Legislator Case Law & Legislation
1803/2018 AI generated

Appeal dismissed; lower court correctly rejected claim of Article 84 mitigation due to lack of proven positive social conduct.

Case Number 1803/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final conviction for forgery and fraud, upholding the lower court's rejection of the mitigation claim. The defendant argued she had lived an honest life and supported her parents, but the court found these facts did not constitute the specific positive social conduct required by Article 84 of the Penal Code. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the defendant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84, 216, 510, 583 of the Penal Code; A claim for mitigation under Article 84 requires proof of positive social conduct across all areas of life, which mere employment or family support without broader societal benefit does not satisfy.

Keywords

AI generated
mitigating circumstances positive social conduct forgery and fraud Article 84 Penal Code appeal dismissal legal costs honest life claim

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraphs 2, 3, 474 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 509 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 of the Penal Code
Article 84 paragraph 2 item a of the Penal Code
Article 510 paragraph 1 D of the Code of Civil Procedure
Article 583 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1803/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κώτσο, για αναίρεση της υπ'αριθ.2502/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. ..47/8-1-2018 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 4-4-2018 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/18.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 147/8-1-2018, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 2502/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις της κατ' επάγγελμα και συνήθεια πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη λόγω συνάφειας με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 4-4-2018 πρόσθετους λόγους (509 παρ. 2 ΚΠΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε,δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.

Το έγκλημα της πλαστογραφίας προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τα άρθρα 216 παρ. 3 περ. β' ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012, αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το σκοπούμενο συνολικό όφελος ή η σκοπούμενη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.

Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως από μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου, αλλά αρκεί ότι με την πλαστογράφηση διαμορφώνεται ο αναγκαίος όρος, που, κατά το σχέδιο του δράστη, παρέχει τη δυνατότητα, με την παρεμβολή και άλλων μεταγενέστερων ενεργειών του, να επέλθει το σκοπούμενο όφελος ή και η βλάβη (ΑΠ 51/2017, ΑΠ 1069/2017).

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευομένης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.

Υπέρ των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία, υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, με τη συστηματική ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 65/2016).

ΙΙΙ. Α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου δεν είναι αναγκαία (πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Το έγκλημα της απάτης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά το άρθρο 386 παρ. 3 περ. α' ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 Ν. 4055/2012, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000ευρώ.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ'του ΠΚ, '' κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη''.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του (ΑΠ 755/2017, ΑΠ 1423/2013).

Το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει (και) στη φύση του εγκλήματος που τελείται κατ'εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, ενώ και χωρίς επανειλημμένη τέλεση συντρέχει κατ` επάγγελμα τέλεση, όταν διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 53/2017, ΑΠ 1082/2016).

Όταν συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα τέλεσης από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με πρόθεση πορισμού εισοδήματος, δεν απαιτείται να εκτίθεται και ότι ο δράστης είχε διαμορφωμένη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης.(ΑΠ 1082/2016, ΑΠ 388/2016 ). Επί απάτης, κατά την οποίαν ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτήν, πρόκειται για κατ` εξακολούθηση τέλεση αυτής (ΑΠ 53/2017, ΑΠ 547/2017) .

Για τη συνδρομή δε της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατά συνήθεια απαιτείται οπωσδήποτε η επανειλημμένη τέλεση αυτού,από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. V. Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης.

Προϋποθέσεις της συναυτουργίας είναι α) ο κοινός δόλος και β) η αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη όλων στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.

Επίσης απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, πραγματώνοντας άμεσα ο ίδιος είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επιμέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Για τον αναιρετικό δε έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ και την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείται να εξειδικεύονται στην ελεγχόμενη απόφαση οι ειδικότερες πράξεις κάθε συναυτουργού, αλλά πρέπει και αρκεί να αναφέρονται σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ.ΑΠ 50/1990, ΑΠ 542/2017 ).

VΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177παρ 1 και 178 ΚΠΔ.

Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016, ΑΠ 43/2016).

VII. Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 817/2016, ΑΠ 1278/2016).

VIII. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2502 /2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον Σ.

Μ., κατάρτισαν πλαστά έγγραφα των οποίων ακολούθως έκαναν χρήση με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο, είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από τις πράξεις τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι μαζί με τον Σ. Μ., προκειμένου να εξασφαλίσουν τη χορήγηση δανείων από διάφορες τράπεζες χωρίς να τα αποπληρώσουν, με σκοπό να καρπωθούν παράνομα περιουσιακά οφέλη, ζημιώνοντας αντίστοιχα τις περιουσίες των Τραπεζών, αποφάσισαν να προβούν στην κατασκευή πλαστών εγγράφων στο όνομα ενός φανταστικού προσώπου και να ζητήσουν την χορήγηση δανείων από διάφορες τράπεζες προκειμένου με τη χρήση των πλαστών δικαιολογητικών να τους χορηγηθούν δάνεια, τα οποία βεβαίως δεν θα αποπλήρωναν.

Έτσι κατάρτισαν εξαρχής: Α)Κατά το χρονικό διάστημα από τις 6.9.2006 έως 6.11.2006 ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ΑΒ ...85, εκδοθέν από το Τμήμα Ασφαλείας …, στο όνομα ανύπαρκτου προσώπου με στοιχεία "Μ. Ε.", όνομα πατρός "Κ." και όνομα μητρός "Ε.", ημερομηνία γέννησης "8.2.1961", τόπο γέννησης "..., ύψος 1,90, δημότης ... 1…58" στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του ανωτέρω Τμήματος Ασφαλείας "δυσδιάκριτο επώνυμο Α.

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ Α'" και η αστυφύλακας "Π. Α." και επικόλλησαν σ' αυτό φωτογραφία του Σ. Μ.. Β)Κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2007 κατάρτισαν δήλωση φορολογίας εισοδήματος απευθυνόμενη προς την Δ.Ο.Υ Αθηνών, που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία "Ε. Μ." και με αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85 και ανέγραφε ότι τα εισοδήματα αυτού από εμπορικές επιχειρήσεις ανέρχονταν στο ποσό των 73.964,59 ευρώ, ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του ανωτέρω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών".

Γ)Τον Φεβρουάριο του έτους 2007 κατάρτισαν έντυπο Ε9 του οικονομικού έτους 2007 που συνοδεύει την προαναφερόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος απευθυνόμενη στην εν λόγω ΙΓ' Δ.Ο.Υ Αθηνών, που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία "Ε. Μ." και αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85, ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του ανωτέρω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών".

Δ)Κατά μήνα Φεβρουάριο του 2007 κατάρτισαν την αρ. 1983/26.2.2007 εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ του έτους 2006 απευθυνόμενη στην ΙΓ'Δ.Ο.Υ Αθηνών, που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία "Ε. Μ." και με αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85, ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του ανωτέρω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών" και πλαστή σφραγίδα με στοιχεία "Ε.

Μ.". Ε)Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2007 κατάρτισαν την περιοδική δήλωση ΦΠΑ του πρώτου τριμήνου 2007 απευθυνόμενη στην ΙΓ' Δ.Ο.Υ Αθηνών, που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85, ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών", στ) Στις 25.4.2007 κατάρτισαν τρεις(3) υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δηλώνονταν στην πρώτη υπεύθυνη δήλωση ότι τα αντίγραφα και τα δικαιολογητικά ήταν γνήσια, στη δεύτερη ότι ο φορολογούμενος ήταν στο εξωτερικό και δεν είχε δηλώσεις προηγούμενων ετών και στην τρίτη ότι δεν είχε ακίνητα στο όνομα του, κάτωθι δε των εγγράφων στη θέση του δηλούντος είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου.

Ακολούθως οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων υποβάλλοντας αυτά στην ΙΓ' Δ.Ο.Υ Αθηνών και πέτυχαν να υφαρπάξουν από την ανωτέρω υπηρεσία βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία (1437/13.4.2007), εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2007, στο οποίο εμφαίνονταν ότι το ως άνω ανύπαρκτο πρόσωπο είχε δήθεν καθαρά κέρδη από εμπορικές επιχειρήσεις 73.964,59ευρώ με βεβαιωθέν φόρο 6.943,80ευρώ και την υπ' αρ. 2147/30.4.2007 ασφαλιστική ενημερότητα.

Επίσης χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων καθώς και των εγγράφων που είχαν καταφέρει να υφαρπάξουν από τις δημόσιες υπηρεσίες ο Σ.Μ., σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει των κατηγορουμένων, έκανε χρήση αυτών και τα προσκόμισε ενώπιον των τραπεζών για να μπορέσει να εξαπατήσει και να λάβει διάφορα δάνεια στο όνομα του ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ., χωρίς βέβαια ούτε αυτός ούτε οι κατηγορούμενοι να τα αποκληρώσουν. ζ)Στις 2.5.2007 ο Σ.Μ. μετέβη στο επί της οδού ...υ υπ/μα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων και αφού δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Ε. Μ. ζήτησε από τους υπαλλήλους να του χορηγηθεί καταναλωτικό δάνειο, ύψους 18.000ευρώ.

Ακολούθως υπέβαλε αίτηση χορήγησης του δανείου αναγράφοντας τα άνω ψευδή στοιχεία. Τον ίδιο χρόνο και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το δάνειο αυτό προσκόμισε το ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενο πλαστό δελτίο ταυτότητας καθώς το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2007, το ως άνω εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας της ΙΓ' Δ.Ο.Υ Αθηνών και την ως άνω ασφαλιστική ενημερότητα (ψευδή δικαιολογητικά), με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί και να του χορηγήσουν δάνειο,ύψους 18.000ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια. 'Ετσι την ίδια ημέρα, 2.5.2007, υπέγραψε την υπ' αρ. ...628 σύμβαση προσωπικού/ καταναλωτικού δανείου, ποσού 18.000ευρώ, το προσάρτημά της και παγία εξουσιοδότηση θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ. στη θέση του συμβαλλόμενου οφειλέτη και την παρέδωσε στους αρμόδιους υπαλλήλους του Ταμιευτηρίου. Με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και του χορήγησαν το άνω δάνειο και με την εκταμίευση του όλοι και οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του πιστωτικού ιδρύματος, αφού με τα ψευδή στοιχεία που δήλωσε και υπέγραψε ο Σ.

Μ. δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του και ως εκ τούτου και ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. Στη συνέχεια στις 8.5.2007 ο Σ. Μ., σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων μετέβη στη …. και εμφανίστηκε στον έμπορο αυτοκινήτων Σ.

Φ.. Του δήλωσε ότι επιθυμεί να αγοράσει το εκτιθέμενο προς πώληση, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μάρκας Μερσεντές 200, με αριθμό πλαισίου 866791, ιδιοκτησίας της εταιρείας ... ΑΕ, έναντι του τιμήματος των 34.500ευρώ, το οποίο θα κάλυπτε κατά το μεγαλύτερο μέρος του με τη χρηματοδότηση από την Τράπεζα Πειραιώς, ύψους 27.600ευρώ.Του παρέδωσε φωτοαντίγραφο του ως άνω πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και την με ίδια ημερομηνία (8.5.2007) πλαστή εξουσιοδότηση, που είχε προηγουμένως καταρτίσει και θεωρήσει ως προς το γνήσιο της υπογραφής στο Α.Τ …, με την οποία εμφανιζόμενος και πάλι με τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία, εξουσιοδοτούσε διάφορα πρόσωπα, τα οποία ενεργώντας είτε μεμονωμένα είτε από κοινού, θα μπορούσαν να συμβληθούν στο όνομα και για λογαριασμό του Ε.

Μ. στην αγορά του αυτοκινήτου. Επίσης, παρέδωσε φωτοαντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων των δημοσίων υπηρεσιών που είχαν υφαρπαχθεί, τα οποία έφεραν τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου (Ε. Μ.) που αποδείκνυαν δήθεν την πιστοληπτική του ικανότητα, με σκοπό ο Σ. Φ. να τα διαβιβάσει στην πωλήτρια εταιρεία και τη συνεργαζόμενη Τράπεζα Πειραιώς στην υπ' αρ. 163168 σύμβαση χορήγησης δανείου για αγορά μεταφορικού μέσου ύψους 27.600ευρώ, θέτοντας την υπογραφή του ανύπαρκτου προσώπου "Ε.

Μ." και την παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους και συγχρόνως τους παρέδωσε και τα προαναφερόμενα έγγραφα που είχαν υφαρπαχθεί με ίδια στοιχεία που αποδείκνυαν την πιστοληπτική του δήθεν ικανότητα, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας Πειραιώς, από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό που είχε υφαρπαχθεί και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 27.600ευρώ, το οποίο βεβαίως δεν θα αποπλήρωναν, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια.

Με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και του χορήγησαν πράγματι το ως άνω δάνειο και με την εκταμίευσή του ο ίδιος και οι παρόντες κατηγορούμενοι αποκόμισαν ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της ανωτέρω Τράπεζας, αφού με τα ψευδή στοιχεία, που δήλωσε και υπέγραψε ο Σ. Μ.

δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του και παρεπόμενα ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι περί τα τέλη Απριλίου του έτους 2007 η Μ. Γ., που διατηρεί μεσιτικό γραφείο με το διακριτικό τίτλο ..., υπέβαλε αίτηση στην ΕΤΕ χορήγησης καταναλωτικού δανείου ύψους 20.000ευρώ και πιστωτικής κάρτας Go Gold με πιστωτικό όριο 7.000 ευρώ, αντίστοιχα με στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου "Ε.

Μ.". Στις 7.5.2007 ο Σ. Μ., σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων μετέβη στο υπ/μα της ΕΤΕ στη …. και αφού δήλωσε στους υπαλλήλους, ότι ονομάζεται Ε. Μ., ζήτησε από τους υπαλλήλους να του χορηγηθεί ανοικτό προσωπικό δάνειο ύψους 20.000 ευρώ. Ταυτόχρονα και προκειμένου να πείσει τους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το δάνειο προσκόμισε το ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και τα ψευδή ως άνω δικαιολογητικά, ήτοι εκκαθαριστικό σημείωμα του οικ.έτους 2007, το υπ' αρ.

….7/13.4.2007 εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας της ΙΓ' Δ.Ο.Υ Αθηνών, την υπ' αρ. …47/30.4.2007 ασφαλιστική ενημερότητα, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 20.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν αυτοί γνώριζαν, υπογράφοντας την ίδια ημέρα (7.5.2007) την υπ' αρ.2665/7.5.2007 σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 20.000 ευρώ θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ. στη θέση του συμβαλλόμενου οφειλέτη την οποία και παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΤΕ. Με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και του χορηγήσαν δάνειο και με την εκταμίευσή του αποκόμισαν οι κατηγορούμενοι ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της Τράπεζας, αφού με τα ψευδή στοιχεία που δήλωσε ο Σ.Μ.

δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του και παρεπόμενα ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. Επίσης στις 17.5.2007 ο Σ.Μ. μετέβη στο υπ/μα της ΕΤΕ στη …, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων και αφού δήλωσε ότι ονομάζεται "Ε. Μ." ζήτησε από τους αρμόδιους υπαλλήλους να του χορηγηθεί πιστωτική κάρτα "Go Gold" με πιστωτικό όριο 7.000 ευρώ, ταυτόχρονα δε προκειμένου να πείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους να του χορηγήσουν την ως άνω κάρτα προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, δηλ.

το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα του οικ.έτους 2007, την ως άνω δήλωση φορολογίας εισοδήματος, το ως άνω εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας και την ως άνω ασφαλιστική ενημερότητα και προσπάθησε να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν την ανωτέρω πιστωτική κάρτα. Όμως, όταν στις 21.5.2007 ο Σ.Μ.

εμφανίστηκε στο ανωτέρω κατάστημα της τράπεζας και επιχείρησε να παραλάβει την πιστωτική κάρτα άνδρες της Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Γ.Α.Δ.Α συνέλαβαν το δράστη, καθόσον στην ανωτέρω υπηρεσία είχε ήδη περιέλθει η πληροφορία ότι πρόσωπο με στοιχεία ταυτότητας "Ε. Μ." και κάτοχος δελτίου ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία, παρουσιάζεται σε διάφορες Τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, και, χρησιμοποιώντας πλαστά δικαιολογητικά υποβάλλει αιτήματα έκδοσης δανείων και πιστωτικών καρτών, από δε σχετική έρευνα που έκανε η Αστυνομία προέκυψε ότι το δελτίο ταυτότητας με αριθμό 998785 και με στοιχεία κατόχου "Ε.

Μ.", αφενός μεν δεν έχει εκδοθεί από το Τμήμα Ασφαλείας …., αφετέρου δε αυτό το δελτίο παρέμενε αδιάθετο ως μη εκδοθέν στο Τμήμα Ασφαλείας …. Κατά τη σύλληψή του ο Σ.Μ. κατονόμασε την Μ. Γ. (κατηγορούμενη), η οποία υπέβαλε την προαναφερόμενη αίτηση προς λήψη του δανείου και αίτηση χορήγησης πιστωτικής κάρτας μέσω του μεσιτικού της γραφείου, ως συνεργό του.

Σε ερώτηση δε των Αστυνομικών από πού προμηθεύτηκε το ανωτέρω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας απάντησε ότι του το προμήθευσε άτομο με στοιχεία "Π. Ι." και παρουσία των Αστυνομικών επικοινώνησε μαζί του, λέγοντας ότι παρέλαβε την πιστωτική κάρτα, κανονίζοντας συγχρόνως συνάντηση μαζί του στην πλατεία ….

στην …. Όταν περί ώρα 12.00 της 21.5.2007 αστυνομικοί της εν λόγω υπηρεσίας πλησίασαν το πρόσωπο με το οποίο είχε επικοινωνήσει ο Σ.Μ. σε έλεγχο για τα στοιχεία της ταυτότητας του, αυτός τους απάντησε ψευδώς ότι ονομάζεται "Π. Ι.", ενώ εκ των υστέρων προέκυψε ότι τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του ήταν Π.

Δ. Τ.(2ος κατηγορούμενος). Επακολούθησε έρευνα των Αστυνομικών και στην κατοχή του Σ.Μ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν εκτός από το προαναφερόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, πλήθος εγγράφων με τα στοιχεία Ε. Μ. (ιδιωτικά συμφωνητικά, αντίγραφα συμβάσεων δανείων βεβαιώσεις της ΙΓ'Δ.Ο.Υ Αθηνών και άλλα), όπως προκύπτει από την από 21.5.2007 Έκθεση Έρευνας και Κατάσχεσης σε τσάντα χειρός και από την από 21.5.2007 Έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης).

Στην κατοχή του δεύτερου κατηγορούμενου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλήθος εγγράφων με στοιχεία "Ε. Μ."(φορολογικά βιβλία και στοιχεία αριθμημένα εταιρειών με επωνυμίες Ε. Μ.-..., σφραγίδα της ως άνω εταιρείας, φορολογικά έγγραφα, φωτογραφίες ασπρόμαυρες και έγχρωμες του Σ.Μ. και άλλα),όπως προκύπτουν από την από 21.5.2007 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης.

Τα ανωτέρω έγγραφα εκλάπησαν από άγνωστους δράστες και οι κατηγορούμενοι τα δέχθηκαν στην κατοχή τους αν και γνώριζαν ότι ήταν προϊόντα κλοπής. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε οι κατηγορούμενοι από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος κατάρτισαν πλαστά έγγραφα των οποίων έκαναν ακολούθως χρήση με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους και να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και καθώς και ότι έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτίθενται.

Ότι τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώθηκαν με τις συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις του Σ.Μ. και των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενήργησαν κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο και ότι κατά την εφαρμογή των εγκληματικών τους σχεδίων, καθένας από αυτούς πραγμάτωσε πράξεις αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων, όπως ανωτέρω εκτίθενται, καρπούμενοι με τον τρόπο αυτό τα παράνομα οφέλη από τη συνεργασία τους αυτή.

Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι ανωτέρω βρίσκονταν μεταξύ τους σε συνεχή επαφή, ώστε να πραγματοποιείται ο καταμερισμός των κερδών, κάθε φορά που εισέπρατταν με εξαπάτηση χρήματα από τις τράπεζες. Το συνολικό δε παράνομο όφελος και η προκληθείσα ζημία από τις παράνομες πράξεις τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των (20.000 + 7.000 + 18.000 + 27.600 =) 72.600ευρώ.

Επίσης, από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει υποδομή (λειτουργία μεσιτικού γραφείου για την προώθηση των αιτήσεων προς τις τράπεζες βάσει μεθόδου επαγγελματικής προώθησης, ώστε να καθίσταται ευχερής η παραπλάνηση των υπαλλήλων των Τραπεζών, εξοπλισμό για την κατασκευή πλαστών εγγράφων με τα στοιχεία ανύπαρκτου προσώπου, κατοχή εγγράφων που είχαν κλαπεί από δημόσιες υπηρεσίες), δρούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου και προετοιμασίας, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξης τέλεσης των ανωτέρω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο Σ.Μ. τόσο κατά την αστυνομική προανάκριση όσο και κατά την κυρία ανάκριση ομολόγησαν τις πράξεις τους. Η πρώτη κατηγορούμενη μνηστή του Σ.Μ. υποστήριξε ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στις ανωτέρω πράξεις και ότι αγνοούσε τις παράνομες δραστηριότητες του μνηστήρα της. Ο ισχυρισμός της αυτός από τα ως άνω αποδειχθέντα δεν κρίνεται πειστικός καθόσον εκτός από την κατάθεση του Σ.Μ.

κατά τη σύλληψή του περί της συμμετοχής της πρώτης κατηγορουμένης ως συνεργού του στις ως άνω αξιόποινες πράξεις αποδείχθηκε ότι από το μεσιτικό της γραφείο η τελευταία, μνηστή του Σ.Μ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, υπέβαλλε αίτηση με τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου "Ε. Μ." προς λήψη δανείου 20.000ευρώ και χορήγησης πιστωτικής κάρτας Go Gold με πιστωτικό όριο 7.000 ευρώ καθώς και ότι η ίδια επιβεβαίωσε τηλεφωνικά το εκ μέρους της ενδιαφέρον για τη λήψη του ως άνω δανείου και της πιστωτικής κάρτας και ότι κατόπιν των ως άνω ενεργειών της και σύμφωνα με το κοινό σχέδιο εμφανίστηκε στην ως άνω τράπεζα ο Σ.Μ.

ως "Ε. Μ." για να του χορηγηθούν τα ως άνω. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει η γνώση της και το κοινό σχέδιο αυτών και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της ως αβάσιμοι.".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι "Όλοι οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερους από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα των οποίων έκαναν ακολούθως χρήση, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, είναι δε πρόσωπα, που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία από τις πράξεις τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ειδικότερα κατήρτισαν εξ αρχής: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 6-9-2006 έως τις 6-11-2006 ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ΑΒ ...85, εκδοθέν από το Τμήμα Ασφαλείας Κυψέλης στο όνομα ανύπαρκτου προσώπου με στοιχεία επωνύμου "Μ...", ονόματος "Ε...", όνομα πατρός "Κ.", όνομα μητρός "Ε.", ημερομηνία γέννησης "8-2-1961", τόπο γέννησης "...", ύψος "1,90" δημότης "... 164858/1" στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του άνω Τμήματος Ασφαλείας "δυσδιάκριτο επώνυμο Α.

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ Α" και η αστυφύλακας "Π. Α." και επικόλλησαν σε αυτό φωτογραφία του Σ. Μ.. 2) Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2007 κατήρτισαν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2007 απευθυνόμενη στην ΙΓ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85 και ανέγραφε ότι τα εισοδήματα αυτού από εμπορικές επιχειρήσεις ανέρχονται στο ποσό των 73.964.59 ευρώ ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών". 3) Κατά τον ανωτέρω χρόνο (Φεβρουάριο 2007 ) κατήρτισαν το έντυπο Ε3 (μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών) του οικονομικού έτους 2007 που συνοδεύει την άνω δήλωση φορολογίας εισοδήματος απευθυνόμενη στην ΙΓ' Δ.Ο.

Υ Αθηνών, που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας Α ...85 ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέση την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο Δηλών". 4) Κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2007 κατήρτισαν την αριθμ….83/26-2-2007 εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ του έτους 2006 απευθυνόμενη στην ΙΓ' Δ.Ο.

Υ. Αθηνών που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85, ενώ στην πρώτη σελίδα είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών" και πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία "Ε... Κ. Μ...". 5) Κατά το μήνα Απρίλιο 2007 κατήρτισαν την περιοδική δήλωση ΦΠΑ του πρώτου τριμήνου του έτους 2007, απευθυνόμενη στην ΙΓ' Δ.Ο.

Υ. Αθηνών, με αριθμό καταχώρισης …8/23-4-2007 2006 που φαινόταν να έχει υποβληθεί από τον φορολογούμενο με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας ΑΒ ...85, ενώ είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο δηλών". 6) Στις 25-4-2007 κατήρτισαν τρεις υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δηλώνονταν ότι τα αντίγραφα και τα δικαιολογητικά ήταν γνήσια (στην πρώτη υπεύθυνη δήλωση), ότι ο φορολογούμενος ήταν στο εξωτερικό και δεν είχε δηλώσεις προηγουμένων ετών (στη δεύτερη υπεύθυνη δήλωση) και ότι δεν έχει ακίνητα στο όνομα του (στην τρίτη υπεύθυνη δήλωση) κάτωθι, δε, των εγγράφων στη θέση του δηλούντος είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου.

Ακολούθως οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων υποβάλλοντας αυτά προς την ΙΓ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών και επέτυχαν να υφαρπάξουν από την ανωτέρω υπηρεσία την αριθμ. 416/16-11-2006 βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία, εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2007 στο οποίο εμφαίνονταν ότι το προαναφερόμενο ανύπαρκτο πρόσωπο Ε.

Μ. του Κ., είχε δήθεν καθαρά κέρδη από εμπορικές επιχειρήσεις 73.964,59 ευρώ με βεβαιωθέν φόρο 6.943,80 ευρώ την αριθμ 1437/13-4-2007 φορολογική ενημερότητα. Επίσης οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων υποβάλλοντας αυτά προς το ΙΚΑ Πατησίων και πέτυχαν να υφαρπάξουν από την άνω υπηρεσία την αριθμ.

…7/30-4-2007 ασφαλιστική ενημερότητα. Τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα αλλά και τα έγγραφα που είχαν καταφέρει οι κατηγορούμενοι να υφαρπάξουν από τις δημόσιες υπηρεσίες, ο Σ. Μ., σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων, έκανε χρήση αυτών και τα προσκόμισε ενώπιον των τραπεζών για να μπορέσει με εξαπάτηση να λάβει διάφορα δάνεια επ' ονόματι του ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ.. χωρίς βέβαια να τα αποπληρώσει ούτε αυτός, ούτε οι συγκατηγορούμενοί του. 7) Στις 2-5-2007 ο Σ. Μ., στο επί της οδού … υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων, υπέγραψε την αριθμ. ...628 σύμβαση προσωπικού/καταναλωτικού δανείου, ύψους 18.0000 ευρώ, το προσάρτημα της και πάγια εξουσιοδότηση θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ. στη θέση του συμβαλλόμενου- οφειλέτη και ακολούθως έκανε χρήση αυτής, παραδίδοντας την στους αρμοδίους υπαλλήλους του Ταμιευτηρίου, με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου σχετικά με το ότι ο συμβαλλόμενος στη άνω σύμβαση και οφειλέτης είναι ο Ε. Μ., ανύπαρκτο δηλαδή πρόσωπο και να τους χορηγηθεί το άνω δάνειο ποσού 18.000 ευρώ το οποίο βεβαίως δεν θα αποπλήρωναν. 8) Στις 8-5-2007 ο Σ.

Μ. στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων, υπέγραψε την αριθμ. …68 σύμβαση χορήγησης δανείου για αγορά μεταφορικού μέσου, ύψους 27.600 ευρώ θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε. Μ. στη θέση του συμβαλλόμενου - οφειλέτη και ακολούθως έκανε χρήση αυτής, παραδίδοντας την στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς, με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς σχετικά με το ότι ο συμβαλλόμενος στη άνω σύμβαση και οφειλέτης είναι ο Ε.

Μ. .ανύπαρκτο δηλαδή πρόσωπο και να τους χορηγηθεί το άνω δάνειο ποσού 27.600 ευρώ, το οποίο βεβαίως δεν θα αποπλήρωναν. 9) Στις 8-5-2007 κατήρτισαν την "εξουσιοδότηση αγοράς αυτοκίνητου" που φαινόταν να έχει υπογράφει από τον εντολέα με στοιχεία Ε. Μ. και αριθμό ταυτότητας Α ...85 ενώ είχαν θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών- Εντολέας". 10) Στις 7-5-2007 ο Σ.

Μ. στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Νέα Σμύρνη σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων υπέγραψε την αριθμ. ….5/7-5-2007 σύμβαση ανοιχτού προσωπικού δανείου ύψους 20.000 ευρώ. θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε. Μ. στη θέση του συμβαλλόμενου- οφειλέτη και ακολούθως έκανε χρήση αυτής, παραδίδοντάς την στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας, σχετικά με το ότι ο συμβαλλόμενος στην άνω σύμβαση και οφειλέτης είναι ο Ε.

Μ. ανύπαρκτο δηλαδή πρόσωπο και να τους χορηγηθεί το άνω δάνειο ποσού 20.000 ευρώ το οποίο βεβαίως δεν θα αποπλήρωναν. 11) Στις 17-5-2007 ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ. στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη …, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο και εν γνώσει όλων των κατηγορουμένων, υπέγραψε αίτηση για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας Go Gold με πιστωτικό όριο 7.000 ευρώ θέτοντας την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Ε.

Μ. στη θέση του αιτούντος και ακολούθως έκανε χρήση αυτής, παραδίδοντας την στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας σχετικά με το ότι ο αιτών και οφειλέτης είναι ο Ε. Μ., ανύπαρκτο δηλαδή πρόσωπο και να τους χορηγηθεί το άνω δάνειο ποσού 20.000 ευρώ το οποίο βέβαια δεν θα αποπλήρωναν.

Το σκοπούμενο, δε συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος όλων των κατηγορουμένων, αθροιζόμενο, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. ανερχόμενο σε 72.600 (20.000 + 7.0000+ 18.000 +27.600) ευρώ.. Β)Στην Αθήνα κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους όλοι οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, και ενεργώντας από κοινού,κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους.

Συγκεκριμένα: 1 )Στις 2-5-2007 ο Σ. Μ. μετέβη στο υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην πλατεία Συντάγματος και παρέστη ψευδώς στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Ε. Μ. ζήτησε από τους υπαλλήλους να του χορηγηθεί καταναλωτικό δάνειο ύψους 18.000 ευρώ. Προκειμένου, δε, να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το άνω δάνειο προσκόμισε το άνω περιγραφόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, ήτοι το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2007, το αριθμ …37/13-4-2007 εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας της ΙΓ' Δ.Ο.

Υ Αθηνών, την αριθμ ..47/30-4-2007 ασφαλιστική ενημερότητα, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί, και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 18.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και χορήγησαν πράγματι το άνω δάνειο και με την εκταμίευσή του όλοι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος, αφού με τα ψευδή στοιχεία, που δήλωσε και υπέγραψε ο Σ.

Μ., δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του και παρεπόμενα ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. 2) Στις 3-5-2007 ο Σ. Μ. μετέβη στη …. εμφανίστηκε στον έμπορο αυτοκίνητων Σ. Φ. και παρέστησε ψευδώς σε αυτόν ότι ονομάζεται Ε. Μ. και ότι επιθυμεί να αγοράσει το εκτιθέμενο προς πώληση χωρίς αριθμό κυκλοφορία μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μάρκα MERCEDES C 200 με αριθμό πλαισίου 866791, ιδιοκτησίας της εταιρίας ...

Α.Ε, έναντι του τιμήματος των 34.500 ευρώ. το οποίο θα κάλυπτε κατά το μεγαλύτερο μέρος του με χρηματοδότηση από την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 27.600 ευρώ. Προκείμενου, δε να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς να του χορηγήσουν το άνω δάνειο στις 8-5-2007 προσκόμισε το άνω περιγραφόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και ψευδή δικαιολογητικά ήτοι το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2007, το αριθμ …37/13-4-2007 εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας της ΙΓ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, την αριθμ …47/30-4-2007 ασφαλιστική ενημερότητα, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί, και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 27.600 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και χορήγησαν πράγματι το άνω δάνειο και με την εκταμίευση του όλοι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της ανωτέρω τράπεζας, αφού με τα ψευδή στοιχεία, που δήλωσε και υπέγραψε ο Σ. Μ., δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του και παρεπόμενα ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. 3) Στις 7-5-2007 ο Σ.

Μ. μετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη … και παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Ε. Μ. και ζήτησε από τους υπαλλήλους να του χορηγηθεί ανοικτό προσωπικό δάνειο ύψους 20.000 ευρώ. Προκειμένου δε να πείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το άνω δάνειο προσκόμισε το άνω περιγραφόμενο πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, ήτοι το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2007, το αριθμ …37/13-4-2007 εκκαθαριστικό φορολογικής ενημερότητας της ΙΓ' Δ.Ο.Υ.

Αθηνών" την αριθμ …47/30-4-2007 ασφαλιστική ενημερότητα, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί, και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 20.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι και χορήγησαν πράγματι το άνω δάνειο και με την εκταμίευση του όλοι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αφού με τα ψευδή στοιχεία, που δήλωσε και υπέγραψε ο Σ.

Μ. δεν ήταν δυνατόν ο εντοπισμός του και παρεπόμενα ο εξαναγκασμός του στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων καταβολής των δόσεων του δανείου. 4) Στις 17-5-2007 ο Σ. Μ. μετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη … και παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Ε. Μ. και ζήτησε από τους υπαλλήλους να του χορηγηθεί πιστωτική κάρτα Go Gold με πιστωτικό όριο 7.000 ευρώ.

Προκειμένου, δε, να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν την άνω πιστωτική κάρτα προσκόμισε το άνω περιγραφόμενο πλαστό φορολογικής ενημερότητα; της ΙΓ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, την αριθμ ..47/30-4-2007 ασφαλιστική ενημερότητα, προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο ψευδές εκκαθαριστικό, που είχε υφαρπαχθεί και να του χορηγήσουν την πιστωτική κάρτα Go Gold με πιστωτικό-όριο 7.000 ευρώ, χρηματικό ποσό που θα καρπώνονταν από κοινού οι κατηγορούμενοι, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους και συγκεκριμένα, διότι στις 21-5- 2007 όταν ο Σ.

Μ. εμφανίστηκε στο παραπάνω υποκατάστημα της Τράπεζας και επιχείρησε να παραλάβει την πιστωτική κάρτα, συνελήφθη από αστυνομικούς. Το συνολικό, δε παράνομο περιουσιακό όφελος όλων των κατηγορουμένων και η προκληθείσα ζημία εκ των ανωτέρω πράξεων τους αθροιζόμενο, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 72.600 (20.000 + 7.000 + 18.000 + 27.600) ευρώ.

Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση τους και από την υποδομή, που είχαν δημιουργήσει, με την κατάλληλη οργάνωση και προετοιμασία, συνεργαζόμενοι μεθοδικά και οργανωμένα, που τους επέτρεπε τη σταθερή επανάληψη τους στο μέλλον, προκύπτει σκοπός τους για τον πορισμό εισοδήματος για βιοπορισμό και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους." IX.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τη ενοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδίκασε την κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ', 27, 45, 98, 216 παρ.1-3 εδ.

β, και 386 παρ. 1 και 3 εδ α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης . Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες καθόσον : Α) Εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη συμμετείχε στην τέλεση των εγκλημάτων ως συναυτουργός, ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, με κοινό δόλο και δράση, με επιμέρους συγκλίνουσες ενέργειες όλων των συναυτουργών, για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων.

Β) Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και η αναγνωσθείσα υπ' αρ. 3976/2014 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, από την οποία όμως δεν πήγαζε δεδικασμένο ή άλλη δέσμευση του δικάσαντος δικαστηρίου, αφού με αυτήν την απόφαση η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη κηρύχθηκε αθώα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, δηλαδή πράξεων διάφορων των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε με την κρινόμενη απόφαση.

Γ) Εκτίθεται ότι συνέτρεξαν διαδοχικά απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες (οι τετελεσμένες) οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εκάστοτε εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτόν, συνδεόμενες με ενότητα δόλου που στοιχειοθετούν κατ' εξακολούθηση τέλεση, και συνεπώς δεν πρόκειται για πράξη απάτης που τελέστηκε άπαξ.

Δ) Αιτιολογείται με πληρότητα η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης της απάτης, θεμελιώνεται στην επανειλημμένη τέλεση της πράξης, που ανακύπτει και από μόνη την παραδοχή της τέλεσης κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά, περαιτέρω και στην υποδομή, που είχε διαμορφώσει η δράστης με τους συμμετόχους της και με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό πάντα τον πορισμό εισοδήματος.

Για την παραδοχή της κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης αυτής, το δικαστήριο δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση προκύπτει σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο απάντησε στον ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί μεταβολής της κατηγορίας σε απάτη πλημμεληματικού χαρακτήρα, μολονότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να υφίσταται υποχρέωση του να απαντήσει αιτιολογημένα, αλλά για άρνηση της κατηγορίας (ΑΠ 765/2017, ΑΠ 1149/2014, ΑΠ 307/2013, ΑΠ 664/2015 ) Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους ως άνω λόγους, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Χ. H κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.

Η απόρριψη ενός, παραδεκτώς προβαλλόμενου, αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016), διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο " ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι το χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.

Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από τη μη ύπαρξη καταδίκης (λευκό ποινικό μητρώο), αλλά έχει βασικώς αυτοτελή θετική υπόσταση. Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης (ΑΠ 1176/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο συνήγορος της κατηγορουμένης, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Έως τον χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κρίθηκα ένοχη με την απόφαση του Δικαστηρίου Σας έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικότερα κοινωνική ζωή και δεν υπέπεσα σε καμία εγκληματική πράξη.

Γεννήθηκα στην πόλη της Νέας Υόρκης των Ηνωμένων Πολιτειών το 1971 από Έλληνες γονείς και σπούδασα οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Μέρυλαντ από το οποίο αποφοίτησα το 1997... Στην αρχή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας στην πατρίδα μας εργάστηκα για χρονικό διάστημα ενός έτους ως οικονομολόγος στην διοίκηση της ναυτιλιακής εταιρείας ...

στη συνέχεια ως υπεύθυνη οικονομικών συναλλαγών στις εταιρείες ... και στη συνέχεια στις εταιρείες ... Είμαι εγγεγραμμένη με την ιδιότητα του οικονομικού συμβούλου στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Πειραιώς, ενώ από το έτος 2002 μέχρι τη σύλληψη μου δραστηριοποιήθηκα ως ελεύθερη επαγγελματίας στον τομέα της παροχής οικονομικών συμβουλών σε χρηματοπιστωτικά θέματα με δική μου επιχείρηση ...Έχοντας σταθερή εργασία φρόντιζα συστηματικά και σε μόνιμη βάση να υποστηρίζω τους υπέργηρους γονείς μου, τους οποίους ενίσχυα οικονομικά όλα αυτά τα χρόνια διότι τα εισοδήματα τους ήταν περιορισμένα, ενώ συγχρόνως διέμενα μαζί τους στην ίδια οικία, έχοντας σαν απόλυτη προτεραιότητα την επιμέλεια και την εν γένει φροντίδα τους...." .

Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό της κατηγορουμένης με την εξής αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση, ... ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορούμενης υπέβαλε ... αίτημα αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου84παρ.2 περ.α του ΠΚ, δηλαδή ότι πριν από την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων επέδειξε θετική επωφελή για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο εν πιο πάνω άρθρο....

Τέτοια συμπεριφορά όμως δεν θεμελιώνει το ότι η κατηγορούμενη φροντίζει τους γονείς της, ότι σπούδασε οικονομικές επιστήμες και ότι έχει σταθερή εργασία προς βιοπορισμό, αφού δεν επικαλέστηκε ούτε και αποδείχθηκε θετική επωφελής για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο ως άνω άρθρο γι' αυτό και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.".

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος .

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους ως αβάσιμοι στην ουσία τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 147/8-1-2018 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αρ. 2502/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ