Legislator Case Law & Legislation
1803/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and improper application of civil procedure law.

Case Number 1803/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decisions regarding property ownership and statute of limitations. The appellants argued the lower court erred by rejecting their objections and failing to consider specific evidence, while the respondent contended the court correctly applied the law. The court ruled that the appeals were inadmissible due to vagueness and lack of specific impact on the verdict, as well as the unacceptability of leaving a preliminary decision unreviewed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must consider all evidence presented without requiring separate evaluation, but an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the alleged fact lacks significant impact on the case outcome or if the appeal is vague and fails to specify the error's effect on the judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence evaluation statute of limitations property ownership legal error preliminary decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 1041 and 1046 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 9, letter gamma of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 42/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1803 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1803/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πανταζή.

Της αναιρεσίβλητης:....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τομαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 864/1998 μη οριστική, 971/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ.971/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών και της υπ΄αριθ.864/1998 μη οριστικής απόφασης αυτού. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη γικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 555 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντίστοιχα αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια εκ της μη λήψης υπόψη α) των εν αυτή ενόρκων βεβαιώσεων, που ελήφθησαν εξ αφορμής άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και θεωρούνται απλά αποδεικτικά έγγραφα β) η τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Θεοχ.

Βουτσινά, η οποία ως ειδική γνωμοδότηση του άρθρου 390 ΚΠολΔ θεωρείται αποδεικτικό έγγραφο και όχι ίδιο αποδεικτικό μέσο και γ) το υπ'αριθ. 1349/20-12-2002 έγγραφο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α. Αχαϊας, με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση του Εφετείο στην προσβαλλόμενη ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει κατά τρόπο απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και τα ως άνω έγγραφα.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δ/ριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια του νόμου είναι αυτά που στηρίζουν την βάση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας. Δεν ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δ/ριο της ουσίας δεν έλαβε τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το στοιχείο ια, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 558 ΚΠολΔ διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς με τους οποίους προβάλλονται συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επιδίκου τόσον των ιδίων όσον και της δικαιοπαρόχου των, σχετικά με την ένσταση, ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου κτηθείσα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Επειδή ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί στερείται νομίμου βάσης είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι αυτή στερείται νομίμου βάσης. Επομένως ο 2ος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της διάταξης αυτής, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) αφού στο οικείο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί τις ενστάσεις τους περί ιδίας κυριότητος στο επίδικο και περί παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος της εναγούσης, ενώ δέχθηκε εσφαλμένα την αγωγή μετά την απόρριψη των εν λόγω ενστάσεων.

Επειδή ο 2ος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικώτερα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 1041 και 1046 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται σ'αυτόν εκτός των άλλων και α) το συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως είρηται διατάξεων με τρόπο σαφή και ορισμένο και β) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθ.4, 559 αριθ.1 α και 566 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επειδή με τον 3ο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ.8 β ΚΠολΔ μομφή της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της ως πράγμα θεωρουμένης κατά την έννοια του άρθρου αυτού ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι κατά της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής υπ'αριθ. 864/1998 αποφάσεως του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 πλημμέλεια και δη ότι η προδιαληφθείσα μη οριστική απόφαση του Εφετείου παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, καθ΄όσον δεν διέταξε αποδείξεις για την άνω ένστασή τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ΄όσον εφόσον απορρίφθηκε η εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη δεν τάχθηκαν και οι δέουσες αποδείξεις εις βάρος των εναγομένων αναιρεσειόντων.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.9γ ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η παράλειψη του δ/ριου της ουσίας να αποφανθεί επί ορισμένης αιτήσεως του αναιρεσείοντος. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται κάθε αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελεί αίτηση το αίτημα για ανάκληση της προδικαστικής απόφασης (μη οριστικής) του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (3ος) κατά το τρίτο μέρος του με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων για ανάκληση της υπ'άριθ. 864/1998 μη οριστικής αποφάσεως και ως προς τη διάταξή της με την οποία απέρριψε την ένστασή τους από το άρθρο 281 ΑΚ, ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2004 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 971/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών και της με αριθμό 864/1998 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ