Legislator Case Law & Legislation
1803/2012 AI generated

1803/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1803/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1803/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με την 129436/7901/8-10-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εδιώκετο η καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως, ως και του βαρύνοντος κατά τη σύμβαση την εναγομένη σε ποσοστό 50/00 φόρου υπεραξίας. Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αγωγών, εκδόθηκε, συνεκδικαζομένων, η 6412/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η με στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. - Β. Μ. Ο.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φαρμάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΜΑΝΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαλάμπρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 15 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και β) με την από 24 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6412/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6109/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαΐου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή τη αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 852/26-6-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6109/14-9-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την Α.117944/7255/17-9-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εδιώκετο η καταψήφιση του καταβληθέντος τιμήματος για την πώληση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την διατυπούμενη στο από 15-6-2001 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση της επιχειρήσεως χορευτικού κέντρου ψυχαγωγίας και διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο "VIVA CLUB", με θεμελίωση της φερομένης προς διάγνωση αξιώσεώς της κύρια στην άσκηση του δικαιώματος αναστροφής και επικουρικώς εκείνου της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πωλήσεως λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας, τα οποία εντοπίζονται (α) στην μη λειτουργία της επιχειρήσεως, (β) σε επεμβάσεις πέραν των αρχιτεκτονικών σχεδίων, (γ) σε αδυναμία συνεχίσεως λειτουργίας της επιχειρήσεως με την παλαιά άδεια και τα παλαιά φορολογικά στοιχεία και (δ) σε μη υποβολή από την εναγομένη δηλώσεως κέρδους ή ωφέλειας από την πώληση στην αρμόδια ΔΟΥ και Β.

με την 129436/7901/8-10-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εδιώκετο η καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως, ως και του βαρύνοντος κατά τη σύμβαση την εναγομένη σε ποσοστό 50/00 φόρου υπεραξίας. Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αγωγών, εκδόθηκε, συνεκδικαζομένων, η 6412/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η με στοιχ.

Α αγωγή αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη κατά τις με στοιχ. (γ) και (δ) βάσεις της και ως αόριστη κατά τη με στοιχ. (β) και απορρίφθηκε κατά τούτο. Αντίθετα, μετά θετική αξιολόγηση της εν λόγω αγωγής κατά τη με στοιχ. (α) βάση της, με μείωση του τιμήματος, με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο 542 ΑΚ ευχέρεια, από το ποσό των 50.000.000 δρχ.

σε εκείνο των 45.000.000 δρχ, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενόψει του καταβληθέντος τιμήματος των 30.000.000 δρχ. Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτές κρίθηκε παράλληλα κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της με στοιχ. Β αγωγής ότι η δι' αυτής εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα από οφειλόμενο υπόλοιπο του συνομολογηθέντος τιμήματος το ποσό των (45.000.000 - 30.000.000) 15.000.000 δρχ., το οποίο περιορίσθηκε, κατόπιν παραδοχής ενστάσεως συμψηφισμού της εναγομένης για τον βαρύνοντα την ενάγουσα σε ποσοστό 50/00 φόρο υπεραξίας και το επιβληθέν πρόστιμο λόγω μη εμπρόθεσμης τηρήσεως από την τελευταία της φορολογικής της υποχρεώσεως υποβολής της σχετικής δηλώσεως στην αρμόδια ΔΟΥ, στο ποσό των 9.071.000 δρχ (26.621 €), κατά το οποίο και έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή.

Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις (ι) 4059/8-5-2006 και (ιι) 3143/6-4-2006 εφέσεις, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 6109/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με βάση τις αυτές αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με μόνη διαφοροποίηση ως προς τη μείωση του τιμήματος από το ποσό των 50.000.000 δρχ σε εκείνο των 40.000.000 δρχ αντί των 45.000.000 δρχ, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Σε συνέπεια με την παραδοχή της απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη με στοιχ. (ιι) έφεση της με στοιχ.Α εναγομένης και με στοιχ.Β εναγούσης. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (ι) εφέσεως της με στοιχ.Α ενάγουσας και με στοιχ.Β εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά τα με στοιχ.Α (α) και Β κεφάλαια αυτής και εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως έγινε δεκτή η με στοιχ.

Α αγωγή κατά τη μείωση του τιμήματος και η με στοιχ.Β αγωγή για το ποσό των 4.071.000 δρχ. (11.947,17 €), αντί εκείνου των 9.071.000 δρχ. (26.621 €), το οποίο επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η εναγομένη - ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α. - Β. Μ. Ο.Ε.) εκμεταλλευόταν επιχείρηση χορευτικού κέντρου διασκέδασης (strip show) σε μισθωμένο κατάστημα επί της ... και με το διακριτικό τίτλο "viva club", ενώ η ενάγουσα-εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΜΑΝΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" εκμεταλλευόταν όμοια επιχείρηση επί της ...

με το διακριτικό τίτλο "APHRODITE PALACE", η οποία όμως από τις αρχές του 2001 αντιμετώπιζε πρόβλημα στη συνέχιση της λειτουργίας της (ανάκλησης της σχετικής άδειας από τον αρμόδιο Δήμο). Για το λόγο αυτό οι εκπρόσωποι των δύο εταιρειών ήλθαν σε πολύμηνες διαπραγματεύσεις με σκοπό την πώληση από την ΟΕ στην ΑΕ της επιχείρησης "viva club".

Κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων οι εκπρόσωποι της ΑΕ παρακολούθησαν τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης και μελέτησαν τη δυνατότητα περαιτέρω αξιοποίησης της εν λόγω επιχείρησης. Στις 15-6-2001 οι εκπρόσωποι της ΟΕ και οι εκμισθωτές του καταστήματος όπου λειτουργούσε η επιχείρηση "viva club" συμφώνησαν τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης και την ίδια μέρα η ΑΕ συνήψε με τους ιδίους εκμισθωτές νέα σύμβαση μίσθωσης του ιδίου καταστήματος από 1-7-2001 και για 9 έτη για ομοειδή χρήση αυτού, καθώς επίσης την ίδια μέρα υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων εταιρειών ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης της εν λόγω επιχείρησης.

Μ' αυτό συμφωνήθηκε ότι η πωλήτρια ΟΕ θα μεταβίβαζε στην αγοράστρια ΑΕ τη φήμη, πελατεία, το διακριτικό τίτλο και τον εξοπλισμό της επιχείρησης αντί συνολικού τιμήματος 50.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά και συγκεκριμένα 30.000.000 δρχ., με την παράδοση της επιχείρησης και τα υπόλοιπα 20.000.000 δρχ., με επιταγές μεταχρονολογημένες, ημερομηνίας έκδοσης 25-12-2001.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι η πωλήτρια θα εξοφλούσε σύντομα όλες τις υπάρχουσες οφειλές της επιχείρησης και θα ήταν υπεύθυνη για οφειλές ή πρόστιμα που θα αφορούσαν το χρόνο λειτουργίας της επιχείρησης μέχρι τη μεταβίβαση. Ακόμη συμφωνήθηκε ρητά (όρος 6) ότι "προσωρινά και για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο μηνών, μέχρι να ολοκληρωθούν οι νόμιμες διαδικασίες για τη χορήγηση νέας άδειας λειτουργίας του καταστήματος επί της ...

στο όνομα της αγοράστριας, το κατάστημα και η επιχείρηση θα λειτουργεί με την υπάρχουσα άδεια ... και με τα φορολογικά στοιχεία της πωλήτριας (ταμειακές μηχανές, εισιτήρια) ..." και ότι (όρος 6Δ) για το χρονικό αυτό διάστημα η αγοράστρια θα ήταν "υπεύθυνη να καλύψει τα βάρη, πρόστιμα ή χρηματικές ποινές (φορολογικά, αγορανομικά πρόστιμα, δικαστικά έξοδα, έξοδα δικηγόρων κλπ) καθώς και τον ΦΠΑ και τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος".

Τέλος ρητά επίσης συμφωνήθηκε (όρος 6Γ) ότι "αν τυχόν προκύψει υπεραξία από τη μεταβίβαση της επιχείρησης στην αγοράστρια αυτή θα πληρωθεί κατά 50% από τα συμβαλλόμενα μέρη". Αφού παραδόθηκε λοιπόν η επιχείρηση στην αγοράστρια, η οποία κατέβαλε 30.000.000 δρχ., ως μέρος του τιμήματος, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή δεν λειτουργούσε αφού το προσωπικό αυτής και κυρίως το χορευτικό της μπαλέτο είχε αποχωρήσει.

Μάλιστα λίγες ημέρες μετά την υπογραφή του συμφωνητικού μεταβίβασης η πωλήτρια ΟΕ παρέδωσε στην αγοράστρια ΑΕ βεβαιώσεις του ΙΚΑ (υποκ/τος Ν. Κόσμου) περί μη ύπαρξης οφειλών της επιχείρησης σ' αυτό, όπου, αναγραφόταν ότι η ΟΕ δεν απασχόλησε ποτέ ούτε απασχολεί προσωπικό στο εν λόγω κέντρο διασκέδασης, γεγονός που σημαίνει ότι το (αλλοδαπό κυρίως) προσωπικό που χρησιμοποιούσε η πωλήτρια δεν προσελήφθη και δεν απασχολείτο νομότυπα.

Ενόψει αυτού αλλά και του γεγονότος ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης με την παλαιά άδεια και τα παλαιά φορολογικά στοιχεία, αφού είναι απαγορευμένο, η αγοράστρια προέβη σε ανακαίνιση του καταστήματος και στην έκδοση νέας άδειας λειτουργίας αυτού στο όνομά της με το διακριτικό τίτλο "APHRODITE PALACE", το οποίο και άρχισε να λειτουργεί από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2001.

Πριν από αυτό, στις 26-6-2001 επέδωσε στους εκπροσώπους της πωλήτριας την από 20-6-2001 εξώδικη δήλωσή της περί αναστροφής, άλλως υπαναχώρησης εκ της πωλήσεως. Από τα προαναφερθέντα και κυρίως από το περιεχόμενο του από 15-6-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει σαφώς και αναμφίβολα, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης "εν λειτουργία" αποτέλεσε ουσιώδη ιδιότητα της επίδικης πωλήσεως, συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων, η οποία όμως δεν υπήρχε κατά το χρόνο που παραδόθηκε η επιχείρηση στην αγοράστρια και μεταβιβάστηκε σ' αυτήν ο κίνδυνος.

Παρά ταύτα η αγοράστρια με την αγορά αυτή εξασφάλισε το χώρο και εξοπλισμό του καταστήματος όπου επί σειρά ετών λειτουργούσε τέτοια επιχείρηση, γνωστή στους πελάτες της και μάλιστα πολύ κοντά στο χώρο όπου προηγουμένως και η ίδια λειτουργούσε ομοειδή επιχείρηση με την δική της πελατεία, την οποία μπορούσε έτσι να διατηρήσει.

Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, στην αγοράστρια ΑΕ, ασχολουμένη μέχρι τότε με ομοειδή επιχείρηση, να προσλάβει το απαραίτητο προσωπικό για τη λειτουργία της επιχείρησης στο δικό της όνομα στο νέο χώρο, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ της αγοράστριας μείωση του τιμήματος κατ' άρθρο 542 ΑΚ και όχι η αιτούμενη αναστροφή της πώλησης, η οποία κρίνεται υπερβολικά επαχθής για την πωλήτρια, η οποία λόγω της πώλησης έχει απωλέσει τα μισθωτικά της δικαιώματα στο κατάστημα.

Λόγω λοιπόν του ότι θα χρειαζόταν κάποιος χρόνος στην αγοράστρια για την εξασφάλιση του απαραίτητου προσωπικού και την έκδοση άδειας για τη λειτουργία της επιχείρησης όπως και πράγματι έγινε και παρήλθε η θερινή περίοδος, το Δικαστήριο κρίνει ότι το τίμημα της πώλησης εξ αυτού του λόγου θα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 40.000.000 δρχ." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ.

Α (α) και με στοιχ. Β κεφάλαια αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα με στοιχ.(ιι) εκκαλούσα και με στοιχ.(ι) εφεσίβλητη - Α(α) εναγομένη - Β ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 542 ΑΚ του προϊσχύσαντος του ν. 3043/2002 νομικού καθεστώτος, εφαρμοστέου κατ' επιταγή του άρθρου 24 ΕισΝΑΚ, ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της θεμελιωτικής των αξιώσεων των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως (15-6-2001), το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής κίνησε την αγωγή για αναστροφή της πωλήσεως, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, αν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την αναστροφή.

Η μείωση του τιμήματος υπολογίζεται με την εκτίμηση αρχικά της αξίας του ελαττωματικού πράγματος και στη συνέχεια εκτιμάται η αξία του πράγματος χωρίς το ελάττωμα και με τον τρόπο αυτό διαπιστώνεται η αναλογία που υπάρχει μεταξύ των δύο εκτιμήσεων. Για τον υπολογισμό της αξίας του πράγματος με το ελάττωμα και χωρίς αυτό λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συνάψεως της συμβάσεως σε αντιδιαστολή με εκείνο της προβολής της αξιώσεως.

Εάν όμως το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, τότε για τον υπολογισμό της μειώσεως πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό αυτό σημείο. Το ακριβές ύψος της μειώσεως του τιμήματος προσδιορίζεται κατά τη μέθοδο του αποκαλουμένου "σχετικού υπολογισμού", προσδιορίζεται δηλαδή η κατά τον χρόνο της πωλήσεως αγοραία αξία του ελαττωματικού πράγματος και η κατά τον ίδιο χρόνο αγοραία αξία του ιδίου πράγματος αλλά χωρίς το ελάττωμα, ούτως ώστε από την αναλογία που θα προκύψει μεταξύ των δύο αξιών να μειώνεται το συμφωνηθέν τίμημα.

Η μέθοδος αυτή έχει ως βάση το συμφωνηθέν τίμημα του ελαττωματικού πράγματος και προς εξεύρεση του ζητούμενου, δηλαδή του μειωμένου τιμήματος, χρησιμοποιεί ως συνιστώσες αυτής τα ως άνω μεγέθη και τον μαθηματικό τύπο Χ=Σ Χ Ε/Α, όπου (Χ) είναι το ζητούμενο μειωμένο τίμημα, (Σ) είναι το συμφωνηθέν αρχικά τίμημα, (Ε) είναι η αξία του ελλιπούς πράγματος και (Α) η αξία του ίδιου πράγματος χωρίς ελάττωμα.

Προφανές είναι ότι όταν το συνομολογηθέν τίμημα πωλήσεως συμπίπτει με την αγοραία αξία του πράγματος μειώνεται κατά τη διαφορά μεταξύ της αγοραστικής αξίας του υγιούς και εκείνης του ελλειπούς πράγματος. Από τις σημειούμενες στην αρχή της παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι μείωσε το συνομολογηθέν τίμημα πωλήσεως από το ποσό των 50.000.000 δρχ σε εκείνο των 40.000.000 δρχ.

λόγω ελλείψεως της με στοιχ.(α) συνομολογηθείσης ιδιότητας (διατήρηση της επιχειρήσεως σε λειτουργία) χωρίς προσδιορισμό της μειώσεως με βάση την αγοραία αξία της πωληθείσης επιχειρήσεως διαθέτουσα τη συνομολογηθείσα ιδιότητα και εκείνη με ελλείπουσα ή την παραδοχή ότι το συνομολογηθέν τίμημα πωλήσεως συμπίπτει με την αγοραία αξία της επιχειρήσεως, αιτιολογίες, οι οποίες αξιολογούνται ως ανεπαρκείς και δικαιολογούν την παραδοχή της βάσιμα διατυπούμενης με το β' σκέλος του τέταρτου λόγου περί τούτου αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως καλύπτει το σύνολο των πληττομένων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως με στοιχ. Αα (με στοιχ. Α αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την με στοιχ. (α) βάση της) και αρρήκτως μετ' αυτού συνδεομένου με στοιχ. Β (με στοιχ. Β αγωγή της αναιρεσείουσας) κεφαλαίων της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται ως αλυσιτελής η εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Και τούτο για τον λόγο ότι η αναίρεση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο είναι ολική και επομένως παύει να διαθέτει η αναιρεθείσα απόφαση την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου για τμήμα του ενιαίου και αυτοτελούς κεφαλαίου της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας, όπως στην ερευνώμενη περίπτωση η με στοιχ.

Α(α) αγωγή της αναιρεσίβλητης, χωρίς εντεύθεν δικονομική δυνατότητα αναιρέσεως της αποφάσεως μόνο κατά τον υπολογισμό και προσδιορισμό της μειώσεως του τιμήματος και διατηρήσεως αυτής με ισχύ δεδικασμένου για το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης για μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ.

Α(α) και Β κεφάλαια αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν. 4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι' αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6109/14-9-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. Α(α) και Β κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ