1802/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1802/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1802 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1802/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Μ. του Γ. και 2) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.2286/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ. του Τ., ως δικαστικό συμπαραστάτη του Ζ. Μ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ...30-7-2015 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, όπως είναι και η επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως οφειλής, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου.
Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως.
Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ιδίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Είναι δε νοητή η από κοινού τέλεση και επί πλαστογραφίας χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η ύπαρξη δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 2286/2015 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για πλαστογραφία με χρήση από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και επιβλήθηκε στον καθένα τους ποινή φυλακίσεως τριών ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο που την εξέδωσε μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την κατάθεση του μάρτυρος πολιτικής αγωγής, που εξετάσθηκε χωρίς όρκο στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρος που κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα, και εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού και με κοινό δόλο τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται.
Ειδικότερα, ο πρώτος Α. Μ. του Γ., μετά από κοινό δόλο και σκοπό με τον δεύτερο Χ. Μ. του Γ., μετέβη τον Οκτώβριο του 2007 στην ιδιωτική κλινική που νοσηλευόταν ο ξάδερφός του Ζ. Μ. του Τ., αδερφός του Α. Μ. του Τ. και ήδη τελούντος υπό δικαστική συμπαράσταση με συμπαραστάτη τον ως άνω αδερφό του και του ζήτησε την αστυνομική του ταυτότητά λέγοντάς του ότι θα φροντίσει ώστε να του δώσει κάποια ζώα για να απασχολείται στο χωριό.
Εκμεταλλευόμενος την πάθησή του, αφού έπασχε από ψυχωτική συνδρομή και την νοσταλγία του για τη ζωή στο χωριό απέσπασε το πρωτότυπο δελτίο ταυτότητας, το οποίο παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο αδερφό του Χ. Μ., ο οποίος μετέβη στο λογιστή και Α. Κ. στον οποίο παρέστησε ψευδώς ότι είναι αδερφός του Ζ.
Μ. του Γ., ο οποίος επιθυμεί να προβεί σε εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση. Μάλιστα σε αυτή δήλωσε ψευδώς ότι ο αδερφός του έχει στην κατοχή του και καλλιεργεί 600 στρέμματα στους .... Με τον τρόπο αυτό και με κοινό δόλο αφού παραπλάνησε τον ως άνω λογιστή κατήρτισε μαζί με τον αδερφό του και συγκατηγορούμενό του στις 10-12-2007, αυτοβούλως και εξ υπαρχής, φορολογική δήλωση εισοδήματος, οικονομικού έτους 2007, στο όνομα του εγκαλούντος Μ.
Ζ., δηλώνοντας φορολογούμενα εισοδήματα ύψους 25.554 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις θέτοντας παρά πόδα του εγγράφου και στη θέση "Ο Δηλών", κατ’ απομίμηση" την υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς γνώση του και χωρίς τη συναίνεσή του επιθυμώντας να αποκομίσει παράνομο όφελος. Στην ενέργειά τους αυτή συνέπραξαν και οι δύο κατηγορούμενοι προκειμένου με τη χρήση της υπ’ όψιν φορολογικής δηλώσεως να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Β’ Δ.Ο.Υ. ...
περί του ύψους των φορολογουμένων εισοδημάτων του Ζ. Μ. και της προέλευσής τους και στη συνέχεια προέβησαν σε χρήση αυτής εγχειρίζοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Β’ Δ.Ο.Υ. ..., ο οποίος ακολούθως εξέδωσε και εκκαθαριστικό σημείωμα με τα στοιχεία αυτά. Η δράση τους δεν περιορίσθηκε ωστόσο σε αυτό αλλά ακολούθως την 30-11-2007, χωρίς την εντολή ή συναίνεση του ως άνω εγκαλούντος, αφού συμπλήρωσαν έντυπη αίτηση παροχής υπηρεσιών της εταιρείας VODAFONE, αναγράφοντας τα επαγγελματικά, ατομικά και οικονομικά στοιχεία του ανωτέρω, έθεσαν παρά πόδα της αιτήσεως την υπογραφή αυτού, ώστε να εμφανίζεται ότι αυτός συνεβλήθη, με την εν λόγω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας για σύνδεση στο τηλεφωνικό δίκτυο της VODAFONE, και στη συνεχεία προέβησαν στη χρήση του εν λόγω εγγράφου, εγχειρίζοντάς το στον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας.
Είναι αδιάφορο το ποιος από τους δύο έθεσε την υπογραφή σε κάθε έγγραφο ξεχωριστά, εν όψει του ότι αποδείχθηκε ότι στο όλο σχέδιο ενήργησαν με κοινό δόλο και από κοινού. Στην κρίση του αυτή οδηγείται το δικαστήριο από το ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται είναι ορισμένα από όσα τέλεσαν από κοινού εναντίον του ως άνω μηνυτή και εντάσσονται σε ένα συνολικό σχέδιο παράνομου πλουτισμού τους εις βάρος του, αφού όπως αποδείχθηκε μετέβησαν και σε Τράπεζες και δη στην ΑΤΕ BANK, στην ΕΤΕ και στην Probank και αιτήθηκαν δάνεια στο όνομα του υπό δικαστική συμπαράσταση τελούντος και υπό ψυχωτική συνδρομή ευρισκόμενου Ζ.
Μ. και εξέδωσαν και πιστωτικές κάρτες τις οποίες χρησιμοποίησαν. Σε ορισμένες μάλιστα αιτήσεις δήλωσαν ως τηλέφωνο επικοινωνίας το τηλέφωνο της πεθεράς του πρώτου κατηγορούμενου, γεγονός που επιβεβαιώνει την εμπλοκή του ως αυτουργού στην υπόθεση αυτή παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του. Επίσης προέβησαν σε υποβολή αιτήσεων και στην cosmote για παροχή τηλεφωνικών αριθμών στο όνομα του Ζ.
Μ., τους οποίους έλαβαν και χρησιμοποίησαν, η δε εμπλοκή τους είναι αυταπόδεικτη, εν όψει του ότι σε αναλυτικές κινήσεις των λογαριασμών αυτών των κινητών τηλεφώνων, εμφανίζονται τηλεφωνικές κλήσεις σε τηλέφωνα συγγενικών τους προσώπων και ιδίως της πεθεράς του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς και τηλεφωνική κλήση στην πληρεξούσια δικηγόρο του πρώτου κατηγορουμένου.
Για την ολοκλήρωση του σχεδίου τους έφτασαν στο σημείο να πλαστογραφήσουν και την ταυτότητα του Ζ. Μ. θέτοντας τη φωτογραφία του δευτέρου από αυτούς. Λόγω του πλήθους των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο και εν όψει της κατάστασης της υγείας του Ζ. Μ. και του γεγονότος ότι βρίσκεται υπό δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται πλήρως από τον δικαστικό συμπαραστάτη του και ασκούντα πολιτική αγωγή, το δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμη την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για την κλήση του, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος ως παρελκυστικού.
Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τα ως άνω αδικήματα, τα οποία τέλεσαν από κοινού και κατ’ εξακολούθηση".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρας πολιτικώς ενάγων, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογίες κατηγορουμένων από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του δεν ήταν δε αναγκαίο να εκθέτει και τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Αιτιολογείται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι έδρασαν κατά την από κοινού τέλεση της πιο πάνω πράξεως με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της αποφάσεως. Διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται επακριβώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα πλαστά έγγραφα που κατήρτισαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δηλαδή η με ημερομηνία 10-12-2007 δήλωση φόρου εισοδήματος, οικον.
έτους 2007 στο όνομα Ζ. Μ., της οποίας έκαναν χρήση στη ΔΟΥ ..., προκειμένου να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της εταιρίας αυτής, ως προς το πρόσωπο που συμβλήθηκε με την εταιρία αυτή. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, λήφθηκαν υπόψη, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των παραδοχών της αποφάσεως και οι καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντα Α.
Μ. του Τ. και του μάρτυρα Α. Α. και δεν χρειαζόταν χωριστή αξιολόγησή τους και αναφοράς τους. Το δικαστήριο με επάλληλες σκέψεις, συλλογισμούς και αναφορές, εκτενώς λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ των άλλων και τις καταθέσεις των δύο ανωτέρω, αιτιολογεί την κρίση του για τέλεση και των δύο μερικοτέρων πράξεων του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος από αμφότερους τους αναιρεσείοντες.
Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επί μέρους υλικές ενέργειες εξ αυτών. Περαιτέρω οι εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο αυτό, αιτιάσεις περί, γενικώς, εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ λόγος της αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2015 αίτηση του α) Α. Μ. του Γ. και β) Χ. Μ. του Γ., για αναίρεση της με αριθμό 2286/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στα διακόσια πενήντα (250) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ