1803/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 375/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά της 4414/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων για να εξαλειφθούν οι υποθήκες, που είχαν εγγραφεί υπέρ του αναιρεσείοντος σε κληρονομιαίο ακίνητο αυτών, λόγω ολοσχερούς εξόφλησης του χρέους. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και συνεπώς είναι παραδεκτή, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].
Legislator headnote
AI generated1803/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας με το ... από 27-5-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 2-1-1997 Π. Κ., οι ενάγοντες τυγχάνουν νόμιμοι κληρονόμοι του τελευταίου, ... Για την ίδια επίσης κληρονομιά έχει εκδοθεί το υπ' αριθ. 128/1998 πιστοποιητικό κληρονομιάς (κληρονομητήριο) ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1803 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Σταυρούλα Μπανάκου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Π. Κ., το γένος Η. Σ., 2. Ε. θυγ. Π. Κ., 3. Μ. θυγ. Π. Κ. συζ. Α. Γ., κατοίκων ..., 4. Χ. θυγ. Π. Κ., συζ. Σ. Α., κατοίκου ..., 5. Ρ. θυγ. Π. Κ., κατοίκου ..., 6. Ν. Α. του Σ. και 7. Χ. Α. του Σ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Βλάχου, πλην της πέμπτης που παραστάθηκε με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4414/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 19-4-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 375/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά της 4414/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων για να εξαλειφθούν οι υποθήκες, που είχαν εγγραφεί υπέρ του αναιρεσείοντος σε κληρονομιαίο ακίνητο αυτών, λόγω ολοσχερούς εξόφλησης του χρέους. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και συνεπώς είναι παραδεκτή, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].
2. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων [Ολ ΑΠ 2/2008]. Εξ άλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για την μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος δε αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά, την αληθή έννοια του κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν, όχι όμως, αν τα διδάγματα αυτά χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας [ΑΠ 132/2006].
3. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας με το ... από 27-5-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 2-1-1997 Π. Κ., οι ενάγοντες τυγχάνουν νόμιμοι κληρονόμοι του τελευταίου, ... Για την ίδια επίσης κληρονομιά έχει εκδοθεί το υπ' αριθ. 128/1998 πιστοποιητικό κληρονομιάς (κληρονομητήριο) ...
με το οποίο πιστοποιήθηκε το κληρονομικό δικαίωμα καθένα τούτων (εναγόντων) στο αμέσως παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο, του οποίου ο παραπάνω κληρονομηθείς ήταν κύριος ... . Περαιτέρω, ο παραπάνω διαθέτης Π. Κ. όσο ζούσε είχε συνάψει σειρά δανείων με δανειστή το εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διαφόρων ποσών, δυνάμει των παρακάτω δανειακών συμβολαίων και προς παροχή ασφάλειας για τη προσήκουσα απόδοση των δανεισθέντων ποσών, χορήγησε στο εναγόμενο το δικαίωμα εγγραφής υποθηκών επί του προπεριγραφέντος ενιαίου ακινήτου των 800 τ.μ. ...
Ήδη με καταβολές από τον Π. Κ., αλλά και από τους ενάγοντες τα ασφαλιζόμενα με τις παραπάνω υποθήκες χρέη έχουν πλήρως εξοφληθεί (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 104222/7.7.2005 έγγραφο της Κεντρικής Υπηρεσίας του εναγόμενου προς τη Μ. Κ., όπου αναφέρονται τα ποσά που καταβλήθηκαν μετά το θάνατο Π. Κ., ήτοι το 2000 το ποσό των 38.151,14 ευρώ, το έτος 2002 το ποσό των 58. 697,03 ευρώ και το έτος 2003 το ποσό των 44.084,22 ευρώ.
Ειδικότερα, το εναγόμενο ομολογεί ότι τα ως άνω δάνεια έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας με ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, δηλαδή με καταβληθέντα ποσά: α) 13.680.225 δρχ για κεφάλαιο και β) 79.848 218 δρχ για τόκους. Περαιτέρω όμως το εναγόμενο, επικαλείται: 1) όρους των ενδίκων δανειακών συμβάσεων που συνήψε ο Π.
Κ., σύμφωνα με τους οποίους ορίζεται ότι: α) "ομοίως συνομολογείται ότι πάντα τα έξοδα του παρόντος, εξοφλήσεως κατά το κεφάλαιο, τόκους, τόκους υπερημερίας και εν γένει έξοδα και λοιπά, εγγραφής και εξαλείψεως της υποθήκης ως και πάντα γενικώς τα έξοδα, τέλη, φόροι, πάσης φύσεως δικαιώματα, οποιασδήποτε φύσεως δαπάνες και μέχρις εντελούς εξοφλήσεως τους βαρύνουν εξ ολοκλήρου και αποκλειστικώς τον οφειλέτη" και β) "μετά δε την υπό του οφειλέτη ολοσχερή εξόφληση του προκείμενου δανείου κατά δε το κεφάλαιο, τόκους, τόκους υπερημερίας, εν γένει έξοδα και λοιπά ο δανειστής υποχρεούται να συναινέσει στην ολοσχερή εξάλειψη και διαγραφή της δια του παρόντος παρεχομένης υποθήκης επ' ανωτέρω περιγραφόμενο ακινήτου", και 2) το με επίκληση προσκομιζόμενο από το ίδιο υπ' αριθ.
πρωτ. 1065725/890/Τ κα Εψ/18-9-2003 διευκρινιστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Τελών και Ειδ. Φορολογιών που του απεστάλη προς ενημέρωσή του με θέμα "τέλη χαρτοσήμου επί των τόκων στεγαστικών δανείων" κατά το οποίο "για την εξόφληση των τόκων εν όλω ή εν μέρει, είτε αυτή γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, είτε με συμβολαιογραφικό, οφείλονται τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα τέλη χαρτοσήμου για το ποσό των εξοφλούμενων τόκων.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον, όπως προκύπτει από το έγγραφο σας, κατά την εξόφληση κάθε δόσης στεγαστικού δανείου που χορηγείτε, περιλαμβάνονται και οι αναλογούντες τόκοι, τα επ' αυτών τέλη χαρτοσήμου οφείλονται για την εξόφληση αυτή ανεξάρτητα αν μετά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου λαμβάνει χώρα εξάλειψη της εγγεγραμμένης υποθήκης", και με βάση αυτά αρνείται να συναινέσει στην εξάλειψη και διαγραφή των προαναφερθεισών υποθηκών, παρότι ομολογεί ότι εγένετο ολοσχερής εξόφληση του κεφαλαίου και των τόκων με σύνθετη τοκοχρεωλυσιών.
Διότι, ισχυρίζεται ότι, με τις προεκτεθείσες ως άνω καταβολές από τον ίδιο τον δανειολήπτη και τους κληρονόμους του ενάγοντες δεν έχουν εξοφληθεί αφενός μεν τα πιο πάνω έξοδα, αφετέρου δε και το αναλογούν χαρτόσημο των τόκων. Όμως οι ανωτέρω πρωτόδικοι ισχυρισμοί του εναγομένου, επανυποβαλλόμενοι με τους οικείους λόγους της έφεσης, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι και τούτο διότι αναφορικά με τα συμβολαιογραφικά έξοδα, ενόψει του ότι ζητείται η εξάλειψη των ενδίκων υποθηκών με δικαστική απόφαση δεν απαιτείται η συναίνεση του εναγομένου προς τούτο ενώπιον συμβολαιογράφου, ώστε να γεννώνται τέτοιου είδους έξοδα εις βάρος του εναγομένου, με συνέπεια να μη οφείλονται από τους ενάγοντες τέτοιας μορφής έξοδα.
Επίσης, αναφορικά με το φερόμενο ως αναλογούν στους καταβληθέντες τόκους καθ' όλη τη διάρκεια των δανειακών συμβάσεων τέλος χαρτοσήμου, αυτό δεν αποτελεί έξοδο για την εξάλειψη των υποθηκών, αλλά οφειλή από τους τόκους, το οποίο ως τέτοια, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής, ενόψει και της ομολογίας του εναγομένου ότι επήλθε, κατά προλεχθέντα, ολοσχερής εξόφληση των ενδίκων δανειακών συμβάσεων με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας με τις ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, κατά κεφάλαιο και τόκους σε κάθε περίπτωση τούτο (χαρτόσημο) ενσωματώθηκε στις τοκοχρεωλυτικές δόσεις που καταβλήθηκαν τόσον από τον δανειολήπτη Π.
Κ., όσον και από το ενάγοντες κληρονόμους τους, όπως εύλογα κατά τους ισχυρισμούς του θεωρούν οι τελευταίοι, άποψη την οποία υιοθετεί και το Δικαστήριο. Διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν νοείται η ομολογούμενη από το εναγόμενο ολοσχερής εξόφληση κεφαλαίου και τόκων, όπως αυτή επιβεβαιώνεται από το σχετικό ως άνω υπ' αριθ. 104222/7-7-2005 έγγραφο του (εναγομένου Τ.Π.Δ., Ν.Π.Δ.Δ.) προς την πρώτη ενάγουσα.
Τέλος επισημαίνεται ότι ήδη με το άρθρο 18 του ν. 3470/2006 που ισχύει κατ' άρθρο 26 ιδίου νόμου από 28-6-2006 (ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ) χωρίς όμως αναδρομική ισχύ, καταργείται το Τέλος Χαρτοσήμου επί των συμβάσεων δανείου που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δη επί της εξόφλησης των εν λόγω δανείων, των εξ αυτών τόκων και κάθε παρεπόμενου συμφώνου.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους οικείους λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και η έφεση απορριπτέα ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ως προς τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι έχουν εξοφλήσει κάθε απαίτηση του αναιρεσείοντος για τα δάνεια που είχε χορηγήσει στον δικαιοπάροχό τους και που αποτελεί νόμιμο λόγο εξάλειψης των υποθηκών οι οποίες είχαν εγγραφεί στο ένδικο ακίνητο, για την εξασφάλιση του αναιρεσείοντος.
Με βάση δε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416 και 1317 ΑΚ, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε. Επομένως είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον επικαλούμενο αντίστοιχα τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται αφενός μεν ότι Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 14 παρ.1 και 15 παρ. 17 του ΠΔ 28/ 1931 "περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου" και αφετέρου ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Τούτο δε καθόσον αμφότεροι οι πιο πάνω λόγοι, [παρεκτός του ότι με ένα μέρος αυτών πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική κρίση του Εφετείου], στηρίζονται επί πλέον και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι για την ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον.
Τέλος οι ίδιοι λόγοι αλυσιτελώς προβάλλονται καθόσον ήδη με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.5 του ν. 3867/2010 ορίσθηκε ότι η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 18 του ν. 3470/2006 με την οποία απαλλάχθηκαν από τα τέλη χαρτοσήμου οι απορρέοντες τόκοι από τις δανειακές συμβάσεις που θα καταρτίζει στο μέλλον το αναιρεσείον, εφαρμόζεται και στα δάνεια που είχαν χορηγηθεί από αυτό μέχρι 27-6-2006, όπως είναι και τα επίδικα.
4. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔικ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει σαφώς ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνο όταν το βάρος απόδειξης επιβλήθηκε εσφαλμένα στον αναιρεσείοντα και όχι όπως έπρεπε, στον αντίδικό του, αυτό δε, είχε ως συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός αυτού να απορριφθεί ως αναπόδεικτος, εξαιτίας έλλειψης αποδείξεων ή ανεπάρκειας αυτών.
Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων διάταξης του άρθρου 346 ΚΠολΔ) και εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτίασης [ΑΠ 164/2009].
Στην προκείμενη υπόθεση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στο Εφετείο η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, ότι δηλαδή αυτό, απορρίπτοντας σιωπηρά τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο η ομολογία του περί εξόφλησης των δανειακών συμβάσεων καταλαμβάνει μόνο το γεγονός ότι το ποσό των 79.848.218 δρχ αντιπροσωπεύει τους τόκους και όχι το επ' αυτών αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, εσφαλμένα ερμήνευσε τους ορισμούς ως προς το βάρος απόδειξης, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι έφεραν το βάρος να αποδείξουν εξόφληση τόσο των τόκων όσο και του αναλογούντος σ' αυτούς τέλος χαρτοσήμου.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτος ,αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι [η έμμεση] απόρριψη του πιο πάνω λόγου έφεσης οφείλεται στο ότι δεν προσκομίστηκαν από το ίδιο ή τους αντιδίκους του σχετικές επαρκείς αποδείξεις. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τέτοιες αποδείξεις προσκομίστηκαν, με επίκληση και από τα δύο διάδικα μέρη, από την εκτίμηση δε αυτών, οδηγήθηκε το Εφετείο, [με τη παραδοχή αντίθετων περιστατικών],στην έμμεση απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσης.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915 /2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η άλλη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔικ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε. [ΑΠ 1819/2008]. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και η πρώτη ενώπιον αυτού συζήτηση έγινε στις 9-5-2007, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001.
Επομένως,σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε αποδείξεις για τα πράγματα που δέχθηκε, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί πλήρους εξόφλησης των δανείων που είχε λάβει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, [ήτοι κατά κεφάλαιο, τόκους και αναλογικά τέλη χαρτοσήμου], όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Συνεπώς, ο ίδιος από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
6. Από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ συνάγεται, ότι ο με αυτήν διατυπούμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ' αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔικ εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και στην περίπτωση της εσφαλμένης, [κατά τον αναιρεσείοντα], εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας περιεχομένου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη υπόθεση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον, επικαλούμενο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 Κ ΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό 104222/7-7-2005 εγγράφου του, που απευθύνονταν προς την αναιρεσίβλητη Μ. Κ.. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο του εν λόγου εγγράφου ως εξώδικη ομολογία εξόφλησης και των τελών χαρτοσήμου επί των τόκων, ενώ εάν το εκτιμούσε ορθά θα έπρεπε να δεχθεί ότι η ολοσχερής εξόφληση αφορούσε κεφάλαιο και τόκους, όχι όμως και τα λοιπά έξοδα, όπως είναι τα αναλογικά τέλη χαρτοσήμου επί των τόκων.
Ο λόγος αυτός όπως διατυπώνεται και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απαράδεκτος αφού δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά η συναγωγή από το έγγραφο αυτό αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό το αναιρεσείον.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔικ). Η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 22 §§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52§ 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5§12 ν. 1738/87 και 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι πρόκειται για ΝΠΔΔ και η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 375/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ