Legislator Case Law & Legislation
1803/2010 AI generated

Supreme Court dismisses peremptory appeals against perjury verdicts due to lack of legal grounds.

Case Number 1803/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed three peremptory appeals filed by defendants against a second-instance judgment convicting them of perjury and complicity in perjury. The defendants argued the lower court failed to provide a specific and detailed reasoning for its findings. The court rejected these claims, stating the lower court's decision contained clear, complete, and consistent facts establishing both the objective and subjective elements of the crimes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224(2) and 46(1)(a) of the Penal Code; The peremptory appeal is inadmissible when the second-instance judgment provides a specific and detailed reasoning that clearly establishes the facts and legal basis for the conviction without logical gaps.

Keywords

AI generated
perjury of witness moral complicity peremptory appeal detailed reasoning Supreme Court criminal procedure Greek Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 224(2) of the Penal Code
Article 46(1)(a) of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Penal Code
Article 183 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ν. Δ. του Δ. και 3) Π. Ν. Δ., αμφοτέρων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο, για αναίρεση της με αριθμό 507/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Φ. συζ. Ι. Κ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαδόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιουνίου 2010, τρείς (3) τον αριθμό αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 872/2010.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι ανωτέρω αναφερόμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 7-6-2010 τρείς αιτήσεις αναιρέσεως των Ν. Δ. του Δ., Κ. Δ. του Δ. και Π. Δ., συζ. Ν., αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 507/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών τον καθένα, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα την τρίτη αναιρεσείουσα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα τους λοιπούς, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, αφού συνεκδικαστούν λόγω προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, θα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ , η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, συνάγεται ότι επί ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως πειθώ, φορτικότητα, απειλή, παραινέσεις κ.α., β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλο της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάστηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο και, επιπλέον, προκειμένου για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, να εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση προς διάπραξη της ψευδορκίας μάρτυρα.

Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του δέχθηκε ότι: "Από τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου αποδείχθηκαν, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, τα εξής :

Επί της από 2-6-1998 αγωγής διανομής της εγκαλούσας Φ. συζ. Κ. Κ., κατά των δύο πρώτων εκ των κατηγορουμένων (αδελφών της) καθώς και λοιπών συγκληρονόμων (μητρός της και άλλων αδελφών της), με την οποία ζητούσε τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας τόσο του αποβιώσαντος θετού πατρός της (θείου της) Γ. Δ. ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, όσο και του φυσικού πατρός της Δ.

Δ. ως συγκληρονόμος αυτού με τους λοιπούς εναγομένους, εκδόθηκε αρχικά η 38/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας με την οποία αφού συνεκδικάστηκε η αγωγή με την ασκηθείσα παραδεκτώς ανταγωγή των εναγομένων διατάχθηκε η διενέργεια αποδείξεων και στις δύο διάδικες πλευρές για τα αμφισβητούμενα από τους αντιδίκους αντίστοιχα εκάστου μέρους πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι κατά το έτος 1967 ενόψει του γάμου της η (ενάγουσα) και ήδη εγκαλούσα έλαβε από το φυσικό της πατέρα το ποσό των 95.000 δρχμ.

καθώς το δικαίωμα να εισπράττει τα μισθώματα επί δύο έτη ενός διαμερίσματος του. Στη συνέχεια και μετά την επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση με κλήση της ενάγουσας, εκδόθηκε η 12/2002 μη οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω πολιτικού Δικαστηρίου, με την οποία αφού ανακλήθηκε εν μέρει η πρώτη απόφαση του ως προς το θέμα απόδειξης που είχε ταχθεί στους εναγομένους που αφορούσε την παροχή των εισπραττομένων από την τότε ενάγουσα και ήδη εγκαλούσα μισθωμάτων από το κληρονομιαίο διαμέρισμα, ως στοιχείο της προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης συνεισφοράς, περιστατικό για το οποίο τέθηκε εκ νέου θέμα απόδειξης.

Σε εκτέλεση της τελευταίας απόφασης (12/02) σε συνδυασμό με την πρώτη ως άνω μη οριστική απόφαση εξετάστηκε την 1-4-2003 μεταξύ άλλων ενόρκως ως μάρτυρας των εναγομένων και ήδη των δύο πρώτων κατηγορουμένων ενώπιον της ορισθείσας εισηγήτριας Δικαστού Βασιλικής Ταφύλη Πρωτοδίκου του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας η τρίτη κατηγορουμένη.

Η τελευταία, που είναι σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, εξεταζόμενη κατέθεσε πλην άλλων περιστατικών και τα εξής: "...Η ενάγουσα είχε πάρει προίκα από τον φυσικό της πατέρα 100.000 δραχμές σε μετρητά και τα έπιπλα της αξίας 30.000 δραχμές....Ο θετός πατέρας της ενάγουσας δεν είχε λεφτά....Η ενάγουσα δεν πήρε τίποτα προίκα από τον θετό της πατέρα ..".

Τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή και η 3η κατηγορουμένη ως νύφη της οικογένειας των διαδίκων (σύζυγος του 1ου) από το έτος 1967 το γνώριζε. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε η εγκαλούσα (ενάγουσα στην πολιτική δίκη) είχε υιοθετηθεί το έτος 1957 από τον θείο της Γ. Δ., αδελφό του φυσικού πατέρα της Δ. Δ., ο οποίος ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα, αλλά, όπως συνομολογήθηκε και από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους τόσο στο πολιτικό δικαστήριο, όσο και στην παρούσα ποινική δίκη, είχε αποκτήσει αρκετά χρήματα και μετοχές παίζοντας στο χρηματιστήριο.

Άλλωστε ο λόγος που έγινε αυτή η υιοθεσία, όπως συνήθως συμβαίνει, ήταν το γεγονός ότι ο θετός γονιός είχε σημαντική περιουσία και καλή οικονομική κατάσταση και προς το συμφέρον του θετού τέκνου. Το τελευταίο προ του θανάτου του, που επήλθε στις 27-10-1960, χρονικό διάστημα, ο θετός πατέρας της εγκαλούσας επέστρεψε μαζί με την ίδια από την Αθήνα όπου ζούσαν στο πατρικό τους σπίτι στον ..., όπου και τον φρόντισε ο φυσικός πατέρας της ενάγουσας (αδελφός του) με τη σύζυγο του μέχρι που πέθανε, καθόσον δεν είχε παντρευτεί και δεν είχε φυσικά τέκνα.

Εξάλλου, λόγω των πολύ καλών σχέσεων και της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των δύο αδελφών έδωσε σημαντικό ποσό χρημάτων που είχε στον αδελφό του να αγοράσει διαμερίσματα στην Αθήνα στο όνομα του και να τα διαχειριστεί κατά το δοκούν, όπως και έκανε. Επίσης, είχε βοηθήσει προηγουμένως και την άλλη κόρη του αδελφού του και αδελφή της εγκαλούσας Π.

Ι. Α., όπως η ίδια κατέθεσε δίδοντας το σημαντικό για την εποχή ποσό των 90.000 δραχμών ως προίκα κατά την τέλεση του γάμου της γι' αυτό και ο αδελφός του τον ονόμαζε ευεργέτη του. Ο πατέρας της εγκαλούσας είχε πέντε παιδιά και ήταν φτωχός αγρότης, αλλά με τα χρήματα του αδελφού του πλην των δύο διαμερισμάτων που αγόρασε στην Αθήνα, ανακαίνισε το παλιό πατρικό τους σπίτι, αγόρασε κτήματα και τα αξιοποίησε καλλιεργώντας αμπέλια και ελιές.

Συνεπώς, δεν είχε τη δυνατότητα να προικίσει την εγκαλούσα το 1967 που παντρεύτηκε με το ποσό των 95.000 δρχ. καθώς και με τα έπιπλα της, αξίας 30.000 δρχ. και τα όσα περί αυτού κατέθεσε η τρίτη κατηγορουμένη, τα οποία περιέχονται στα ταχθέντα με τις δύο ως άνω προδικαστικές αποφάσεις του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Κυπαρισσίας, θέματα απόδειξης, απορριπτόμενου του αντίθετου "αυτοτελούς" ισχυρισμού των κατηγορουμένων, που στην ουσία αποτελεί άρνηση της κατηγορίας, είναι ψευδή. Τα παραπάνω δε, όπως προέκυψε την έπεισαν να καταθέσει οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, σύζυγος και κουνιάδος αντίστοιχα αυτής, δοθέντος ότι είχαν έννομο συμφέρον προκειμένου να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί ισχυρισμοί τους. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο τόσο από τη σαφή και πειστική κατάθεση της εγκαλούσας, όσο και από αυτή της αδελφής της Π. χας Ι. Α. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν αναιρείται δε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, η μεν τρίτη της ψευδορκίας μάρτυρα, οι δε 1ος και 2ος εξ αυτών της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας της 3ης, που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, να τους αναγνωριστεί δε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ. Περαιτέρω, το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ένοχους κατά πλειοψηφία (μειοψηφίσαντος του Προεδρεύοντος Εφέτη) του ότι:

Στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, στις 1-4-2003, τέλεσαν τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις: Α) Η τρίτη εκ τούτων Π. σύζ. Ν. Δ., στην Κυπαρισσία, στις 1-4-2003, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και συγκεκριμένα ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού Βασιλικής Ταφύλη για τη διεξαγωγή των αποδείξεων που είχαν ορισθεί με την υπ' αριθμ. 12/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τα εξής ψευδή περιστατικά: "...

Η ενάγουσα (δηλαδή η νυν εγκαλούσα Φ. σύζ. Κ. Κ.) είχε πάρει προίκα από το φυσικό της πατέρα (100.000) δραχμές σε μετρητά και τα έπιπλα της αξίας (30.000) δραχμών ... Ο θετός πατέρας της ενάγουσας δεν είχε λεφτά...Η ενάγουσα δεν πήρε τίποτα προίκα από το θετό της πατέρα ...", ενώ το αληθές είναι ότι δεν πήρε τίποτα προίκα από το φυσικό της πατέρα η άνω εγκαλούσα, ούτε μετρητά, ούτε έπιπλα, αφού ήταν φτωχός και πήρε μόνο μετοχές από το θετό της πατέρα, ο οποίος είχε οικονομική άνεση.

Β) Οι πρώτος και δεύτερος εκ τούτων (κατηγορουμένων), με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον και δη στην τρίτη τούτων (Π. σύζ. Ν. Δ.) την απόφαση να εκτελέσει την υπό στοιχείο Α' άδικη πράξη που διέπραξε της ψευδορκίας μάρτυρα. Πιο συγκεκριμένα δε, παρότρυναν αυτήν (Γ' κατ/νη) με πειθώ και φορτικότητα και την έπεισαν να καταθέσει ως μάρτυρας ψευδή πραγματικά περιστατικά και δη τα όσα ψευδή κατέθεσε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού Βασιλικής Ταφύλη, που είχε οριστεί με την υπ' αριθμ. 12/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας δια την διεξαγωγή των δι' αυτής (αποφάσεως) διαταχθέντων αποδείξεων.

Δέχεται ότι οι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές, με την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, για τα οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία, αναφερόμενα παραδεκτά κατ' είδος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 46 παρ. 1 περ.

α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται αληθινά γεγονότα, τα οποία η τρίτη αναιρεσείουσα γνώριζε, καθώς και τα ψευδή τα οποία αυτή εν γνώσει της αναληθείας αυτών κατέθεσε., Επίσης αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης τα περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση της ίδιας για την αναλήθεια των κατατεθέντων ενώπιον της ορισθείσας Εισηγήτριας Δικαστού για τη διεξαγωγή των αποδείξεων δυνάμει της 12/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες, σύζυγος και κουνιάδος αντίστοιχα της τρίτης αναιρεσείουσας, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσαν σ' αυτήν την απόφαση να διαπράξει την ψευδορκία μάρτυρα, λόγω του εννόμου συμφέροντος τους προκειμένου να γίνουν δεκτοί οι περί συνεισφοράς σχετικοί ισχυρισμοί τους στην ανοιγείσα μεταξύ αυτών και της πολιτικώς ενάγουσας Φ.

συζ. Ι. Κ., αδελφής τους, δίκη διανομής των κληρονομιαίων στοιχείων, παρότι η εξειδίκευση των ανωτέρω περιστατικών που συγκροτούν την ηθική αυτουργία δεν ήταν αναγκαία, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικαστεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και συμμέτρως οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (αρθρ. 176, 183 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις τρεις από 7-6-2010 αιτήσεις-δηλώσεις των Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και Π. Δ., συζ. Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 507/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220€) ευρώ για τον καθένα και συμμέτρως τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Φ. συζ. Ι. Κ. εκ πεντακοσίων (500€) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ