Legislator Case Law & Legislation
1803/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding bank employee's violation of prior court order and failure to assume new position.

Case Number 1803/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the Court of Appeal's decision regarding a bank employee's violation of a prior court order. The appellant argued that the lower court failed to clearly establish the facts necessary to determine if the employee had the requisite intent to violate the order, citing procedural defects under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court agreed that the lower court's reasoning was insufficient to prove the employee's intent, but dismissed other claims as inadmissible or unfounded, remanding the specific issue for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 K.Pol.D.; Art. 947 para. 1 K.Pol.D.: A ground for appeal is established when the decision's reasons fail to clearly establish the facts necessary for the court's judgment regarding the legal requirements of the applied provision, or when the decision has inadequate or contradictory reasons concerning the characterization of facts with significant impact on the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning intent requirement court order violation remittal for retrial civil procedure code bank employee liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 K.Pol.D.
Art. 947 para. 1 K.Pol.D.
Art. 580 para. 3 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 28, 30/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1819/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3397/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 25-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και να απορριφθούν όλοι οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28, 30/1997).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία κατά το μέρος που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι για την καταδίκη του οφειλέτη στην ποινή που απείλησε το Δικαστήριο με προηγουμένη (στο πρώτο στάδιο) απόφασή του για την περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της απαιτείται απαραιτήτως η από πρόθεση παράβαση των διατάξεων της προηγουμένης αποφάσεως από τον οφειλέτη.

Η πρόθεση όμως ως γνώση και θέληση του παραπάνω αποτελέσματος δεν έχει ανάγκη εξειδικεύσεως των στοιχείων που τη συγκροτούν, όταν μάλιστα δεν προβάλλονται ισχυρισμοί περί πλάνης του εναγομένου οφειλέτη κ.λ.π., αλλά αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο οφειλέτης έχει ενεργήσει από πρόθεση ή να συνάγεται από τα εκτιθέμενα παραδοχή του δικαστηρίου περί υπάρξεως τέτοιας προθέσεως.

Η πρόθεση του οφειλέτη κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως συνίσταται στο ότι ο τελευταίος θέλει την παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν αντικειμενικά την παραβίαση της ως άνω αποφάσεως προβλέποντας και αποδεχόμενος ως αναγκαία ή ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του το ανωτέρω παράνομο αποτέλεσμα χωρίς να απαιτείται και ειδική πρόθεση (σκοπός) παραβιάσεως της αποφάσεως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ενώ, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.

Α.Π. 959/1985). Τέλος, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η τελεσίδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι κατά την ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος ο εργοδότης παρέλειψε να τοποθετήσει μισθωτό σε ορισμένη θέση προϊσταμένου Τμήματος, έναντι άλλου τοποθετηθέντος στη θέση αυτή και της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας, αποτελεί δεδικασμένο σε νέα δίκη που στηρίζεται σε αγωγή με την ίδια νομική και ιστορική αιτία της προγενέστερης αγωγής, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η κατάχρηση, την υπαιτιότητα του εργοδότη και τη ζημία που υπέστη ο μισθωτός κατά τον προγενέστερο χρόνο, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να αποδίδει με προβληθείσες με την πρώτη αγωγή επιζήμιες συνέπειες, γεγονός που αποτελεί αντικείμενο ιδίων αποδείξεων και μετά από την εκτίμηση αυτών κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώσει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προσφορότερο τρόπο.

Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται υπό την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζόμενου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεως του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή για να είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του μισθωτού, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικό και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ. 25/2003).

Ενόψει των ανωτέρω, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την τελεσίδικη απόφαση ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο της προγενέστερης αγωγής του μισθωτού, δεν καλύπτει το νεότερο δικαίωμα αυτού που κρίνεται με τη μεταγενέστερη αγωγή του υπό τις περιστάσεις της νέας χρονικής περιόδου και με τοποθέτηση σε θέσεις προϊσταμένου τμήματος άλλων συναδέλφων του.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει το απαραίτητο στοιχείο της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία κατά το χρόνο της μεταγενέστερης αγωγής (Ολ. Α.Π. 19/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής:

Η αναιρεσείουσα υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας (Α.Τ.Ε.) με το βαθμό του Τμηματάρχη Β' του Οικονομικού Κλάδου, με την από 3-11-1995 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να την τοποθετήσει σε θέση της Διεύθυνσης του κεντρικού Καταστήματος της με την απειλή χρηματικής ποινής 20.000 δρχ. για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεως της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1128/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών με το ακόλουθο διατακτικό: "Υποχρεώνει την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) να τοποθετήσει την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) σε θέση της Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος της ή σε ανάλογη θέση άλλης διευθύνσεως της, ανάλογη του βαθμού της και να αναθέσει εις αυτήν υπεύθυνα καθήκοντα και απειλεί κατ' αυτής χρηματική ποινή 20.000 δρχ.

για κάθε ημέρα παραβάσεως της διατάξεως αυτής". Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4553/2000 απόφαση αυτού του δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2000 αγωγή της ζήτησε να βεβαιωθεί η παράβαση του διατακτικού της ανωτέρω 1128/1997 αποφάσεως για το χρονικό διάστημα από 8-9-2000 έως 3-10-2000. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 2602/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 7253/2002 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και κρίθηκε ότι παράβαση του διατακτικού της 1128/1997 αποφάσεως υπήρξε λόγω μη τοποθέτησης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας σε θέση προϊσταμένης Τμήματος της Διευθύνσεως του κεντρικού Καταστήματος της ή οποιασδήποτε άλλης Διευθύνσεως της ...

Στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τις αιτιολογίες της παραβιασθείσας απόφασης σε συνδυασμό ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη τοποθέτησε σε θέσεις προϊσταμένου Τμήματος της Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος, ομοιόβαθμους συναδέλφους της αναιρεσείουσας και ερμηνεύοντας το άρθρο 26 παρ. 3α του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης κατά το οποίο "ως Προϊστάμενοι και Αναπληρωτές Τμημάτων όλων των Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων τοποθετούνται υπάλληλοι με βαθμό Τμηματάρχη από τους κλάδους στους οποίους προβλέπεται από την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ότι δύναται να ανήκει και ο προϊστάμενος της αντίστοιχης Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης".

Με την από 27-2-2001 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε να βεβαιωθεί η παράβαση του διατακτικού της ανωτέρω 1128/1997 αποφάσεως για το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 μέχρι 28-2-2001. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και έγινε δεκτή με την 1297/2003 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω 7253/2002 απόφαση αυτού του δικαστηρίου ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τοποθετήσει την αναιρεσείουσα σε θέση προϊσταμένης Τμήματος της Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος και βεβαίωσε ότι υπήρξε παράβαση της 1128/1997 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη στην καταβολή χρηματικής ποινής 2.960.000 δρχ.

Ήδη όπως συνομολογείται από τους διαδίκους η ενάγουσα-αναιρεσείουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2003 μέχρι 29-4-2003 υπηρέτησε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και από 29-4-2003 υπηρετεί ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Προϋπολογισμού Εσόδων-Εξόδων.

Ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθώς και ότι το, κατά το άρθρο 947 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., επιλαμβανόμενο δικαστήριο να βεβαιώσει την παράβαση της πρώτης απόφασης του, δεσμεύεται ως προς την έννοια της παραβάσεως από την πρώτη απόφαση, υποχρεουμένου να εξετάσει μόνο την ταυτότητα της παραβάσεως προς την παράλειψη της απειλησάσης την ποινή πρώτης απόφασης, δεν υπάρχει παράβαση του διατακτικού της 1128/1999 αποφάσεως.

Ειδικότερα με την τελευταία η εναγομένη υποχρεώθηκε να τοποθετήσει την ενάγουσα σε θέση της Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος της ή σε ανάλογη θέση άλλης διευθύνσεως της ανάλογη του βαθμού της και όχι να την τοποθετήσει σε θέση Προϊσταμένης Τμήματος της Διευθύνσεως του Κεντρικού Καταστήματος της, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Ούτε, εξάλλου απορρέει δεδικασμένο από τις ανωτέρω 7253/2002 και 1297/2003 αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου ως προς την έννοια της παραβάσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης από το διατακτικό της 1128/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κάτι τέτοιο είναι πραγματικό γεγονός και όχι έννομη σχέση ώστε να καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι από την 1297/2003 τελεσίδικη απόφαση αυτού του δικαστηρίου απορρέει δεδικασμένο ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, αφενός να την προαγάγει από 22-7-1996 στο βαθμό του τμηματάρχη Α' και αφετέρου να της αναθέσει καθήκοντα Προϊσταμένης Τμήματος Διευθύνσεως, υποχρεώθηκε δε να της καταβάλει τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης μεταξύ Αναπληρωτή Προϊσταμένου που ελάμβανε και Προϊσταμένου Τμήματος για το χρονικό διάστημα από 22-7-1996 μέχρι 31-12-2000.

με βάση δε αυτό το δεδικασμένο ζητεί τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης, μεταξύ Αναπληρωτή Προϊσταμένου και Προϊσταμένου Τμήματος για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 29-4-2003 και τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης μεταξύ Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 μέχρι 31-3-2004.

Δεδικασμένο ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τοποθετήσει την αναιρεσείουσα Προϊσταμένη τμήματος δεν απορρέει από την ανωτέρω απόφαση για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ανήκει η τοποθέτηση της αναιρεσείουσας ως προϊσταμένης Τμήματος και η καταχρηστική άσκηση του για το προγενέστερο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί δεδικασμένο και για το μεταγενέστερο, κατά το οποίο πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις τοποθέτησης αυτής ως προϊσταμένης Τμήματος, δηλαδή όχι μόνο η υπεροχή της έναντι άλλων τοποθετηθέντων στη θέση αυτή σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αλλά και η συνδρομή άλλων περιστάσεων.

Η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αγωγή της ότι συντρέχουν οι ίδιες συνθήκες για το επίδικο χρονικό διάστημα, με αυτές του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο κρίθηκε με την 1297/2003 απόφαση αυτού του δικαστηρίου ότι κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της η αναιρεσίβλητη δεν τοποθέτησε αυτήν ως Προϊσταμένη Τμήματος, αλλά την συνάδελφο της .....

έναντι της οποίας υπερτερούσε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ώστε να υπάρχει δεδικασμένο λόγω ταυτότητας νομικής και ιστορικής αιτίας. Μετά ταύτα, το Εφετείο κατά παραδοχή της εφέσεως που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτό: α) ότι η αναιρεσίβλητη παραβίασε 60 φορές κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 μέχρι 29-4-2004 την υπ' αριθμ. 1128/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το να μην τοποθετήσει την αναιρεσείουσα σε θέση Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος της, ή σε άλλη ανάλογη θέση άλλης Διευθύνσεως της και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη στην καταβολή χρηματικής ποινής εκ 3.521.64 ευρώ, β) ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τοποθετήσει την αναιρεσείουσα στη θέση της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος από 1-1-2001 μέχρι 29-4-2003 και της επιδίκασε το ποσό των 5,849,83 ευρώ ως διαφορά επιδόματος ευθύνης μεταξύ Αναπληρωτή προϊσταμένου Τμήματος και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Γραφείου και γ) ότι η η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τοποθετήσει την ενάγουσα σε θέση Προϊσταμένης Τμήματος και της επιδίκασε το ποσό των 1294,25 ευρώ ως διαφορά του επιδόματος θέσεως για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 μέχρι 31-3-2004, εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση και απέρριψε ενόλω την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αφού περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του κονδυλίου της αγωγής που αφορά την παραβίαση 1128/1997 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 29-4-2004.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι σύμφωνα με το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσίβλητη όφειλε να αναθέσει στην αναιρεσείουσα υπεύθυνα καθήκοντα ανάλογα του βαθμού της, στη συνέχεια αναφέρει ότι "όπως συνομολογείται από τους διαδίκους η αναιρεσείουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρέτησε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης", χωρίς να εξειδικεύει αν τα καθήκοντα αυτά ήταν υπεύθυνα και ανάλογα του βαθμού της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η ως άνω αιτίαση είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 9 του ίδιου πιο πάνω άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλην της επικλήσεως της ως άνω διατάξεως ουδέν έτερον εκτίθεται. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, με τα αναφερόμενα σ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, τόσο ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 3.521,64 ευρώ ως χρηματική ποινή για την παραβίαση της 1128/1997 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και για την υποχρέωση αυτής να την τοποθετήσει Αναπληρώτρια Προϊσταμένου Γραφείου και Προϊσταμένης Γραφείου για το μεταγενέστερο, του αναφερομένου στην υπ' αριθμ. 1297/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, χρονικό διάστημα και απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής που αφορούσαν τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 ως αβάσιμοι.

Τέλος, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο σχετικά με την απόρριψη των κονδυλίων που αφορούν το επίδομα θέσεως, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας οι προϋποθέσεις τοποθέτησης της ως Προϊσταμένης Τμήματος, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ως άνω κεφάλαια της αγωγής και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο αυτής, ήτοι κατά το μέρος που με αυτή κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε την υπ' αριθμ. 1128/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 60 φορές κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 29-4-2004, με το να μην τοποθετήσει την αναιρεσείουσα σε θέση Διεύθυνσης του Κεντρικού Καταστήματος της ή σε άλλη θέση άλλης Διευθύνσεως της και απέρριψε το κονδύλιο των 3.521,64 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3397/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το ως άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ