του ενδίκου επιδόματος σε ορισμένους υπαλλήλους, χωρίς να επεκταθεί η ισχύς του και στους υπαλλήλους εκείνους, στους οποίους έχουν ανατεθεί σχετικά με το αντικείμενο αυτό και καθήκοντα κατ' αποκλειστική και κύρια απασχόληση, όπως στους ενάγοντες, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας σε βάρος τους και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, χωρίς αυτό να μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, γι αυτό και πρέπει να εφαρμοστεί η σχετική διάταξη και για τους ενάγοντες.
Κατά συνέπεια το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, η ειδικότερη αναφορά περί των οποίων παρέλκει, αφού το εναγόμενο δεν προσβάλλει με την έφεση το ύψος των αιτουμένων ποσών. Η εκκαλουμένη, επομένως, δεν έσφαλε που έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη 5.-Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας και των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 7, 17 και 18 του Π.Δ/τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας των, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών.
Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. 6.-Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 1.9.2006 και με αριθ.
κατάθ. 1671/4.9.2006 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ., να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 859/2006 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 12.12.2005 και με αριθ. κατάθ. 2308/16.12.2005 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την κυρία αυτής βάση και είχε επιδικάσει α) στον καθένα από τους 1η έως και 13η ενάγοντες το ποσό των 2.656,44 ευρώ, β) στη 15η ενάγουσα το ποσό των 1.554 ευρώ, γ) στη 16η ενάγουσα το ποσό των 1435,44 ευρώ, δ) στη 17η ενάγουσα το ποσό των 1.620,44 ευρώ, ε) στη 18η ενάγουσα το ποσό των 1768,44 ευρώ και στ) στον 19ο ενάγοντα το ποσό των 2.684,48 ευρώ (η αρίθμηση της αγωγής), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση και ν' απορριφθεί η αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση, ως νομικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της ως άνω έφεσης. 7.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007).
Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 130/2021, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 648/2005). 8.-Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 9 Μαΐου 2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.
Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθ. 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005).
Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς στις 19.4.2009 χρηματικών ποσών, στην οποία προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλομένη απόφαση.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά βάσιμος. Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009), με την οποία ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α 40) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών" εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009).
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων (πρβλ ΕλΣυν. 955/2010) και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι αυτούς η ως άνω επιστροφή.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της κατά της τελευταίας έφεσης, κατέβαλε στις 21.5.2009 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, τα αναφερόμενα παραπάνω για τον καθένα ποσά (βλ.
την από 19.4.2009 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. πρωτ. 15900/9.4.2020 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΕΜΠ). Εφόσον, λοιπόν, τα ανωτέρω ποσά, που αφορούν επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκαν εκουσίως από το αναιρεσείον, πριν τις 4.9.2009, θεωρούνται κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009) νομίμως καταβληθέντα και δεν μπορούν να αναζητηθούν από το αναιρεσείον, με την αίτηση επαναφοράς.
Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθ. 22 παρ.3 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και την παρ. 2 της με αριθ. 134423 οικ/16.2 - 31.3.1988 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης - ΦΕΚ Β 11 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθ. 6789/16.10.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ ως κατ' ουσία βάσιμη την από 1.9.2006 και με αριθ. κατ. 1671/4.9.2006 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο".-
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 859/23.6.2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση. ΔΙΚΑΖΕΙ την από 12 Δεκεμβρίου 2005 και με αριθμό κατάθεσης 2308/16.12.2005 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά την κύρια βάση της. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ