Legislator Case Law & Legislation
1802/2014 AI generated

1802/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1802/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1802/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την 2.3.2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη κλήση με την οποία την καλούσε να καταβάλει το μη αμφισβητούμενο ποσό των 757.430.000 δραχμών σύμφωνα με το άρθρο 7 § 7 ν. 2496 / 1997 ... Πλην όμως η εναγομένη δεν εκπλήρωσε και πάλι τη νόμιμη υποχρέωσή της. Το Μάρτιο του 2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ υπέβαλε καταγγελία στο Υπουργείο Ανάπτυξης ...

Keywords

AI generated
breach of loyalty duty fraudulent insurance claim justified insurer position safety regulations violation undue insurance benefit assurance of proper business conduct
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1802 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1802/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Μ. του Π., κατοίκου ... και 2. Α. συζύγου Δ. Μ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Οικονομοπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA AΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ΑLPHA AΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαβδαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. από την οποία προκύπτει ότι η εταιρεία μετονομάστηκε σε "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4335/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1308/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη τακτική διαδικασία με αριθμό 1308/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών,η οποία αφού δέχθηκε τη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 4335/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβά σιμη,στη συνέχεια την εξαφάνισε και απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη.Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553 556,558, 564,566 παρ.1ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βά σιμο των λόγων της [άρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔικ] .

2. Με το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κα νόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτία ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 174/2011).Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον Νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνου το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν συντρέχει, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ 1378 /2010,178/2011).

3.Κατά το άρθρο 1 του ν.2496/1997,στοιχείο της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι και το ασφαλιστικό συμφέρον, δηλαδή, ο οικονομικός δεσμός μεταξύ του προσώπου και του πράγματος, ώστε η ζημία ή καταστροφή του πράγματος να έχει ως αποτέλεσμα την περιουσιακή ζημία του προσώπου, της ζημίας δε αυτής επιδιώκεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως η αποκατάσταση.

Υποκείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι πρωτίστως ο κύριος του ασφαλιζομένου αγαθού, του ονόματος του οποίου γίνεται μνεία στην σύμβαση ασφαλίσεως. Μπορεί δε η σύμβαση να συνάπτεται για λογαριασμό του κυρίου του ασφαλιζομένου αγαθού από άλλον, όπως μπορεί επίσης να συνάπτεται για λογαριασμό όποιου ανήκει (άρθρο 193 του ΕμπΝ), οπότε, φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι ο κύριος του αγαθού κατά τον χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 7 παρ.7 ν.2496/1997 "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση.

Από την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται δήλη ημέρα πληρωμής της υποχρέωσης του ασφαλιστή, μετά την πάροδο της οποίας αυτός καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας, και έτσι η σχετική απαίτηση κατά του ασφαλιστή καθίσταται τοκοφόρος σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ από την δικαστική ή εξώδικη όχληση αυτού (ΑΠ 1413/2005).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 345 ΑΚ, επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.

Ο δανειστής, αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί υπερημερίας χρηματικής οφειλής, ο οφειλέτης υποχρεούται στην καταβολή τόκων υπερημερίας και σε αποκατάσταση της περαιτέρω θετικής ζημίας του δανειστή, από την επελθούσα μείωση της περιουσίας του.

Η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 919,298 και 932 ΑΚ [στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί κατά περίπτωση αξίωση για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης] ρυθμίζουν τις συνέπειες της αποζημιώσεως που απορρέει από αδικοπραξία και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής παροχής, που απορρέει από σύμβαση, όπως είναι και η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο το ασφάλισμα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως που αφορούσε η ασφαλιστική σύμβαση.

Η υπαίτια δε ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη κα τά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 358/2014].Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914,297,298,932 ΑΚ, επί αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση (λόγω ηθικής βλάβης) έχει μόνον ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή την παράλειψη ,όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (Ολ.

ΑΠ 18/2004). Έτσι σε περίπτωση που η παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως αποτελεί και αδικοπραξία που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι η κατ' ιδίαν μέτοχοι ή εγγυητές που τυχόν υφίστανται και αυτοί ζημία, αφού αυτοί είναι εμμέσως ζημιωθέντες, εκτός αν η συμπεριφορά του αδικοπρακτούντος, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά και ως προς αυτούς είτε αδικοπραξία είτε αυτοτελή λόγο υποχρεώσεως για αποζημίωση.[ΑΠ 461/1991]. 4.Η ένδικη αγωγή, κατά κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της,είχε ως εξής: " .....Από το έτος 1996 η εταιρία [ΒΥΘΟΣ ΑΕ],είχε δανειοδοτηθεί από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ προκειμένου να αρχίσει η κατασκευή του εργοστασίου της, δυνάμει της υπ' αριθμ...

σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Στην ως άνω σύμβαση πιστούχος είναι η εταιρεία ΒΥΘΟΣ και εγγυητές οι ενάγοντες... ως αυτοφειλέτες... Το Μάρτιο του 1988 η εταιρεία αποφάσισε να λάβει δάνειο από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ προκειμένου να αποπερατωθεί το εργοστάσιο. Έτσι καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ....

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό .... πιστούχος είναι η εταιρεία ΒΥΘΟΣ και εγγυητές οι ενάγοντες... ως αυτοφειλέτες... Τον Ιούλιο 1998 η εταιρεία δανειοδοτήθηκε για τον ίδιο σκοπό από την ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ σύμφωνα με την υπ' αριθμ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ....

πιστούχος είναι η εταιρεία ΒΥΘΟΣ και εγγυητές οι ενάγοντες... ως αυτοφειλέτες... Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των άνω Τραπεζών εναντίον μας......

και έχει δεσμευθεί με εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης όλη η προσωπική ακίνητη περιουσία μας ... Η εναγομένη .... πριν από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης είχε λάβει γνώση σχετικά με το ότι η εταιρεία το έτος 1988 ταυτίζονταν κατ' ουσίαν με τους ενάγοντες ότι ο 1ος ήταν ο δημιουργός και νόμιμος εκπρόσωπος και ότι η εταιρεία είχε δανειοδοτηθεί από Τράπεζες ...

Το Σεπτέμβριο του έτους 1998 κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ της εταιρίας ΒΥΘΟΣ τις οποίες διεξήγαγα προσωπικώς ως νόμιμος εκπρόσωπός της και της εταιρίας μεσιτείας ασφαλίσεων "ΙΝΤΕΡΕSΤ ΑΕ" ... που ενεργούσε για λογαριασμό της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" καταρτίστηκε το υπ' αριθμ. 445374/16.9.1998 ασφαλιστήριο πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων ισχύος για το διάστημα από 8.9.1998 έως 8.3.1999.

Η εταιρία ΒΥΘΟΣ πλήρωσε τα σχετικά ασφάλιστρα ... Το έτος 1999 αποφασίστηκε η συμμετοχή στην εταιρία του Αναστασίου Πολίτη και ... αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας σε "ΒΥΘΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΑΒΕΕ", η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 541.000.000 δρχ. τα οποία θα κατέβαλε ο κ. Π., προκειμένου να καταστεί μέτοχος της εταιρίας με ποσοστό 51% ...

Η εναγομένη συμφώνησε με την τροποποίηση του ασφαλιστηρίου και αφού, κατόπιν αίτησής της, της παραδώσαμε έντυπο Ε3 της φορολογικής δήλωσης της εταιρίας και ισοζύγιο δευτεροβαθμίων από 1.1-31.12.1999 και πληρώθηκε η σχετική διαφορά ασφαλίστρων. Κατόπιν των ανωτέρω, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο κάλυπτε την εταιρία μας για τους ασφαλιζόμενους κινδύνους μέχρι του ποσού του 1.450.000 .000 δραχμών.

Την 15.6.2000 εκδηλώθηκε πυρκαγιά από άγνωστη αιτία στις εγκαταστάσεις της εταιρίας με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς η μονάδα παραγωγής του εργοστασίου στον Α' όροφο με όλα τα εντός αυτού μηχανήματα, εργαλεία, σκεύη πρώτες ύλες και λοιπά προϊόντα. Επίσης καταστράφηκε η τοιχοποιία του Α' ορόφου εσωτερικά και εξωτερικά, η οροφή και η ψευδοροφή, τα ηλεκτρολογικά κ.λπ.

Οι ζημιές που υπέστη το εργοστάσιο περιγράφονται στην από 26.7.2002 έκθεση διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου - Επιδιαιτητή Ε. Π.. Η εναγομένη επέδειξε απαράδεκτη συμπεριφορά προς την εταιρία ΒΥΘΟΣ, καθυστερώντας αδικαιολόγητα την καταβολή του ασφαλίσματος. Ειδικότερα : Αμέσως μετά την πυρκαγιά ενημερώσαμε την εναγομένη και την καλέσαμε να προβεί στις αναγκαίες και επιβαλλόμενες από την οικεία νομοθεσία ενέργειες για την άμεση αποζημίωση της εταιρίας ΒΥΘΟΣ προκειμένου η τελευταία να επιβιώσει και να συνεχίσει τη δραστηριότητά της, πλην όμως η εναγομένη υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της.

Ειδικότερα, παρά το ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2000 είχε υπογραφεί η προαναφερθείσα πρόσθετη πράξη, με την οποία είχε τροποποιηθεί η σύμβαση ασφάλισης και είχε πληρωθεί το σχετικό ασφάλιστρο, η εναγομένη δεν είχε στείλει μέχρι την πυρκαγιά στην εταιρία την εν λόγω πρόσθετη πράξη υπογεγραμμένη από τους εκπροσώπου της.

Αμέσως δε μετά την πυρκαγιά αρνήθηκε την ύπαρξη της πράξης αυτής και την αρνείτο επί τέσσερις μήνες ισχυριζόμενη ότι δήθεν δεν είχε παραλάβει τα σχετικά έγγραφα και δεν την είχε εκδώσει. Όταν δε η εναγομένη αναγκάστηκε να δεχθεί την ύπαρξη της πρόσθετης πράξης, δεδομένου ότι η εταιρία μας είχε τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα αλλά και ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας κ.

Κ. κατέθεσε ενόρκως σχετικά με την υποβολή της αίτησης και των εγγράφων, αρνήθηκε ότι το κονδύλιο της κάλυψης απώλειας κερδών αυξήθηκε κατά 30.000.000 δρχ. ισχυριζόμενη ότι το εν λόγω κονδύλιο μειώθηκε κατά το ποσό αυτό. Τελικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 187/26.10.2000 (!) πρόσθετη πράξη διάρκειας από 1. 3.2000 έως 8.9.2000.Επίσης -και κυρίως- αμέσως μετά την πυρκαγιά εκπρόσωποι και πραγματογνώμονες της εταιρίας επισκέφθηκαν το εργοστάσιο της εταιρίας ...

προκειμένου να διαπιστώσουν την έκταση της ζημίας και να υπολογιστεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Παρά ταύτα η εναγομένη δεν παρέδιδε στην εταιρία ΒΥΘΟΣ καμία πραγματογνωμοσύνη και καθυστερούσε αδικαιολόγητα τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, παρά το ότι πολύ καλά γνώριζε ότι κάθε ημέρα καθυστέρησης ελάττωνε τις πιθανότητες επαναλειτουργίας της εταιρίας.

Την 14.11.2000, δηλαδή πέντε μήνες μετά την πυρκαγιά η εναγομένη δεν είχε παραδώσει ακόμη πραγματογνωμοσύνη παρά το ότι η εταιρία είχε θέσει υπόψη της όλα τα αναγκαία στοιχεία και η εναγομένη πολύ καλά εγνώριζε ότι κάθε καθυστέρηση θα οδηγούσε την εταιρία στην οριστική οικονομική κατάρρευση, ενόψει του ότι οι δανειακές της υποχρεώσεις προς τις Τράπεζες ολοένα και διογκώνονταν.

Έτσι η εταιρία ΒΥΘΟΣ της επέδωσε εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να καταβάλει την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Η εναγομένη απάντησε με την από 16-1- 2001 (!) επιστολή της με την οποία γνωστοποίησε στην εταιρία ΒΥΘΟΣ ότι η πραγματογνωμοσύνη που διενεργείται για λογαριασμό της δεν έχει ολοκληρωθεί, ότι μόλις ολοκληρωθεί θα μας ενημερώσει και ότι κατά την εκτίμησή της το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης θα ανέρχεται στο ποσό των 757. 430.000 δραχμών !!!! Βεβαίως προκαλεί έκπληξη το πώς η εναγόμενη εταιρία γνώριζε ποιο "θα ήταν" το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης χωρίς να είναι έτοιμη η σχετική πραγματογνωμοσύνη.....

Την 9.1.2001 η 2η από εμάς κοινοποίησα στους 1° από εμάς, Α. Π., στην εναγομένη και στις τράπεζες ΕΘΝΙΚΗ, ΓΕΝΙΚΗ και ΑΛΦΑ εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - γνωστοποίηση με την οποία διαμαρτυρήθηκα για το γεγονός ότι είχαν παρέλθει επτά μήνες χωρίς να έχει προχωρήσει στο ελάχιστο η διαδικασία καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης και υπενθύμισα ότι αν και μέτοχος με ποσοστό 5% επί του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ευθύνομαι με την προσωπική μου περιουσία, έχοντας παράσχει τόσο προσωπική όσο και εμπράγματη ασφάλεια για τα χρέη της εταιρίας, με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεσος κίνδυνος πλήρους οικονομικής μου καταστροφής.

Την 2.3.2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη κλήση με την οποία την καλούσε να καταβάλει το μη αμφισβητούμενο ποσό των 757.430.000 δραχμών σύμφωνα με το άρθρο 7 § 7 ν. 2496 / 1997 ... Πλην όμως η εναγομένη δεν εκπλήρωσε και πάλι τη νόμιμη υποχρέωσή της. Το Μάρτιο του 2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ υπέβαλε καταγγελία στο Υπουργείο Ανάπτυξης ...

σχετικά με τη συμπεριφορά της εναγομένης. Η εν λόγω υπηρεσία ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με την καταγγελία μας με το υπ' αριθμ. πρωτ. Κ3- I έγγραφο της και τότε μόνο η εναγομένη εδέησε την καταβολή εκ μέρους της του μη αμφισβητούμενου ποσού....Ειδικότερα, την 26.3 .2 001 η εναγομένη κοινοποίησε στην εταιρία ΒΥΘΟΣ την από 23.3.2001 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να προσέλθει για την είσπραξη του δικαιούμενου σύμφωνα με την προεκτίμησή της ποσού ασφαλίσματος, μετά την αφαίρεση των νόμιμων εκ πτώσεων και καταβολών προς τους έχοντες νόμιμο προνόμιο δανειστές μας.

Πλην όμως η εναγομένη και πάλι δημιούργησε πρόβλημα καθώς αυθαίρετα απαίτησε να αφαιρεθεί από τη ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό των 200. 000.000 δρχ. με την αιτιολογία ότι η ΒΥΘΟ Σ είχε λάβει ισόποση επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο, ... Ο ισχυρισμός αυτός ήταν βεβαίως νομικά αβάσιμος πράγμα που επιβεβαιώθηκε και από την υπ' αριθμ. 1367/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί αγωγών της ΒΥΘΟΣ ΑΕ κατά της εναγομένης και κυρίων παρεμβάσεων των δανειστριών Τραπεζών και δέχθηκε σχετικώς ότι υφίσταται ασφαλιστικό συμφέρον της ΒΥΘΟΣ ΑΕ και για το ως άνω ποσό.

Με νέα από 27.3.2001 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 29. 3.2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ κάλεσε εκ νέου την εναγομένη να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή της για καταβολή του μη αμφισβητούμενου μέρους της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Η εναγομένη αποδεχόταν να καταβάλει εν όψει των ανωτέρω αβάσιμων ισχυρισμών της μόνο το ποσό των 557.430.000 δραχμών.

Την 27.4.2001 η εταιρία ΒΥΘΟΣ απέστειλε στην εναγομένη τηλεομοιοτυπική επιστολή με την οποία της γνωστοποιούσε ότι οι υποχρεώσεις της που έπρεπε να εξοφληθούν από το ως άνω ποσό ήτα α) προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος......β) προς την ΑΤΕ .... γ) προς τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος .....δ) προς τον Α. Π.......Ο τελευταίος διεκδικούσε από την εταιρία 200.000.000 δραχμές, αλλά θα ελάμβανε το ως άνω ποσό έναντι.

Οι Τράπεζες αντιθέτως θα εξοφλούντο οριστικά με τα ως άνω ποσά. Η καταβολή της μη αμφισβητούμενης αποζημίωσης ναυάγησε και αυτή τη φορά γιατί η εναγομένη απαιτούσε να εξοφληθεί και απαίτηση της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ύψους περί τα 136.000.000 δρχ., για εξασφάλιση της οποίας είχε λάβει χώρα η από 29.6.2000 εκχώρηση μέρους της ασφαλιστικής αποζημίωσης, το κύρος της οποίας αμφισβητούσε η εταιρία ΒΥΘΟΣ.

Η εταιρία ΒΥΘΟΣ ζήτησε να εξοφληθούν οι τρεις μη αμφισβητούμενες από κανέναν και προνομιούχες απαιτήσεις των ΕΤΕ, Γενική Τράπεζα και ΑΤΕ προκειμένου η εταιρία να ξεφύγει από τα πιο πιεστικά και άλλωστε προνομιούχα χρέη της και να αναμείνουν τα μέρη τη δικαστική επίλυση του ζητήματος της αμφισβητούμενης απαίτησης της ΑLPΗΑ ΒΑΝΚ, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να εξοφληθεί από το επιπλέον ασφάλισμα που θα επιδικαζόταν αλλά και από τα κέρδη της εταιρίας, η οποία κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν παρά τις αντιξοότητες σε λειτουργία και ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της.

Την 12.6.2001 ο 1ος από εμάς υπό την ιδιότητά μου ως μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας ΒΥΘΟΣ απέστειλα καταγγελία στο Υπουργείο Ανάπτυξης .... . σχετικά με την κωλυσιεργία εκ μέρους της εναγομένης. Την 21.6.2001 -ένα έτος μετά την πυρκαγιά- η εταιρία ΒΥΘΟΣ έλαβε επιστολή από την εναγομένη σύμφωνα με την οποία αν δεν δεχόταν (η εταιρία ΒΥΘΟΣ) να εισπράξει και η ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ από το μη αμφισβητούμενο ποσό, η εναγομένη δεν δεχόταν να καταβάλει στους δανειστές των μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων και θα εφήρμοζε το άρθρο 1287 ΑΚ περί δημόσιας κατάθεσης της οφειλόμενης αποζημίωσης το οποίο όμως ποτέ δεν εφάρμοσε .Μόλις την 17-7-2001 η εναγομένη μετά από κοπιαστικές διαπραγματεύσεις εδέησε να εξοφλήσει την ΑΤΕ ...

Στις συνεχείς διαμαρτυρίες της εταιρίας για τη μη εξόφληση των λοιπών πιστωτών η εναγομένη απαντούσε ότι δεν επρόκειτο να εξοφλήσει κανένας από του πιστωτές, αν δεν εξοφλείτο η μητρική της τράπεζα..... Η συμπεριφορά της εναγομένης δεν ήταν μόνο παράνομη, ήταν επίσης και ακατανόητη καθώς η απλή ανάγνωση της οικείας νομοθεσίας έλυνε το ζήτημα.

Όπως έκρινε και η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπ' αριθμ. 1367/2003 το ασφάλισμα έπρεπε να αποδοθεί στις ενυπόθηκες δανείστριες προκειμένου να προβούν κατά το άρθρο 1287 ΑΚ σε διαδικασία κατάταξης.

Συνεπώς, εφόσον δεν ήταν δυνατόν να λυθεί το ζήτημα συμβιβαστικά η εναγομένη έπρεπε να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία και όχι βεβαίως να επιμένει για την κατανομή του ασφαλίσματος κατά τις δικές της απόψεις. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αν η εναγομένη δεν προέβαλε τους και δικαστικώς κριθέντες ως αβάσιμους ισχυρισμούς περί έλλειψης ασφαλιστικού συμφέροντος της εταιρίας ΒΥΘΟΣ ως προς το ποσό της επιδότησης, το μη αμφισβητούμενο ασφάλισμα των 757.430.000 δρχ.

θα επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, με δεδομένο ότι ο κ. Π. δεχόταν, σύμφωνα με την ως άνω από 27.4.2001 επιστολή της ΒΥΘΟΣ, να λάβει μέρος της απαίτησής του. Η μόνη επιλογή που δεν είχε η εναγομένη ήταν να μην καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, πράγμα που έπραξε....Εν όψει της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης από την οποία κατέστη φανερό ότι η διαφορά θα λυνόταν δικαστικώς οι πιστοδότριες τράπεζες, οι οποίες επί ένα έτος είχαν τηρήσει στάση αναμονής βλέποντας ότι η εταιρία παρά τις αντιξοότητες επιχειρούσε και κατάφερνε να σταθεί στα πόδια της, εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες και προμηθευτές της και ήταν ενήμερη ως προς τα χρέη της προς το Δημόσιο και προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, άρχισαν η μία μετά την άλλη να κλείνουν τους αλληλόχρεους λογαριασμούς και να ζητούν δικαστικώς το κατάλοιπο ...

Επίσης από το Νοέμβριο του έτους 2001 και μετά άρχισαν να σφραγίζονται ως ακάλυπτες επιταγές της εταιρίας, καθώς η τελευταία δεν ήταν πια σε θέση να εξυπηρετήσει τις τεράστιες υποχρεώσεις της για καταβολή τόκων προς τις τράπεζες και τις υποχρεώσεις της προς προμηθευτές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο 1ο από εμάς να εμφανίζομαι στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το Νοέμβριο του 2001 έως τον Απρίλιο του 2003, οπότε και πληρώθηκαν οι επιταγές από την εταιρία χρεωμένος με δώδεκα ακάλυπτες επιταγές.

Εν όψει αυτού αφαιρέθηκε από τον 1° από εμάς το μπλοκ επιταγών και φυσικά δεν ήταν δυνατή η δανειοδότησή μου από καμία τράπεζα και περαιτέρω η επαγγελματική μου δραστηριοποίηση.......Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η εταιρία ΒΥΘΟΣ κατά το διάστημα μετά την πυρκαγιά της 15. 6.2000 προσπάθησε και μέχρι ενός σημείου κατάφερε να παραμείνει σε λειτουργία και να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της.

Ειδικότερα, μέχρι τον Ιούλιο του 2001 δεν είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής κατά της εταιρίας και μέχρι το Νοέμβριο του 2001 δεν είχε εμφανιστεί ακάλυπτη επιταγή της. Όλα τα ανωτέρω επιτεύχθηκαν με υπεράνθρωπες προσπάθειες του 1ου από εμάς, ο οποίος παρά τη συντριβή που μου προκάλεσε το γεγονός της πυρκαγιάς και η καταστροφή κόπων μιας ζωής μέσα σε λίγες ώρες κατάφερα να διατηρήσω σε μερική λειτουργία την επιχείρηση, αξιοποιώντας τις λίγες εγκαταστάσεις που είχαν απομείνει και να εξυπηρετώ τις επείγουσες υποχρεώσεις της, αναμένοντας μάταια ότι η εναγομένη θα ανταποκρινόταν στις νόμιμες υποχρεώσεις της.

Η αδικαιολόγητη αμφισβήτηση της ύπαρξης της πρόσθετης πράξης, η καθυστέρηση της σύνταξης πραγματογνωμοσύνης και κυρίως μη προ καταβολή του μη αμφισβητούμενου ασφαλίσματος οδήγησαν στην διόγκωση των οφειλόμενων στις Τράπεζες τόκων, στην έναρξη εκ μέρους του δικαστικών ενεργειών κατά της εταιρίας και ημών των εναγόντων και στην αδυναμία της ή δη βαρύτατα πληγείσας εταιρίας ΒΥΘΟΣ να ανταποκριθεί πλέον στον κυκεώνα χρεών, στον οποίο είχε εισέλθει.

Είναι φανερό ότι η μη καταβολή του μη αμφισβητούμενου ασφαλίσματος οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, Είναι φανερό επίσης ότι αν η εναγομένη είχε ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και δη είχε καταβάλει αμέσως το μη αμφισβητούμενο ποσό του ασφαλίσματος θα είχαν ικανοποιηθεί οι Τράπεζες και θα είχε καταστεί δυνατή η επαναχρηματοδότηση και η λειτουργία της εταιρίας ΒΥΘΟΣ.

Από τη σύγκριση των ποσών που έπρεπε να καταβάλει η εταιρία στις Τράπεζες το Μάρτιο του 2001 -και ενώ ήδη είχε μεσολαβήσει καθυστέρηση της εναγομένης- προς τα ποσά που τους επιδικάζονται με τις προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής και τη λήψη υπόψη των τόκων που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμοι μέχρι την άσκηση της πα ρούσας είναι φανερό ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο.

Η συμπεριφορά της εναγομένης έχει οδηγήσει και σε πλήρη καταστροφή ημών των εναγόντων. Ειδικότερα, όπως ήταν γνωστό στην εναγομένη ήδη από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και όπως της υπενθύμισα η 2η από εμάς με το από 9.1.2001 εξώδικο μου, οι ενάγοντες έχουμε εγγυηθεί ως αυτοφειλέτες και έχουμε προσφέρει εμπράγματη ασφάλεια επί όλης της ακίνητης περιουσίας μας για το σύνολο των χρεών της ΒΥΘΟΣ, η οποία αποτελούσε μέχρι το έτος 1999 αμιγώς οικογενειακή μας επιχείρηση.

Συνεπώς, η συμπεριφορά της που κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση των Τραπεζών οδήγησε στο να έχουν εκδοθεί εις βάρος μας διαταγές πληρωμής, να διώκεται από το Νοέμβριο 2001 έως τον Απρίλιο του 2003 ο 1ος από εμάς για ακάλυπτες επιταγές και να εμφανιζόμαστε στο δίκτυο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, από το οποίο αντλούν πληροφορίες όλες οι ελληνικές Τράπεζες ως αφερέγγυοι οφειλέτες με αποτέλεσμα αφενός να καθίσταται αδύνατη οποιαδήποτε νέα επαγγελματική δραστηριοποίηση του 1ου από εμάς αφετέρου να μην μπορούμε να λάβουμε ούτε καν καταναλωτικό δάνειο από Τράπεζα προκειμένου να καλύψουμε τις πιεστικές ανάγκες των επτά παιδιών μας ...

Όπως είναι προφανές, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης μας έχει προκαλέσει βαρύτατη ηθική βλάβη. Ειδικότερα, ο 1ος από εμάς που είδα το προσωπικό μου δημιούργημα να καταστρέφεται περίμενα δικαιολογημένα ότι η ασφαλιστική σύμβαση που είχα καταρτίσει με την εναγομένη ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ΒΥΘΟΣ θα εκπλήρωνε τον σκοπό για τον οποίο καταρτίστηκε, δηλαδή θα επέτρεπε στην εταιρία να επιβιώσει σε περίπτωση κάποιας αναπάντεχης καταστροφής.

Η εναγομένη όμως παραβιάζοντας τις νόμιμες υποχρεώσεις της απέναντι στην εταιρία ΒΥΘΟΣ αλλά και τις απορρέουσες από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υποχρεώσεις της προς εμάς, με δεδομένο ότι πολύ καλά εγνώριζε ότι οι ενάγοντες είχαμε, όπως εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, προσφέρει προσωπικές και εμπράγματες ασφάλειες για όλα τα χρέη της εταιρίας, όχι μόνο δεν βοήθησε την εταιρία να επιβιώσει αλλά ματαίωσε και την προσπάθεια που η ίδια η εταιρία έκανε.

Συνεπεία της συμπεριφοράς της εναγομένης οι ενάγοντες έχουμε εις βάρος μας διαταγές πληρωμής από τις δανείστριες τράπεζες για υπέρογκα ποσά και ο 1ος από εμάς ήμουν υπόδικος για ακάλυπτες επιταγές από το Νοέμβριο του 2001 έως τον Απρίλιο του 2003.Όλη η ακίνητη περιουσία μας- που με κόπους χρόνων δημιουργήσαμε- βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο αναγκαστικής εκποίησης για την ικανοποίηση των δανειστών της εταιρίας ΒΥΘΟΣ ...

Συνεπώς από τη συμπεριφορά της εναγομένης έχουμε υποστεί ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί στον κάθε ένα από εμάς λαμβανομένου υπόψη του βαθμού της υπαιτιότητας της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών το ποσό των 300 000 € ήτοι το συνολικό ποσό των 600.000 € ..." 5.

Επί της αγωγής αυτής το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...... Υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που ο ενάγων αξιώνει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών της εταιρείας ΒΥΘΟΣ Α.Ε. τυγχάνει απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του, διότι ασκεί την αγωγή ως τρίτος, μέτοχος και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, ιδιότητα με την οποία είχε εκδώσει τις επιταγές, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε κατά τούτο την ένδικη αγωγή και ο περί αντιθέτου λόγος εφέσεως είναι ουσία αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τα λοιπά η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στο άρθρο 914 ούτε και στο άρθρο 919 ΑΚ, ώστε οι ενάγοντες συντρεχουσών και των προϋποθέσεων του άρθρου 932 ΑΚ να δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Και τούτο διότι δεν εκτίθενται περιστατικά που να συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος των εναγόντων, που να συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία τους ,στοιχεία αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγή στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ούτε "από πρόθεση" ανήθικη συμπεριφορά της εναγομένης, έναντι ακριβώς των εναγόντων δηλαδή που να αντίκειται στα χρηστά ήθη, οι οποίοι να είναι έτσι και οι αμέσως ζημιωθέντες.

Ειδικότερα οι πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης, όπως αυτές στην αγωγή διαλαμβάνονται ,ήτοι α) αδικαιολόγητη αμφισβήτηση της πρόσθετης πράξης ασφάλισης που είχε καταρτίσει από το Φεβρουάριο του έτους 2000 με την εταιρεία ΒΥΘΟΣ Α.Ε., β) καθυστέρηση σύνταξης για λογαριασμό της τελευταίας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γ) μη καταβολή από υπαιτιότητα της προς την εταιρεία αυτή του μη αμφισβητούμενου ποσού του ασφαλίσματος κατ' άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2496/1997 λόγω 1) της αυθαίρετης απαίτησής της να αφαιρεθεί από την ασφαλιστική αποζημίωση το ποσόν των200.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε ισόποση επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο,2) της απαίτησής της να προτιμηθεί η εξόφληση αξιώσεων της ΑLΡHΑ ΒΑΝΚ ύψους 136.000.000 δρχ.

και δ) η μη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας κατάταξης του άρθρου 1287 ΑΚ για την ικανοποίηση των ενυπόθηκων δανειστριών, αφορούν προφανώς την άνω ανώνυμη εταιρεία και δεν συνιστούν παράνομες και υπαίτιες ενέργειες σε βάρος των εναγόντων ως μετόχων της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, που αποτελεί νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα ουσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της και που να συνδέονται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία των ούτε συνιστούν από πρόθεση ανήθικη συμπεριφορά της εναγομένης έναντι ακριβώς των εναγόντων, που να αντίκειται στα χρηστά ήθη κατ' άρθρο 919 ΑΚ, ούτε άσκηση δικαιώματος κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που άλλωστε προϋποθέτουν προσωπικό δεσμό μεταξύ των διαδίκων, μη υφιστά μενο στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς δεν δικαιούνται ως μη αμέσως ζημιωθέντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης .......Επισημαίνεται ότι η συμπεριφορά της εναγομένης δεν είναι παράνομη ως εξερχόμενη των ορίων των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 Α.Κ.

και αντιτιθέμενη στη γενική επιταγή που δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, αφού η άνω ανώνυμη εταιρία δεν ασκεί δραστηριότητα εγκυμονούσα κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων και έχουσα γενική υποχρέωση πρόνοιας ήτοι υποχρέωση λήψης όλων των καταλλήλων μέτρων για την προστασία των εννόμων αγαθών των τρίτων με βάση την αρ χή της εμπιστοσύνης, όπως είναι η δραστηριότητα του παραγωγού έναντι του καταναλωτή. ..." .

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 281, 288, ν. 2190/1920,1, 7 παρ. 7 Ν. 2496/1997, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως, έλαβε δε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.

Τούτο δε καθόσον η μοναδική παράλειψη της αναιρεσίβλητης που αναφέρεται στην αγωγή [και που κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων είχε αντανακλαστικές οικονομικές συνέπειες σ' αυτούς] και ειδικότερα η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του αναγνωρισμένου ποσού ασφαλίσματος, αφορά αποκλειστικά το νομικό πρόσωπο της αντισυμβληθείσας στην ασφαλιστική σύμβαση ανώνυμης εταιρείας και όχι τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι , με την ιδιότητά τους ως μετόχων και εγγυητών για τα χρέη αυτής, είναι τρίτοι, που ενδεχομένως εμμέσως ζημιώθηκαν.

Έτσι στο πρόσωπο αυτών δεν γεννάται ευθύνη της αναιρεσίβλητης και αντίστοιχη αξίωση αυτών, για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Επί πλέον πρέπει να λεχθεί, ότι, εφόσον πρόκειται περί χρηματικής οφειλής,[άρθρο 345 ΑΚ], η τυχόν υπερημερία της αναιρεσίβλητης στην προκαταβολή του αναγνωρισθέντος ποσού ασφαλίσματος, πέραν της υποχρεώσεως αυτής για τη καταβολή τόκων από της δικαστικής ή εξωδίκου οχλήσεως και της τυχόν θετικής ζημίας στην ασφαλισθείσα εταιρία, δεν δημιουργεί και αδικοπρακτική της ευθύνη έναντι αυτής [πολύ δε περισσότερο έναντι των μετόχων της ή των εγγυητών της], αφού η ιστορούμενη άρνηση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το μη αμφισβητούμενο ποσό του ασφαλίσματος, δεν αποτελεί πράξη ή παράλειψη που θα μπορούσε να γεννήσει αντίστοιχη υποχρέωση σε βάρος αυτής κατά την έννοια του άρθρ 914 ή του άρθρου 919 ΑΚ [σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ],χωρίς τον συγκεκριμένο συμβατικό δεσμό, δηλαδή την συναφθείσα ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας, της οποίας οι αναιρεσείοντες είναι μέτοχοι και εγγυητές πληρωμής των οφειλών της προς τους πιστωτές.

Ούτε η εκτειθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ,αυτοτελώς θεωρούμενη μπορεί να θεμελιώσει και ως προς αυτούς αδικοπραξία και συνακόλουθα αυτοτελή λόγο υποχρεώσεως για αποζημίωση, εφόσον δεν γίνεται επίκληση περιστατικών ικανών να εκτιμηθούν ότι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπήρχε πρόθεση επαγωγής ζημίας στους αναιρεσείοντες κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.

Επομένως είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ,επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του βασικούς αγωγικούς ισχυρισμούς τους, ήτοι προταθέντα πραγματικά περιστατικά που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β] ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, γ] ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την παραδοχή του ότι ο πρώτος αναιρεσείων στερούνταν ενεργητικής νομιμοποιήσεως, επειδή αυτός δεν ενήγα γε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΒΥΘΟΣ" αλλά ως μέτοχος αυτής. Επομένως ,πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔικ),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση των Δ. Μ. και Α. συζύγου Δ. Μ. για αναίρεση της 1308 /2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2.700 ] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ