Supreme Court allows appeal against criminal conviction for unpaid wages due to lack of legal basis and specific reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a criminal conviction for unpaid wages, finding the lower court's decision legally flawed. The defendant argued the judgment lacked specific reasoning regarding the employer's legal identity and failed to establish the basis for the debt. The court agreed, ruling that the absence of precise identification of the legal entity and the defendant's role rendered the conviction arbitrary and procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 463, 473, 504, 505, 510, 519 of the Criminal Procedure Code; The criminal judgment is void if it fails to provide specific reasoning regarding the legal identity of the obligor and the basis of the debt, rendering the conviction arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1803 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.262/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματίκη Μιχαλέτου και Αλεξάνδρα Σιούτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΒΤ514/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ.7489/3-7-2019 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 16-7-2019 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1046/19.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 7489/ 2019 και από 3.7.2019 αίτηση του Η. Μ. του Α., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν ΒΤ 514/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο - με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων- της παράβασης του άρθρου μόνου ν. 690/1945) ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 14.6.2019), από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο, κατ' άρθρα 462 περ. β, 4631 473 παρ. 3, 504 παρ. 1 και 505 προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, σε συνδ. με το άρθρο 590 παρ. 1 του νυν ισχύοντος ΚΠοινΔ (ν. 4620/1.7.2019). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της, συνεκδικαζόμενη με τους από 16.7.2019, παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α και παρ. 2 του Ν. 3996/2011, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν".
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.
Εξ άλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικοί και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.
Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρία, και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 135/2019, 337/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του με αριθμό ΒΤ 514/2019, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ" είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος καίτοι ως εργοδότης, έχοντας την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου στο "..." απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την Λ.
Τ. ως υπάλληλο γραφείου κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Μάϊο του 2012 δεν τις κατέβαλε 3.900 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, που όφειλε να της καταβάλει συνέπεια της σχέσης αυτής εργασίας και της κατηγορίας αυτής. Ο δε ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του το στοιχείο δόλου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τούτος ήταν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα εργοδότης της, έχοντας την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της ως άνω επιχείρησης και γνώριζε ότι της οφείλονται τα ως άνω δεδουλευμένες αποδοχές τις οποίες δικαιούνταν να εισπράξει.
Ο δε Ρ. Σ. ανέλαβε διαχειριστής της επιχείρησης από 26-11-2013. Το ότι δεν της καταβάλλονταν τα ποσά αυτά λόγω οικονομικής αδυναμίας της επιχείρησης αυτής, αν πάλι γίνει δεκτό, δεν αναιρεί την πρόσθεσή του, αφού γνώριζε ότι καίτοι απασχολούνταν δεν αμειβόταν, αλλά στοιχειοθετεί τούτο την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β Π.Κ, που ήδη που έχει αναγνωρισθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ όπως πρωτοδίκως, δεδομένου και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορούμενου (άρθρο 470 ΚΠΔ)" Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου μόνου του ν. 690/1945, όπως αντικατ.
με αρθρ. 8 του Ν. 3996/2011, για την οποία του επέβαλε - με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων - ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "στην …, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως το Μάιο 2012, τυγχάνοντας νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης "...", με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν.690/1945, κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας" τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".
Συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του εργοδότη, αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τη Τ. Λ. ως υπάλληλο γραφείου, δεν κατέβαλε σ'αυτήν το χρηματικό ποσό των 3.900€, που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές για την πιο πάνω χρονική περίοδο, αν και της τα όφειλε συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας, ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας." Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, ως αντικ.
με αρθρ. 88 παρ. 1 του ν. 2336/ 1995, σε συνδ. με αρθρ. 28 ν.3926/2011, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, στέρησε δε περαιτέρω την απόφαση και νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η νομική μορφή του υποχρέου για την καταβολή των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών στην εργαζόμενη Λ.
Τ., νομικού προσώπου, αλλά αναφέρεται, μόνο, η επωνυμία της επιχείρησης: "...", χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό της μορφής της, ενώ, περαιτέρω, αναφέρεται αντιφατικά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η ποινικά επιλήψιμη παράλειψη του ήδη αναιρεσείοντος ερείδεται στην ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω επιχείρησης αλλά και σε αυτή του εργοδότη της, χωρίς να αναφέρονται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ταυτότητα του εν λόγω νομικού προσώπου - επιχείρησης:
Συγκεκριμένα αν πρόκειται για εταιρική επιχείρηση ή άλλου είδους επιχείρηση και ποιά ακριβώς η μορφή της, ούτε από ποιά όργανα διοικείται, δεδομένου μάλιστα ότι και στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται επίσης αντιφατικά και ως "επιχείρηση" και ως "Ίδρυμα". Ούτε, επίσης, προσδιορίζεται η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Ιανουάριο έως Μάρτιο 2012), στο ως άνω νομικό πρόσωπο, ούτε ακόμη διευκρινίζεται πως προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης αυτού του νομικού προσώπου από τον ήδη αναιρεσείοντα, ως και η υποχρέωση καταβολής των αποδοχών της άνω εργαζομένης εκ μέρους του, ως πηγή δε καθορισμού των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών ύψους 3.900€ στην εκεί εργαζόμενη, αναφέρεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση στη "σύμβαση" και "η σχέση εργασίας", χωρίς οιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ως προς το οφειλόμενο ποσό με συνέπεια, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών, αφ' ενός να στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας η προσβαλλομένη απόφαση, και αφ' ετέρου να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι ερειδόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών αιτιάσεων, ως και αυτών του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ως αλυσιτελών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση με αριθμό Β Τ 514/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ