Legislator Case Law & Legislation
1803/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on lawyer fees in expropriation compensation cases, overturning lower court's calculation.

Case Number 1803/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision regarding legal fees in an expropriation compensation case. The lower court had incorrectly calculated the lawyer's fee at 2.5% instead of the statutory 1.5% applicable to such proceedings. Consequently, the Court upheld the appeal on the fee issue while retaining the case on other grounds and ordered the losing parties to pay the State's costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18(3) of Law 2882/2001; Article 130(1) of Law 4070/2012: In proceedings for compensation due to compulsory expropriation, the lawyer's fee is legally determined at 1.5% of the compensation amount, regardless of whether the expropriation proceedings were concluded before or after the relevant laws entered into force.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation legal fees calculation lawyer remuneration expropriation compensation statutory fee rate legal costs allocation appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 18(3) of Law 2882/2001
Article 130(1) of Law 4070/2012
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1-4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 20/2005
Supreme Court Case 11/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Γ. Α., το γένος Χ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Θ. Λ. του Θ., 3) Φ. χας Χ. Λ., 4) Θ. Λ. του Χ. και 5) Γ. Λ. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Τσέτσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκε η 247/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για συζήτηση στο Εφετείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκε η 40/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 27-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δεύτερη αιτίασή του (επικουρική) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1-4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν συμμετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Χ. Τ., μετά από γραπτή παραγγελία της δικηγόρου Ιωαννίνων Χριστίνας Τσέτσου, πληρεξουσίας των εκ των αναιρεσιβλήτων δευτέρου, τρίτης, τετάρτου και πέμπτου τούτων, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, Ε.

χήρα Γ. Α., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης από 9-4-2014 αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της υπ' αριθμ. …/11-04/2014, τη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Εφετείο Ιωαννίνων) και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Δ' τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου …, τη δικάσιμο της …., κατά την οποία αυτή (1η αναιρεσίβλητη) κλήθηκε να παραστεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Όμως η αναιρεσίβλητη αυτή δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της απ' το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμ. 40/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 29-2-2008 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στην οποία εξέθεταν ότι με την 1014417/65Β/0010/26-2-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού από Βροσίνα προς Ιωάννινα και την κατασκευή του ανισόπεδου Κόμβου Ιωαννίνων.

Ότι μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονταν και η ιδιοκτησία τους με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …, εμβαδού 5.000 τ.μ. Ότι με τις υπ' αριθμ. 709/1998 και 251/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και του Εφετείου Ιωαννίνων, αντίστοιχα, καθορίστηκε η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση, ενώ στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 369/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Εξέθεταν δε στη συνέχεια, ότι ενώ η απαλλοτρίωση είχε συντελεστεί από το έτος 2000, το εναγόμενο δεν τους αποζημίωσε για τμήματα της ιδιοκτησίας τους εμβαδού 894 τ.μ., με τον ισχυρισμό ότι για τα τμήματα αυτά είχαν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης. Ότι, όμως, η έκταση των 414 τ.μ. που απέμεινε από την αρχική ιδιοκτησία τους, δεν έχει καμμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση για τους λόγους που ειδικότερα εξέθεταν στην αγωγή και ότι για το λόγο αυτό πρέπει να αποζημιωθούν και για την έκταση των 894 τ.μ.

με την οριστική τιμή αποζημίωσης που ορίστηκε με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Με το παραπάνω ιστορικό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα ποσά αυτά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 247/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία το δικαστήριο αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλη για την εκδίκαση της εν λόγω υποθέσεως και παρέπεμψε αυτήν κατ' άρθρ. 33 του Ν. 2791/2001, ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 247/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 9-1-2012 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 40/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 247/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, έγινε δεκτή η ένδικη από 29-2-2008 αγωγή και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εις ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων τα εις την απόφαση αυτή διαλαμβανόμενα ποσά.

Ήδη, με την κρινόμενη, από 9-4-2014 αίτηση αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ζητεί για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσής του, την αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με σκοπό να απορριφθεί η με αριθμό κατάθεσης 364/27-3-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προβάλλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχθέν ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, παραβίασε τους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 διότι η κρίση της μαχιμότητας του τεκμηρίου ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, είτε πρόκειται για απαλλοτρίωση συντελεσθείσα μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω άρθρου 33, είτε για μη συντελεσθείσα μέχρι τότε απαλλοτρίωση, ανήκει στην αρμοδιότητα του Εφετείου και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1.

Επί του άνω λόγου αναίρεσης λεκτέα τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι το από τις διατάξεις του ν. 653/1997 (άρθρο 1 παρ. 1 και 3) προβλεπόμενο, τεκμήριο ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, ενώ εξάλλου, με το άρθρο 37 εδαφ.

α' του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι, η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19.12.2001) και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος τους συντελεσθεί.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το σαφές νόημα του άρθρου 37 εδαφ. α' του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρο 2 ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...", προσέτι δε, καταλαμβάνονται αναδρομικά, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα.

Αντίθετα, το άρθρο 37 εδαφ. α' του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ιδίου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν καταρχήν στις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδαφ. α' του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σε αυτήν, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από τον νόμο 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής.

Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδαφ. α' του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 37 εδαφ.

α' του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν -ακόμη τότε- σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στην γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς τον σκοπό αυτόν, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται, έτσι, τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του, όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεστεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αφού προς αυτές ήταν δυνατή πλέον, χωρίς άλλο, η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδαφ.

α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί, στην περίπτωση αυτή, άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα, υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας από αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκυρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφελείας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρως της αποζημίωσής του.

Συνεπώς, οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ιδίου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος τους αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλειστεί σε αυτές τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (ΑΠ 2120/2014, Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 12/2011, ΑΠ 1317/2011).

Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, δέχθηκε ανέλεγκτα επί λέξει ότι: "[...] η συντέλεση της επίδικης απαλλοτρίωσης επήλθε, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του ν. δ. 797/1971 (που εφαρμόστηκε στην απαλλοτρίωση αυτή ως εκ του χρόνου κηρύξεώς της) στις 17-1-2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 13/17.1.2001 τ.

Δ'), η με αριθμό Δ 12α/Φ21/0/37280/19.12.2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Με την απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων η κατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Ιωαννίνων [...]" και περαιτέρω δέχθηκε (η προσβαλλόμενη) ότι: "[...] οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη υπόθεση, αφού η συντέλεση της επίδικης απαλλοτρίωσης έχει επέλθει πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού".

Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο Ιωαννίνων που δέχθηκε ότι: "το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων), το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι εφαρμόζονται στην προκειμένη υπόθεση οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 33 Ν. 2971/2001 έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και στη συνέχεια εξαφάνισε την απόφασή του και κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 και 37 εδ.

α' του ν. 2971/2001 και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης εκ των αριθμ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 κρίνοντας παραδεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από την εν λόγω διάταξη ειδική διοικητική διαδικασία. Όπως, όμως, έχει αναφερθεί παραπάνω (για την απόρριψη του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου) οι διατάξεις του άρθρου 33 του ανωτέρω νόμου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 1 αυτού ειδική διοικητική διαδικασία, δεν καταλαμβάνουν τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες είχαν συντελεσθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου (19-1-2002) όπως συμβαίνει στην προκείμενη υπόθεση, κατά την οποία, όπως δεν αμφισβητεί το αναιρεσείον, η συντέλεση της επίδικης απαλλοτρίωσης έλαβε χώρα στις 17-1-2001, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του ΝΔ 797/1971 (που εφαρμόστηκε στην απαλλοτρίωση αυτή ως εκ του χρόνου κηρύξεώς της, στις 17-1-2001), οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 13/17-1-2001 τ. Δ'), η με αριθμό Δ'12α/Φ21/0/372810 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Με την απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων η κατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Ιωαννίνων.

Συνεπώς, η σχετική περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας ένδικη αγωγή, δεν υπόκειται για το παραδεκτό της, στην επικαλούμενη υπό του αναιρεσείοντος διαδικασία της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/ 2001 και ως εκ τούτου και ο παρών λόγος αναίρεσης (2ος), εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάται το αναιρεσείον ότι, το Εφετείο Ιωαννίνων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 2 και 46 ΚΠολΔ με το να μη αναπέμψει την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ. Η παρ. 1 του άρθρου 535 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 16 του ν. 2915/2001 ορίζει ότι: "Αν ο λόγος έφεσης κριθεί βάσιμος η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν".

Περαιτέρω, η παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζει ότι: "Αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46. Αν πρόκειται για κατά τόπον αναρμοδιότητα και κριθεί αρμόδιο άλλο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υπάγεται στην Περιφέρεια του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει την έφεση, αυτό μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο η να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ' ουσία".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε αγωγή χωρίς να είναι αρμόδιο καθ' ύλην και η απόφασή του προσβληθεί με έφεση και εξαφανισθεί, τότε η υπόθεση παραπέμπεται υποχρεωτικά στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46, ενώ, αν εξαφανισθεί επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο και αρμόδιο είναι άλλο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο είτε να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσία.

Αν όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την αγωγή στο κατ' αυτό αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο, τότε η απόφασή του, αν προσβληθεί με λόγο έφεσης ή κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα της καθ' ύλην αρμοδιότητας από το Εφετείο, εξαφανίζεται δυνάμει την πρώτης παραγράφου του άρθρου 535 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατεί υποχρεωτικά την υπόθεση και δικάζει αυτή κατ' ουσία, μη δυνάμενο να την παραπέμψει στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, η δε ρύθμιση αυτή, που γίνεται με το ως άνω άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν είναι αντισυνταγματική, διότι έχει τεθεί από λόγους γενικότερου συμφέροντος για καλύτερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και του άρθρου 28 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το κράτος μεριμνά για την απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 182/2015).

Κατά συνέπεια, το Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο ότι: "[...] το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι εφαρμόζονται στην προκειμένη υπόθεση οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 33 Ν. 2971/2001 και κατόπιν αυτού κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως καθ' ύλην αρμόδιου για την εκδίκασή της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με το μοναδικό λόγο της έφεσής τους [...] και ακολούθως δέχθηκε ότι: [...] πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει και δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΑ), ήτοι την από 29-2-2008 αγωγή [...]", ουδόλως παραβίασε τις προλεχθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 5 προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης με τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 4 εδαφ. γ' του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την σε βάρος του επιβληθείσα δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου επί της ένδικης, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της προσδιορισθείσης, αρμοδίως αποζημίωσης, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατ' αποκλεισμό της προβλέπουσας την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στον αντίδικο του Δημοσίου νικώντα διάδικο, διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.

Επειδή, όμως, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από τη μη καταβολή αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε για τα ακίνητά τους που απαλλοτριώθηκαν ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης στην ουσία, πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 631/2017). Κατά συνέπεια η πρώτη αιτίαση του τετάρτου λόγου της αναίρεσης, με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, αλλά εκείνου που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 και του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2882/2001 ήτοι στο ποσό των 293 ευρώ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, αντένστασης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, ήτοι 1% και 0,50% αντιστοίχως, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 20/2005). Ενόψει δε του ανωτέρω σκοπού της εν λόγω ρύθμισης του άρθρου 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 αυτή, παρά τη στενότερη διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου, ότι "εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις", πρέπει να γίνει δεκτό για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι είναι, κατ' αναλογία, εφαρμοστέα σε κάθε μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος του νόμου δίκη με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, ως προς τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις της δίκης απαλλοτρίωσης, έστω και αν αυτή είναι ήδη συντελεσμένη, ήτοι στη δίκη περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 εκτός της προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (Ολ.ΑΠ 11/2011).

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, δικαιούχων της αποζημίωσης και καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους σε ποσοστό 2,5%. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να μη καθορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του κώδικα δικηγόρων (1% για τη σύνταξη της αίτησης και 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεων), παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 (όπως αντικ. με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 και ίσχυε κατά το χρόνο της υπόθεσης), όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά τη δεύτερη (επικουρική) αιτίαση αυτού, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο.

Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το κεφάλαιο αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων και εν όψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος (άρθρ. 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ) και να καθορισθεί η αμοιβή της τελευταίας που βαρύνει το αναιρεσείον στο νόμιμο ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Περαιτέρω, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 40/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγόντων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στην αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ