Legislator Case Law & Legislation
1803/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second defendant's appeal, remanding case for retrial on inheritance rights.

Case Number 1803/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the appeal against the second defendant, ordering the lower court to retry the case with a different panel. The court found the second defendant lacked authority to settle the inheritance dispute without proper approval, violating substantive law principles. Consequently, the appeal against the first defendant was dismissed due to their valid presence and participation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; The court must examine absent defendants' procedural compliance and cannot base judgments on settlements lacking proper authority or specific legal basis.

Keywords

AI generated
appeal against appeal inheritance rights authority to settle procedural default remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αυγούστα Μαλικούτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφαλαγκάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-12-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 23-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τους πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ..., ακριβές αντίγραφο της από 12.12.2007 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 1.4.2009 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών.

IΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, εκτός των άλλων, αφενός μεν να αναγράφονται στην αίτηση αναιρέσεως οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αφετέρου δε να προσδιορίζεται το σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο, ενόψει των παραδοχών του.

Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ.).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις των αναιρεσειόντων.

Εν προκειμένω με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αναιρέσεως, προσάπτονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, συγκεκριμένα δε ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν ερμήνευσε σωστά τις διατάξεις των άρθρων 1799 και 207 του Α.Κ κι' έτσι δέχτηκε ότι η δήλωση του διαθέτη ..., που περιέχεται στη διαθήκη του είναι ότι εγκαθιστά κληρονόμο τον αναιρεσείοντα υιό του μόνο στην περίπτωση γέννησης παιδιού με νόμιμο γάμο και να μην ισχύσει υπέρ αυτού η ως άνω διάταξη της διαθήκης, έστω και αν τελέσει γάμο, αλλά η σύζυγός του στερείται την ικανότητα ή αρνείται να συμπράξει για την απόκτηση παιδιού.

Προβάλλει επίσης με τους ίδιους λόγους της αιτήσεως ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δεν αναφέρεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πώς ερμήνευσε τη διαθήκη και ότι γενικώς στερείται επαρκών αιτιολογιών. Βάσει όμως των εκτεθέντων, οι λόγοι είναι αόριστοι, γιατί ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στην αίτησή του, ούτε βάσει ποιων παραδοχών το εφετείο προέβη στην αναφερόμενη ως άνω ερμηνεία της τελευταίας διαθήκης του διαθέτη, ούτε σε ποιο συγκεκριμένο σφάλμα υπέπεσε ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1797, 1798 και 173 ΑΚ, το οποίο παραλείπει να αναφέρει ενάριθμα, ούτε τέλος ποια είναι τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση για την πληρότητα των αιτιολογιών της.

Πρέπει λοιπόν κατά το άνω μέρος τους οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ως απαράδεκτοι επίσης πρέπει να απορριφθούν οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως και κατά το μέρος τους, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήσσει την υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη ερμηνεία της διαθήκης και την εκτίμηση της μαρτυρικής καταθέσεως της συζύγου του, γιατί αυτά ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν οι ισχυρισμοί των διαδίκων με τους οποίους αποδίδεται διαφορετική έννοια στο περιεχόμενο διαθήκης, δοθέντος ότι η ερμηνεία της διαθήκης, κατά τα άρθρα 173, 1781 επ. και 1799 Α.Κ., ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν δεσμεύεται στην κρίση του για την αληθή βούληση του διαθέτη από τους ισχυρισμούς αυτούς. Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, η από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των διαδίκων με τους οποίους αποδίδεται διαφορετική έννοια στην βούληση του διαθέτη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙV). Κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 214 Α του ΚΠολΔ "1. Αγωγές που έχουν ως αντικείμενό τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων ... . 4.

Κατά τη συνάντηση των διαδίκων, που γίνεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβωθούν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει. 5. Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί.

Η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ.. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων. 6.

Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, τη επικύρωσή του. Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει: α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό.

Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωσή του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτει ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης.

Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο .... . 11. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου.

Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβιώνει μόνο κατά τούτο ..." Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η βάσει των διατάξεων αυτών επιτυγχανομένη συμφωνία, στην έκταση που αναφέρεται στα όρια της ένδικης διαφοράς, αποτελεί είδος συμβιβασμού, υπό την έννοια των άρθρων 871 Α.Κ.

και 293 του ΚΠολΔ, εφόσον όμως το συντασσόμενο πρακτικό επικυρώνει ο πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του ως άνω άρθρου, οπότε και η συμφωνία των διαδίκων καθίσταται δεσμευτική από άποψη ουσιαστικού δικαίου και έκτοτε παράγει τα δικονομικά της αποτελέσματα, επιφέρει δηλαδή κατάργηση της δίκης, και "αποδεικνύει" το δικαίωμα που αναγνωρίστηκε, αν δε το πρακτικό περιέχει καταψήφιση, αποτελεί τίτλο "εκτελεστό" οπότε περιάπτεται τον εκτελεστήριο τύπο, κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση όμως της μη επικυρώσεως, για οποιονδήποτε λόγο του πρακτικού από τον αρμόδιο πρόεδρο πρωτοδικών, η επιτευχθείσα συμφωνία, η οποία δεν καταργεί τη δίκη, κρίνεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 293 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 361 του Α.Κ.

και μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική και να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα ή να κριθεί ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1710 επ., 1716 επ., 1797, 1799, 871, 361 του Α.Κ. προκύπτει ότι επί εγκαταστάσεως υπό αναβλητική αίρεση, είναι επιτρεπτή εκ μέρους του βεβαρημένου η επί 'σκοπώ' συμβιβασμού συμβατική αναγνώριση ως κληρονόμου του υπό αναβλητική αίρεση γραφέντος, ανεξαρτήτως της πληρώσεως ή μη της αιρέσεως αυτής, ή ακόμη και η αναγνώριση της υπέρ του γραφέντος πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία είχε καταλειφθεί η κληρονομία, εφόσον την βάση αυτού απετέλεσε η ενδεχομένη ακυρότητα ή εγκυρότητα της διαθήκης κατά τον συγκεκριμένο όρο ή η επέλευση ή μη της πληρώσεως της αιρέσεως.

Στην περίπτωση αυτή ισχύει η αναγνώριση αλλά δεν δεσμεύει τους κληροδόχους και τους δανειστές της κληρονομίας. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των περισσοτέρων εκ δημοσίας διαθήκης κληρονόμων δεν δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, και μάλιστα απορρέουσα εκ του ότι κατά τις συντρέχουσες περιστάσεις δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι των ομοδίκων, όταν κατ' αυτών εγείρεται κοινή αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης αυτής ή ανίσχυρης κάποιας διάταξής της ή της πληρώσεως ή μη της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία διατελεί η καταλειφθείσα κληρονομία, διότι υφίσταται μεν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους, πλην όμως κατ' ουσίαν η διαφορά αναφέρεται στο ανύπαρκτο του δικαιώματος των κληρονόμων, κατά τη θεμελίωσή του επί της διαθήκης, και στο υπαρκτό κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η νομική δυνατότητα της εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων απέναντι σε κάθε ένα των περισσοτέρων εναγόντων ή εναγομένων.

Τα ανωτέρω εναρμονίζονται προς τις θεσπιζόμενες, από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της διαθέσεως και της συζητήσεως, κατά τις οποίες το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση των διαδίκων και αποφαίνεται επί τη βάσει των προτεινομένων από αυτούς και αποδεικνυομένων πραγματικών ισχυρισμών και των υποβαλλομένων αιτήσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι η εκ μέρους του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, κατά την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και την υπογραφή του από 1.11.2004 πρακτικού, αποδοχή της αγωγής και αναγνώριση του αναιρεσείοντος ως κληρονόμου του πατέρα του ..., λόγω πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία είχε καταλειφθεί η κληρονομία, είναι ανίσχυρος, καθ' όσον ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος δεν είχε εξουσία διαθέσεως του αξιωμένου με την αγωγή δικαιώματος, του 'αν δηλαδή πληρώθηκε, και μάλιστα πλασματικώς, η αναβλητική αίρεση' και ότι, σε κάθε περίπτωση η κρίση επί του ζητήματος αυτού επιδέχεται, κατ' άρθρο 76 παρ.1, ενιαία μόνο ρύθμιση.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές και χωρίς να προκύπτει απ' αυτές αν το από 1.11.2004 πρακτικό επικυρώθηκε από τον αρμόδιο πρόεδρο πρωτοδικών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκληθείσα 57/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που είχε απορρίψει την αγωγή χωρίς ειδική αιτιολογία, μολονότι με το ως άνω πρακτικό ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε αποδεχθεί την αγωγή και είχε αναγνωρίσει τον αναιρεσείοντα ως κληρονόμο του αποβιώσαντος ... .

Ενόψει κυρίως των άνω παραδοχών του το Εφετείο παραβίασε τόσον ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης σε σχέση με τα άνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε εκ τούτου στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες και γι' αυτό πρέπει κατά παραδοχή των σχετικών πρώτου, κατά το τρίτο σκέλος του, και δευτέρου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγων της αιτήσεως, όπως συμπληρώθηκαν, κατά το άρθρο 562 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Καλαμάτας που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Αντιθέτως η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την προσβαλλόμενη ως άνω 199/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αναίρεση, κατά μέρος που ασκείται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων. Και

Καταδικάζει τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ