1803/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136-Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1803/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Full text
Απόφαση 1803 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1803/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136-Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ράπτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 19227Α/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. ...2016 από 15-7-2016 αίτηση του Ν. Σ. του Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 19227α/27-5-2016 αποφάσεως, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 7-7-2016, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμού και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστώ" απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Πέραν αυτών, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για τη καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 "εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις, που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23-12-2010 (ΦΕΚ τ.
Α` 218) ορίζεται ότι "I. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ".
Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει, προκύπτει, ότι για να καταστεί ανέγκλητη πράξη καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον εργοδότη για όλο το επίδικο διάστημα και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο, να μην υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και το συνολικό ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται και όχι το κατά μήνα παρακρατούμενο επί σκοπώ αποδόσεως στον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό να μην υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Η εν λόγω διάταξη είναι ευμενέστερη από την αρχική του άρθρου 33 του ν.3346/2005, η οποία όριζε ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο εργοδότη καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2.000 ευρώ και ακολούθως τα 5.000 Ευρώ, συμφώνως προς το άρθρο 4 της από 16-9-2009 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3814/2010 (ΦΕΚ Α’ 3/12-1-2010).
Περαιτέρω, ως εργοδότης κατά τις άνω διατάξεις και κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου ΑΝ 1846/1951 νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά η νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα παρέχουν την εργασία των. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή των εισφορών είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 Ν. 2556/1997, όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 61 παρ. 2 Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 Ν. 2238/1994, ο διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Προς την ίδια ουσιαστικά κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προσετέθη με το άρθρο 25 παρ.1 Ν. 4075/11-4-2012 κατά την οποίαν ως αυτουργοί των εγκλημάτων αυτών της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών, θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες α) ο πρόεδρος των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα ανωτέρω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφ’ όσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα αναφερόμενα ως άνω καθήκοντα.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι 11/4/2012, ότε εθεσπίσθη η ανωτέρω διάταξη της παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, και οφείλουν ανώνυμες εταιρίες, υπόχρεως για την καταβολή των είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά την 11/4/2012, υπόχρεοι για την καταβολή των είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον εάν λείπουν όλα τα προαναφερθέντα πρόσωπα (πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου κ.λπ.) και εφ’ όσον ασκούν πραγματικά τα καθήκοντα των αρχικών υποχρέων, δηλαδή η ευθύνη αυτών είναι επικουρική.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 2 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μην εντός του οποία παρεσχέθη ή εργασία ή υπηρεσία ...
Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά., τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Δια την ύπαρξη της τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1, 2 ΑΝ 86/1967, εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπροθέσμου καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρεσχέθη η εργασία, πρέπει να περιέχονται σ’ αυτή τα κρίσιμα περιστατικά για την θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τα οποία είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996).
Δεν απαιτείται να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήσαν αυτοί και πόσο χρόνο ηργάσθη έκαστος αυτών στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές ενός εκάστου. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής.
Επίσης επί νομικού προσώπου φερομένου ως εργοδότου εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου και αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτή μορφή ως και η θέση και ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών (ΑΠ 338/2016, ΑΠ 903/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 19227α/27-5-2016 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα και από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ’ είδος αναφέρει, δέχθηκε επί λέξει ότι: "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τα όσα ισχυρίστηκε κατηγορούμενη κρίνονται απορριπτέα ως αναπόδεικτα πέραν της αοριστίας τους. Συγκεκριμένα με τους προαναφερόμενους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς ο πληρεξούσιος του εκκαλούντος επικαλείται έλλειψη της αντικειμενικής υπόστασης της πράξεως και αναφέρει διάφορες μείζονες σκέψεις προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, χωρίς όμως να προβαίνει σε ορισμένη υπαγωγή των προκείμενων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες που επικαλείται, παρά απλώς, αναφέρει εντελώς γενικά: "Κατόπιν των ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι η ΠΕΕ που επιβλήθηκε από το ΙΚΑ είναι παράνομη.
Ουδέποτε προέβην στην τέλεση των αδικημάτων, για τα οποία κατηγορούμαι, καθόσον δεν είχα υποχρέωση να καταβάλλω στο ΙΚΑ αυτά τα ποσά" Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η ιδιότητα των ασφαλισμένων ως δημοσιογράφων, συντακτών ή διοικητικού προσωπικού, ώστε να τυγχάνει γι’ αυτούς υποχρέωση επικουρικής ασφάλισης σε άλλον ασφαλιστικό φορέα, ήτοι στον ... (Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης) και όχι στο ΙΚΑ, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος".
Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (27) μηνών και συνολική χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, του ότι, κατά λέξη: "Στην Αθήνα την 20 Οκτωβρίου 2009 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ είδος επιχείρησης ... και με τ...
ως ανωτέρω κατηγορουμ..... και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο 4/08 έως ...09 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 310.434,02 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών, συντάχθηκε η με αριθμό ... στην οποία αναγράφονται (89) μισθωτοί με ύφος αποδοχών 704.571,08 ΕΥΡΩ συνολικά. Ι. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟTlΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης ποσού 206.956,01 ΕΥΡΩ δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
ΙΙ. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ποσού 103.478 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον ως άνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε αυτός μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές τιμωρητέες για υπεξαίρεση". Με τις παραδοχές όμως αυτές το ως άνω δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρία, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά το καταστατικό της εταιρείας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ήταν διευθύνων σύμβουλος αυτής, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ. Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα του εργοδότη της εταιρείας αυτής δεν καθιστά, άνευ ετέρου, αυτόν υπόχρεο καταβολής των ως άνω εισφορών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν αυτών και χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, των οποίων παρέλκει η έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 19227α/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλ/κείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές και στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 19227α/27-5-2016 απόφαση, το Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ