Legislator Case Law & Legislation
1802/2012 AI generated

1802/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1802/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1802/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί των εν λόγω παραδεκτώς υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74) εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή τους, η 9675/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από τις συνεκδικασθείσες (α) 1998/15-5-2008 και (β1) 2419/17-6-2008, (β2) 2528/23-6-2008 εφέσεις των διαδίκων, η 283/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (α) εφέσεως του ενάγοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1802 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1802/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κλεισιάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο - Ιωσήφ Καραγιαννίδη και 2. Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9675/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 283/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 22 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 89/14-4-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 283/8-2-2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 5614Β/12-9-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Βασιλείου ..., προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ζήση Χ. Κλεισάρη, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 89/14-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 283/8-2-2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (19-11-2012), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (19-11-2012). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 89/14-4-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 283/8-2-2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 15012/18-4-2005 δικόγραφο αγωγών του δι' αυτών ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσας κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αποδιδόμενη στους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και την προσβολή εντεύθεν της προσωπικότητάς του.

Επί των εν λόγω παραδεκτώς υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74) εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή τους, η 9675/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από τις συνεκδικασθείσες (α) 1998/15-5-2008 και (β1) 2419/17-6-2008, (β2) 2528/23-6-2008 εφέσεις των διαδίκων, η 283/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (α) εφέσεως του ενάγοντος.

Αντίθετα, κατ' αποδοχή των με στοιχ. (β1) και (β2) εφέσεων των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως, απέρριψε την κατ' αυτών απευθυνόμενη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε τις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο ενάγων, ο οποίος ήδη διανύει το τεσσαρακοστό πρώτο έτος της ηλικίας του, από το έτος 1985, όταν ήταν ακόμη έφηβος, λόγω και του πρόωρου θανάτου του πατέρα του, πάσχει από χρόνια ψυχαναγκαστική νεύρωση. Με υπ' αρ. 259/11-1-2002 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αναπήρων του ΙΚΑ χαρακτηρίστηκε ως άτομο με ειδικές ανάγκες, με ποσοστό αναπηρίας 67%, κρίθηκε δε ότι εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 2643/1998 για διορισμό του σε θέση επιδοτούμενης εργασίας, μέσω του ΟΑΕΔ.

Ο δεύτερος εναγόμενος Ι. Μ. του Β., ο οποίος από το έτος 1999 είναι διευθυντής της Δημοτικής Επιχείρησης Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2002 εξουσιοδοτήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας, με την υπ' αρ. 15/2002 απόφαση, προκειμένου να προβεί στις αναγκαίες νόμιμες ενέργειες για την πρόσληψη στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, που ο ίδιος διηύθυνε, τριών ατόμων με ειδικές ανάγκες, μέσω των επιδοτούμενων από τον ΟΑΕΔ αντίστοιχων προγραμμάτων θέσεων εργασίας.

Στα πλαίσια της ως άνω εξουσιοδοτήσεως ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε για λογαριασμό της παραπάνω δημοτικής επιχείρησης την υπ' αρ. 1320/2002 σχετική αίτηση προς τον ΟΑΕΔ, που πρότεινε για πρόσληψη τον ενάγοντα, τον Τ. Λ. και τον Ν. Π.. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2002 προσλήφθηκε ο ενάγων, καθώς και οι ως άνω Τ. Λ. και Ν. Π., ως άτομο με ειδικές ανάγκες από τη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, πρόσληψη που αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ, σύμφωνα δε με σχετικό όρο του προγράμματος επιδότησης, σε εφαρμογή του οποίου είχαν προσληφθεί, το πρώτο τρίμηνο από της προσλήψεως τους θεωρούταν ως περίοδος προσαρμογής, εντός του οποίου η ως άνω εργοδότρια όφειλε να ορίσει υπεύθυνο για την εκπαίδευση τους στο αντικείμενο απασχολήσεως τους, παράλληλα όμως αρμόδιος κοινωνικός λειτουργός του ΟΑΕΔ είχε την ευθύνη επίβλεψης αυτών σχετικά με την απόδοσή τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εμφανίστηκε στην ως άνω δημοτική επιχείρηση στην οποία προσλήφθηκε ως υπάλληλος γραφείου, όπως είχε υποχρέωση, για να αναλάβει τα καθήκοντα που θα του είχαν ανατεθεί, όπως έπραξαν οι προαναφερόμενοι Τ. Λ. και Ν. Π. που είχαν προσληφθεί μαζί του, αλλά αντίθετα εμφανίστηκε για πρώτη φορά περί τα μέσα Νοεμβρίου του έτους 2002 στην Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, που δεν ήταν εργοδότης του, για να απασχοληθεί εκεί καθ' υπόδειξη του τότε αντιδημάρχου καθαριότητας του Δήμου Εχεδώρου Ε.

Β. (μάρτυρα αποδείξεως), ο οποίος όμως δεν είχε αρμοδιότητα να καθορίσει την υπηρεσία στην οποία θα απασχολούταν. Στην ως άνω υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου ο ενάγων απασχολήθηκε από της εμφανίσεως του σ' αυτήν για χρονικό διάστημα δύο (2) εβδομάδων περίπου, χωρίς να του ανατεθούν συγκεκριμένα καθήκοντα, καθόσον δεν επέδειξε ιδιαίτερη διάθεση να προσαρμοστεί στο χώρο εργασίας του και να αναλάβει ουσιαστικά καθήκοντα, στη συνέχεια δε απουσίασε αδικαιολόγητα μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οπότε εμφανίστηκε και πάλι στην ίδια ως άνω υπηρεσία, χωρίς όμως να του ανατεθεί και πάλι η άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων, ενώ στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 ο δεύτερος εναγόμενος του ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, στην οποία είχε προσληφθεί.

Στις 9 Ιανουαρίου 2003 σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από τον ΟΑΕΔ, σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων των ως άνω τριών ατόμων που προσλήφθηκαν από τη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, σε εφαρμογή επιδοτούμενων προγραμμάτων θέσεων εργασίας, συζητήθηκε το πρόβλημα της προσαρμογής του τελευταίου (ενάγοντος) στις απαιτήσεις της θέσεως για την οποία είχε προσληφθεί, ειδικότερα δε της επί μεγάλο χρόνο αδικαιολόγητης απουσίας του και της εργασιακής του απόδοσης, ακολούθως δε στις 14 Ιανουαρίου 2003 το διοικητικό συμβούλιο της παραπάνω δημοτικής επιχείρησης, με την υπ' αρ. 5/14-1-2003 απόφασή του, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του (ενάγοντος), εξουσιοδότησε δε τον δεύτερο εναγόμενο να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την υλοποίηση της ως άνω αποφάσεως και της αντικαταστάσεως του ενάγοντος από άλλο άτομο με ειδικές ανάγκες, μέσω του ΟΑΕΔ, ο οποίος πρότεινε την Α.

Γ., η οποία πράγματι και προσλήφθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2003, σε αντικατάσταση του (ενάγοντος), ενώ προηγουμένως, στις 17 Ιανουαρίου 2003, γνωστοποιήθηκε στον τελευταίο η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από το δεύτερο εναγόμενο. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ο δεύτερος εναγόμενος στις 2 Ιανουαρίου 2003 απαίτησε από αυτόν να αποχωρήσει από την εργασία του, στη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕ-ΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, χωρίς να του εξηγήσει το λόγο, με τρόπο μάλιστα σκληρό και με άγριο ύφος, ότι το περιστατικό αυτό το ανέφερε τηλεφωνικώς στην κοινωνική λειτουργό του ΟΑΕΔ κ.

Σ., η οποία τηρεί το φάκελο του και ότι η τελευταία του υπέδειξε να αποχωρήσει από την εργασία του, αφού προηγουμένως όμως του εξηγηθεί ο λόγος της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, καθώς και ότι την επομένη (3-1-2003) προσήλθε κανονικά στην εργασία του στην προαναφερόμενη δημοτική επιχείρηση, όπου ο δεύτερος εναγόμενος και πάλι με τρόπο σκληρό και με το γνωστό άγριο ύφος του, μπροστά σε πολύ κόσμο του είπε αυτολεξεί: "εδώ είναι μια σοβαρή δημόσια υπηρεσία και όχι του μπαμπά σου το τσιφλίκι, και να φύγεις τώρα αμέσως, και να μην ξαναέρθεις εδώ", δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον, μολονότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τα ως άνω διαδραματίστηκαν ενώπιον πολλών προσώπων, από κανέναν αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα δεν επιβεβαιώνονται, παρά μόνο οι μάρτυρες καταθέτουν ότι το πληροφορήθηκαν από άλλους, χωρίς όμως να αναφέρουν τα πρόσωπα που τους μετέφεραν την πληροφόρηση αυτή, περαιτέρω δε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν ενισχύονται, αλλά αντίθετα αναιρούνται από το ότι στις 9-1-2003, κατά τον έλεγχο που διενήργησε ο ΟΑΕΔ στην ως άνω δημοτική επιχείρηση για τα άτομα που είχαν προσληφθεί στις 11-9-2002, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων ως άτομο με ειδικές ανάγκες, προκειμένου να διαπιστωθεί η προσαρμογή των εργαζομένων στο χώρο εργασίας τους, ο τελευταίος (ενάγων) τίποτε δεν ανέφερε στη διενεργήσασα τον έλεγχο Δ.

Σ., υπάλληλο του ΟΑΕΔ, σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του, ότι δηλαδή εκδιώχθηκε από την εργασία του από το δεύτερο εναγόμενο, αλλά ότι σε γενικά πλαίσια είναι ικανοποιημένος από την εργοδότρια του, κρίση που ενισχύεται από το ότι ο τελευταίος (δεύτερος εναγόμενος), απουσίαζε από την εργασία του με κανονική άδεια πέντε (5) ημερών από 30-12-2002 μέχρι και 3-1-12003, δηλαδή και τις προαναφερόμενες ημερομηνίες 2 και 3 Ιανουαρίου του 2003, κατά τις οποίες ισχυρίζεται ο ενάγων ότι έλαβε χώρα σε βάρος του η προαναφερθείσα συμπεριφορά του (δεύτερου εναγομένου).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για την ως άνω σε βάρος του συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου υπέβαλε έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, καταγγέλλοντας και τα προαναφερόμενα, μετά την υποβολή της οποίας ασκήθηκε και εναντίον του δεύτερου εναγομένου ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, τελικά όμως εκδόθηκε το υπ' αρ. 1274/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ήδη αμετάκλητο, με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως.

Ακολούθως ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έγκληση σε βάρος του ενάγοντος καταγγέλλοντας ότι ο τελευταίος ψευδώς τον καταμήνυσε για την ως άνω αποδιδόμενη σε αυτόν συμπεριφορά στις 2 Ιανουαρίου 2003, μετά την υποβολή της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος και του ενάγοντος για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, παραπέμφθηκε δε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για τις πράξεις αυτές.

Είναι γεγονός ότι με την υπ' αρ. 5086/1-3-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, ο ενάγων κρίθηκε αθώος της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, έπαυσε δε οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εναντίον του εγκλήσεως για το αδίκημα αυτό, με την παραδοχή ότι το ως άνω περιστατικό πράγματι συνέβη, ότι δηλαδή στις 2-1-2003 ο δεύτερος εναγόμενος με την ιδιότητα του διευθυντή της Δημοτικής Επιχείρησης Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο χώρο εργασίας του και του ζήτησε απευθυνόμενος σ' αυτόν (ενάγοντα) με προσβλητικό τρόπο να αποχωρήσει από την εργασία του.

Η παραπάνω απόφαση όμως του ποινικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι δεν παράγει οποιοδήποτε δεδικασμένο για την προκείμενη πολιτική δίκη και ως εκ τούτου δε δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, είναι παντελώς αναιτιολόγητη, καθόσον η ως άνω παραδοχή της είναι διαμετρικά αντίθετη με τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους στην παρούσα δίκη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 22 Ιανουαρίου 2003 πραγματοποιήθηκε ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου, δήμαρχος του οποίου από 1-1-2003 είχε εκλεγεί και ανέλαβε τα καθήκοντα του ο πρώτος εναγόμενος Γ. Α. του Π., με πρώτο θέμα ημερήσιας διάταξης "Έγκριση προϋπολογισμού εσόδων -εξόδων του Δήμου Εχεδώρου οικονομικού έτους 2003".

Κατά την ως άνω ανοικτή συνεδρίαση, στην οποία μετείχε κα! ο μάρτυρας αποδείξεως Ε. Β. ως δημοτικός σύμβουλος, ο οποίος είχε διατελέσει αντιδήμαρχος καθαριότητας του παραπάνω δήμου από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, παρενέβη και έθεσε υπόψη του Δημοτικού Συμβουλίου το εκτός ημερήσιας διάταξης ζήτημα της προαναφερθείσας καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντας.

Ο πρώτος εναγόμενος μετά την ως άνω παρέμβαση, αφού έλαβε το λόγο. ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα: "Το τρίτο θέμα το οποίο μπήκε, και για το οποίο πήρα το λόγο, ήταν το θέμα των ΑΜΕΑ. Όταν λοιπόν ανέλαβα το Δήμο, να μην σας πω κατηγορίες υπαλλήλων βρήκα, ότι θέλαμε κάναμε, του μπαμπά μας το τσιφλίκι ήταν, και προσπαθώ ακόμα και εγώ να δω τι ί γίνεται αυτή τη στιγμή.

Προσλήφθηκαν εφτά, κ. Μ. εφτά ήταν τα άτομα, όχι πέντε. Αγνοεί και πόσα άτομα πήρανε. Έκαναν ελεημοσύνη μάλλον. Εφτά AMΕΑ λοιπόν στο Δήμο, οι οποίοι δεν τους κάναμε χάρη τους ανθρώπους, δεν τους κάναμε ελεημοσύνη, τους πήραμε μέσα από πρόγραμμα για να δουλέψουν στο Δήμο. Αυτό ήταν το πρόγραμμα, που το πρόγραμμα επιδοτεί κάποια χρόνια, και τα τελευταία χρόνια πληρώνουμε την δαπάνη 100% εμείς.

Δεν κάναμε ελεημοσύνη, γιατί αν κάναμε ελεημοσύνη έπρεπε να πάρουμε όλους τους ΑΜΕΑ του Δήμου. Ξέρετε πόσοι ήταν αυτοί, εσείς που είσαστε κοινωνικά ευαίσθητοι; Είναι πάρα πολλά παιδιά. Αυτό λοιπόν που έκανα εγώ ήταν: ζήτησα από τον κ. Μ. μια έκθεση περίπου τι κάνουν αυτά τα παιδιά. Για το συγκεκριμένο πρόσωπο μου είπε επί λέξει ότι:

από τότε που προσλήφθηκε δεν ήρθε στο Δημαρχείο, ότι του πήγαινε τα λεφτά στο σπίτι, και αν αυτό δεν είναι πολιτική άλλου είδους, να μου το πείτε, του πήγαινε τα λεφτά στο σπίτι και δεν ερχότανε, Του ζήτησα να έρθει. Καθόταν σε μια καρέκλα στην οικονομική υπηρεσία, με σχετική να μη πω συμπεριφορά, λες και είχε εξασφαλισμένα δεν ξέρω και εγώ τι, και δεν έμπαινε στη διαδικασία της ένταξης ομαλής.

Γιατί πρέπει να του δώσεις μια ευκαιρία δουλειάς, στην ομαλή διαδικασία. Είπα λοιπόν, ότι αυτό το πρόσωπο από τα εφτά, που το εκτιμώ, ως πρόσωπο και μπορώ να το βοηθήσω με μύριους άλλους τρόπους, αλλά δεν κάνει να βρίσκεται σε ένα χώρο που ούτε καρέκλες έχουν να καθίσουν, ούτε καρέκλες έχει στην οικονομική υπηρεσία να καθίσουν πάνω.

Σ' αυτή την οικονομική υπηρεσία που δεν χρειάζεται ο Δήμος, ενώ την νοικιάζει, προσθήκη, γιατί το έχετε λύσει εσείς με το ενοίκιο απέναντι το πρόβλημα, γιατί να βρεθούν χρήματα για να γίνουν αυτές οι δουλειές; Είπα λοιπόν νια μόνο αυτό το πρόσωπο να διακόψει, και το αντικατέστησα με άλλο ΑΜΕΑ. Το αντικατέστησα με την κ.

Γ., η οποία ήταν υποψήφια στο συνδυασμό μου και είναι πτυχιούχος Οικονομικών, κατά ένα μάθημα, την οποία ενέταξα στην οικονομική υπηρεσία με κάθε νόμιμη διαδικασία, Οι κουβέντες που είναι πριν από τις όποιες διαδικασίες, είναι κουβέντες, αλλά εσείς αν μου προτείνετε να κρατήσω και να επιδοτώ κάποιο άτομο το οποίο ούτε μπαίνει στον κόπο να έρθει στο Δημαρχείο.

Επί τρεις μήνες δεν ερχότανε. Έπαιρνε τα λεφτά με φάκελο στο σπίτι του παρακαλώ. Πήγαινε δηλαδή ο Διευθυντής της Δημοτικής επιχείρησης, χτυπούσε το κουδούνι, για να του δώσει τα χρήματα. Αν αυτό είναι ευνομούμενη διοίκηση με γεια σας με χαρά σας. Πάντως, η διαδικασία του να εμφανίζεστε εδώ ποιος ο τιμητής των φτωχών, έλεος, έχει συμβεί πολλές φορές, Αυτό λοιπόν που έχω να δηλώσω είναι το εξής:

Τα κονδύλια του προϋπολογισμού που τα ξεψειρίζετε δεν είναι τίποτα άλλο από τον ίδιο ακριβώς τον προϋπολογισμό και το είπα, τον οποίο καταθέσατε. Μου στερείτε κάθε δικαίωμα να ονειρευτώ και να σχεδιάσω έργα, διότι τα επόμενα χρόνια, εάν δεν βρω χρηματοδοτήσεις, δεν μπορώ να εκτελέσω έργο, και αν είστε περήφανος γι' αυτό, νομίζω δίκαια βρίσκεστε στη θέση που βρίσκεστε".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας αποδείξεως (Ε. Β.) στην παραπάνω ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου, σε νέα παρέμβαση του επανέφερε και πάλι το ζήτημα της προαναφερθείσας καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος από την ως άνω δημοτική επιχείρηση, ειδικότερα δε ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα: "Όταν ήρθε στην προηγούμενη συνεδρίαση το θέμα της σύνθεσης του Συμβουλίου της ΔΕΤΑΣ, αν θυμόσαστε, προτείνατε τα άτομα, τα ψηφίσαμε όλα.

Κατευθείαν και όλοι. Δηλαδή όλοι εμείς. Το κάναμε αυτό, γιατί τότε είχε γίνει μία πρόταση, είδαμε μέσα στο συμβούλιο ότι υπήρχανε νέα παιδιά, τα οποία γνωρίζοντας και μερικά πράγματα έτσι από χρόνια, ξέραμε ότι είναι και ακέραια παιδιά αλλά και παιδιά τα οποία πιστεύω ότι μπήκανε για να δουλέψουνε και να παράγουν έργο.

Γι' αυτό, ούτε καν σκεφτήκαμε και ψηφίσαμε για όλα τα παιδιά, τα εφτά που είχαν προταθεί τότε. Μέσα ήταν και ο Α.. Όταν λοιπόν μετά από 15 ημέρες ήρθε στην πρώτη συνεδρίαση το Θέμα στη Δημοτική επιχείρηση, το θέμα του παιδιού αυτού, του Λ., θεωρώ ότι οι νέοι άνθρωποι που ήτανε μέσα στο συμβούλιο της ΔΕΤΑΣ, θα έπρεπε τουλάχιστον να διερευνήσουνε αν τα πράγματα έτσι είναι και να δώσουν μια μικρή παράταση χρόνου, για να δουν ιδίοις όμμασι, αν αυτό το παιδί πράγματι δεν προσφέρει τίποτα.

Έχω να πω, ότι αυτό το παιδί, τον πρώτο ενάμιση μήνα πήρε άδεια γιατρού και δεν ερχόταν στην υπηρεσία. Και μου είχε ανακοινωθεί. Βέβαια, δεν είδα το χαρτί, για να είμαι ειλικρινής. Μου είπαν ότι πήρε άδεια γιατρού. Δεν ερχόταν τον πρώτο ενάμιση μήνα. Ίσως εκεί αναφέρετε ότι πήγαιναν τα λεφτά στο σπίτι, ... έπειτα ερχότανε, 5 με 6 φορές ήρθε στο δικό μου γραφείο, έδωσε παρουσία, και μου είπε προσπαθώ, περπατάω, πάω καλά, είμαι καλύτερα.

Πήγα αρκετές φορές. Εγώ τον είδα απέναντι στην Οικονομική υπηρεσία, που προσπαθούσε, και λέω αυτό που είπα στην αρχή. Μα αυτός από τους 140 υπαλλήλους, ήταν ο κακός υπάλληλος; Ο υπάλληλος που δεν προσφέρει, ο υπάλληλος που στοιχίζει 400 χιλιάρικα το χρόνο στο Δήμο, και τελικά έπρεπε 2 του μηνός να ασχοληθεί η Διοίκηση, να διώξει αυτόν τον υπάλληλο για εξυγίανση;

Σας παρακαλώ παιδιά, νέα παιδιά της Δημοτικής επιχείρησης. Αν υπάρχει τρόπος αυτό το παιδί ξαναδείτε το, Στο κάτω - κάτω σκεφτείτε λέω, σκεφτείτε. Αν συμβεί κάτι σε αυτό το παιδί, γιατί είναι λίγο ... εντάξει, έχει τα προβλήματα του, αν συμβεί κάτι, ποιος θα φέρει ρε παιδιά την ευθύνη; Για σκεφτείτε το αυτό;".

Ακολούθως, αφού έλαβε το λόγο ο δημοτικός σύμβουλος Γ. Α., ο οποίος ανέφερε ότι καταγγέλθηκε η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ύστερα από ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου της παραπάνω δημοτικής επιχείρησης και τις εξηγήσεις του διευθυντή της (δεύτερου εναγόμενου) ότι έγιναν επανειλημμένες συστάσεις σ' αυτόν (ενάγοντα) και όχι "ελαφρά τη καρδία", το λόγο έλαβε ο πρώτος εναγόμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, δηλαδή του Δημάρχου του Δήμου Εχεδώρου και είπε αυτολεξεί το:

ακόλουθα: "... στοιχειώδη μπορεί να κάνει, δεν μπορεί αυτό το παιδί να περιφέρεται όρθιο στο Δήμο. Ή αποφασίζουμε λοιπόν και του δίνουμε 1.000.000, αφού είστε ευαίσθητοι που μπορούμε από άπορες οικογένειες να του δώσουμε ... για να δούμε τις ευαισθησίες. Υπάρχουν τρόποι και δεν φθάσαμε ακόμη εκεί. Δεν έχουμε προϋπολογισμό να βοηθήσω, και έχω την πρόθεση να βοηθήσω, αντί να έχω ένα παιδί να αισθάνεται μόνο όρθιο, χωρίς να κάνει κάτι εκεί μέσα.

Γιατί περί αυτού πρόκειται. Με το ένα πόδι όρθιο ήταν, και δεν είχε έρθει ειλικρινά. Άσε τις άδειες και αυτά που λες. Δεν είχε πατήσει το πόδι του στο Δήμο. 100 άτομα ρώτησα, όχι έναν, 100 άτομα, δεν το σχολιάζω όμως αυτό. Άστο, μπορεί το παιδί να είναι ιδιαίτερο, να έχει πρόβλημα, να έχει οτιδήποτε έχει. Προτίθεμαι λοιπόν να βοηθήσω την οικογένεια με δύο τρόπους.

Ο ένας τρόπος είναι, ο σύννομος τρόπος της έκτακτης ενίσχυσης, και ο άλλος, ο μισό - μισό που τον απασχολούμε κιόλας, να μην νιώθει άσχημα, είναι με επαγγελματική δαπάνη ετήσια. Μπορώ λοιπόν να τον απασχολώ στο Δήμο, Στο Δήμο, εννοώ στις υπηρεσίες του Δήμου, έτσι; Αλλά, συζητήστε μαζί του τι μπορεί να κάνει.

Μόνος να γυρνάει όρθιος δεν υπάρχει τρόπος. Αλλιώτικα, όποιος φτωχός στη Σίνδο, και σας πληροφορώ, όποιος κάτσει στη θέση του Δημάρχου θα δει 50 τέτοιους που μου έχουν έρθει στο γραφείο μου, σε απόλυτη ένδεια, και είναι σε εξ ίσου δραματική κατάσταση. Δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους ρύζι για να φάνε, και ξέρω και σε σας πρέπει να έχουν έρθει.

Εγώ δεν φτάνω για να τους βοηθήσω όλους αυτούς. Αυτό ειδικά το παιδί, το οποίο θέλει μία βοήθεια, γιατί το πρόβλημα του δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι και να εκφράζεται. Εσείς δεν προσπαθήσατε να εκφραστεί, το οποίο για ποιο λόγο; Για να το πληρώνετε απλώς επίδομα; Το παιδί αυτό θέλει δημιουργικότητα. Ας διαλέξετε λοιπόν με συζήτηση, αφού κόπτεστε μαζί του, τι θα μπορούσε στοιχειωδώς να προσφέρει στο Δήμο.

Ελάχιστα πράγματα, δεν ζητάμε να νιώθει χρήσιμος. Όχι να νιώθει τεμπέλης που είναι σπίτι και κάποιος του δίνει ελεημοσύνη. Τέτοια διαδικασία την αποδέχομαι", ύστερα δε από παρεμβάσεις και άλλων που συμμετείχαν στη συζήτηση, ο πρώτος εναγόμενος έκλεισε τη συζήτηση για το παραπάνω ζήτημα, δηλαδή την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος από την προαναφερόμενη δημοτική επιχείρηση, λέγοντας αυτολεξεί τα εξής: "Θέλω να κάνω μία τελευταία δήλωση.

Το ποιος διάλεξε τους εφτά, και με ποια κριτήρια, αυτούς τους εφτά, να μην το σχολιάσω, δεν θα το σχολιάσω. Εγώ μπορώ να σας φέρω άλλους 17 στον Εχέδωρο, για τους οποίους είμαι ιδιαίτερα στεναχωρημένος για την κατάσταση που βρίσκονται και συμφωνώ μαζί σας Θεοφάνη, και με όλους, ότι πρέπει να είμαστε κοινωνικά ευαίσθητοι.

Εάν όμως ανοίξω την πόρτα σε τέτοιου είδους εργασία που να μην έρχονται, προσέξτε! Είναι και το παιδί το οποίο χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκεται στο Δήμο, ο Ι., ο οποίος στο όριο που μπορεί το παιδί, προσπαθεί υπερβολικά, και χαίρομαι ιδιαίτερα που τον έχω να συνεργάζεται στο Δήμο, ως ευαισθησία του ΑΜΕΑ. Είναι και ..., δεν θέλω να πω και για άλλα παιδιά, Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκεται στο Δήμο, Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν κακή αρχή, διότι εγκαλέστηκε κιόλας να έρθει.

Προσέξτε, δεν ήταν η διαδικασία έτσι. Αυτό λοιπόν που έχω να σας πω, είναι το εξής: ότι είναι δύστροπο το παιδί, καταλαβαίνω τα προβλήματα του, δεν μπορεί να ενταχθεί στο σύνολο της διαδικασίας κάνοντας πράγματα, να τι έχω ως πρόβλημα. Εάν το ανοίξω με ένα παιδί αυτό, θάρθουν 45 παιδιά από πίσω, να μου ζητήσουν το ίδιο.

Ξέρετε ποια είναι η δαπάνη των εφτά ατόμων αυτών την τελευταία χρονιά, την τέταρτη; ολόκληρο αυτό πληρώνεται από το Δήμο. Μπορεί λοιπόν τον πρώτο καιρό να πληρώνεται το 25%, το 15% πόσο πληρώνεται ως συμμετοχή, αλλά την τελευταία χρονιά θα είναι 7X4 = 30.000.000, 30.000.000 στον προϋπολογισμό του Δήμου. Δεν είναι απλά τα πράγματα έτσι όπως τα λέμε.

Άρα λοιπόν δέχομαι τους ΑΜΕΑ και άλλους τόσους που μπορούν να εργαστούν. Μπορώ να αποδεχτώ δυσκολίες, δυστροπίες και όλα αυτά που λογικά από εκ της καταστάσεως τους παρέχονται, αλλά ακούστε με κάτι: όταν εμένα μου φεύγουν δύο από την οικονομική υπηρεσία, έρχεται ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας και μου λέει "δεν μπορούμε να δουλέψουμε, η δουλειά μας έχει καβαλήσει".

Δεν υπάρχει τρόπος όταν έχω δυο εγκυμονούσες οι οποίες φεύγουν, όταν μου φεύγει η κ. Π., το άλλο άτομο με ΑΜΕΑ το οποίο είναι πραγματικά πολύ άξιο παιδί και δουλεύει. Τότε, αυτό που έκανα λοιπόν, αντικατέστησα τον κ. Λ. με το άτομο το οποίο έχει οικονομική παιδεία και μπορεί να ενταχθεί στην οικονομική υπηρεσία.

Μείον δύο άτομα θα είμαι. Καρέκλα πάνω για να καθίσει δεν υπάρχει. Μακάρι να ανοίξει αυτή η δραστηριότητα, μακάρι να 'ρθεί να μου κάνει τον κλητήρα αν μπορεί, απλά πράγματα. Μακάρι να ξανανοίξει το πρόγραμμα. Στο μεσοδιάστημα όμως προτίθεμαι μ' αυτούς τους δύο τρόπους που είπα. Είμαι ... να το συζητήσουμε, αυτό το παιδί να μην αισθανθεί διαφορετικά.

Έχω αυτήν την πρόθεση, αλλά έχω και προβλήματα. Ρώτησα αν το ΑΜΕΑ είμαι ανοιχτό. Δεν ήταν ανοιχτό για νέα πρόσληψη. Έχω το πρόβλημα ότι δεν έχω την οικονομική μου υπηρεσία να λειτουργήσει. ... Ρώτησα τον κ. Μ. αν το πρόγραμμα έχει και άλλη θέση. Η λύση αυτή ..., συγγνώμη κ. Σ.. Αν με ρωτάτε γιατί αυτό το παιδί, σας λέω:

γιατί δεν ερχόταν. Όταν ρώτησα που είναι αυτός ο άνθρωπος μου είπε: "Εγώ του πηγαίνω το μισθό στο σπίτι". Άρα, περιμένω όποια δημιουργική πρόταση στο γραφείο μου. θέλω να βοηθήσω το παιδί αυτό με όποιο ιδιαίτερο τρόπο υπάρχει". Ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος στις 22 Ιανουαρίου 2003 στην ως άνω ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου, αναφερόμενος στο πρόσωπο του, ενώπιον πλήθους παρευρισκομένων, διέδωσε και ισχυρίστηκε τα ακολούθως εκτιθεμένα, τα οποία ήταν ψευδή, εν γνώσει του ότι ήταν ψευδή, με σκοπό να τον μειώσει και να τον προσβάλει ως προσωπικότητα.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η αναφορά του πρώτου εναγομένου ότι ο δεύτερος εναγόμενος πήγαινε σ' αυτόν (ενάγοντα) το μισθό στο σπίτι του σε φάκελο είναι ψευδής, επικαλούμενος ότι οι αποδοχές του για την εργασία που προσέφερε στην προαναφερόμενη δημοτική επιχείρηση κατατίθεντο στον υπ' αρ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου του Καταστήματος Σίνδου της Εμπορικής Τράπεζας, που διατηρούσε με τον αδελφό του.

Από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι τις αποδοχές του ενάγοντος για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, μολονότι ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε και δεν προσέφερε εργασία στην ως άνω δημοτική επιχείρηση στην οποία προσλήφθηκε, αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του διευθυντή της παραπάνω δημοτικής επιχείρησης, ύστερα από εντολή των αιρετών προϊσταμένων του στο Δήμο Εχεδώρου, τις απέστειλε πράγματι σε φάκελο στην οικία του (ενάγοντος), ενώ τις αποδοχές των επομένων μηνών, μέχρι και την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, αν και δεν προσερχόταν στην εργασία του κανονικά, όπως αναλυτικότερα προαναφέρθηκε, τις κατέθετε στον ως άνω υπ' αρ. ...

κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου του Καταστήματος Σίνδου της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος ανοίχτηκε από τον αδελφό του ενάγοντος, Γ. Λ. του Α., και τα στοιχεία του γνωστοποιήθηκαν από τον τελευταίο στο δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να κατατίθενται σ' αυτόν οι αποδοχές του. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αναφορά του πρώτου εναγομένου στην ως άνω συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου, ύστερα από πληροφόρηση που είχε από το δεύτερο εναγόμενο, ότι από τότε που προσλήφθηκε ο ενάγων δεν ήρθε στο Δημαρχείο και ότι του πήγαινε τα λεφτά στο σπίτι ο τελευταίος (δεύτερος εναγόμενος) και δεν ερχότανε στην εργασία για την οποία είχε προσληφθεί αυτός (ενάγων), ουσιαστικά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον τις αποδοχές του Σεπτεμβρίου του έτους 2002 ο δεύτερος εναγόμενος τις απέστειλε πράγματι στην οικία του (ενάγοντος), χωρίς αυτός να εμφανιστεί στην εργασία του, ενώ τις αποδοχές των υπολοίπων μηνών τις κατέθετε στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό που ανοίχτηκε αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό αυτό από τον ως άνω αδελφό του ενάγοντος, ύστερα από υπόδειξη του δεύτερου εναγομένου, προκειμένου να κατατίθενται σ' αυτόν οι αποδοχές του, αν και όπως προαναφέρθηκε, δεν προσέφερε την εργασία για την οποία προσλήφθηκε.

Περαιτέρω, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίζεται ότι η αναφορά του πρώτου εναγομένου ότι απουσίαζε από την εργασία του επί τρεις μήνες από την εργασία του είναι ψευδής, πλην όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αυτός, δηλαδή ο ενάγων, ουδέποτε εμφανίστηκε μέχρι και τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003 στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, παρά μόνο στα μέσα Νοεμβρίου 2002, δηλαδή μετά παρέλευση δύο και πλέον μηνών από της προσλήψεως του, στην Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, που δεν ήταν όμως εργοδότης του για να απασχοληθεί εκεί, καθ' υπόδειξη του τότε αντιδημάρχου καθαριότητας του Δήμου Εχεδώρου Ε.

Β. (μάρτυρα αποδείξεως), όπου απασχολήθηκε για χρονικό διάστημα δύο (2) εβδομάδων περίπου, χωρίς να του ανατεθούν συγκεκριμένα καθήκοντα, καθόσον δεν επέδειξε ιδιαίτερη διάθεση να προσαρμοστεί στο χώρο εργασίας του και να αναλάβει ουσιαστικά καθήκοντα, ενώ στη συνέχεια απουσίασε αδικαιολόγητα μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οπότε εμφανίστηκε και πάλι στην ίδια ως άνω υπηρεσία, χωρίς όμως να του ανατεθεί και πάλι η άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων, και μόνο στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, όταν έγινε η αλλαγή της αιρετής δημοτικής αρχής του Δήμου Εχεδώρου, ο δεύτερος εναγόμενος, ύστερα από εντολή του νεοεκλεγέντος δημάρχου, δηλαδή του πρώτου εναγομένου, του ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕ-ΤΑΣ) του Δήμου Εχεδώρου, στην οποία είχε προσληφθεί.

Το ότι ο ενάγων δεν εμφανίστηκε στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, καθώς και ότι δεν εμφανίστηκε για ανάληψη εργασίας όχι μόνο στην τελευταία, αλλά σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, για σημαντικό χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ακόμη και από τα όσα ανέφερε στην ως άνω ανοικτή συνεδρίαση, στις 22 Ιανουαρίου 2003, ο μάρτυρας αποδείξεως Ε.

Β., με παρέμβαση του οποίου έγινε η συζήτηση σχετικά με την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος, ο οποίος παραδέχθηκε ότι πράγματι ο ενάγων για ενάμιση μήνα δεν εμφανίστηκε για ανάληψη εργασίας, επικαλούμενος ότι είχε άδεια από γιατρό, το οποίο όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απουσίαζε από την εργασία του το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα για λόγους υγείας.

Το γεγονός ότι η ως άνω δημοτική επιχείρηση κατέβαλε τις αποδοχές στον ενάγοντα και ασφάλιζε αυτόν στο ΙΚΑ για το χρονικό διάστημα από 11-9-2002, οπότε προσλήφθηκε, μέχρι και 3-1-2003, όταν, κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς του, εκδιώχθηκε από την εργασία του, δεν συνεπάγεται ότι οπωσδήποτε πράγματι προσερχόταν στην εργασία για την οποία είχε προσληφθεί ή ότι εργαζόταν σε άλλη υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, καθόσον αναμφισβήτητα προέκυψε ότι μόνο από τα μέσα Νοεμβρίου του έτους 2002 και συνολικά για χρονικό διάστημα ενός (1) περίπου μηνός μέχρι τις αρχές του έτους 2003 εμφανιζόταν στην Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου Εχεδώρου, όπου όμως δεν του είχαν ανατεθεί και δεν εκτελούσε συγκεκριμένα καθήκοντα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, με την κάλυψη του μάρτυρα αποδείξεως, τότε αντιδημάρχου καθαριότητας του Δήμου Εχεδώρου, μόνο δε με την αλλαγή της αιρετής δημοτικής αρχής, στις αρχές του έτους 2003, κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, οπότε αποκαλύφθηκε η επί μεγάλο χρονικό διάστημα απουσία από την εργασία του, αναδείχθηκαν τα προβλήματα προσαρμογής του στις συνθήκες της (εργασίας) και επακολούθησαν όλα όσα προαναφέρθηκαν.

Περαιτέρω, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίζεται ότι η αναφορά του πρώτου εναγομένου ότι, εγκαλέστηκε για τις απουσίες από την εργασία του και για την αδυναμία προσαρμογής του στις συνθήκες αυτής είναι ψευδής. Από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση πράγματι προέκυψε ότι μέχρι και το τέλος του έτους 2002, ουδεμία παρατήρηση έγινε στον ενάγοντα για την επί μεγάλα χρονικά διαστήματα αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του, προφανώς με την κάλυψη της μέχρι τότε αιρετής δημοτικής αρχής του Δήμου Εχεδώρου.

Με την αλλαγή της δημοτικής αρχής όμως, στις αρχές του έτους 2003, με εντολή του πρώτου εναγόμενου, ως νεοεκλεγέντος δημάρχου του Δήμου Εχεδώρου, κλήθηκε να εμφανιστεί και να εργάζεται στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, πλην όμως διαπιστώθηκαν και επακολούθησαν όσα προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στην καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως δεν αναφέρεται ο λόγος της απολύσεως του και ότι ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα αυτή, δεν ασκεί ουσιώδη έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης, αλλά ενδεχομένως στην εγκυρότητα αυτής (καταγγελίας), την οποία όμως, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση, δεν προέκυψε ότι προσέβαλε αυτός (ενάγων) αρμοδίως, αντίδραση από την οποία συνάγεται ότι την αποδέχθηκε ως έγκυρη, όπως επίσης καμιά ουσιώδη έννομη επιρροή δεν ασκεί στην έκβαση της παρούσας δίκης η άρνηση του Δήμου Εχεδώρου να του χορηγήσει αντίγραφο των πρακτικών της ανοικτής συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου της 22-1-2003, το περιεχόμενο των οποίων άλλωστε περιήλθε ανεπισήμως σε γνώση του πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (βλ.

την υπ' αρ. 24891/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμα προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα). Τέλος, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίζεται ότι η αναφορά του πρώτου εναγομένου ότι ήταν προβληματικός, δύστροπος, απροσάρμοστος, καθώς και πρόσωπο με έλλειψη δημιουργικότητας και έκφρασης στην εργασία για την οποία προσλήφθηκε στην ως άνω δημοτική επιχείρηση, ήταν ψευδής και αποσκοπούσε στην μείωση της προσωπικότητας του.

Η παραπάνω αναφορά του πρώτου εναγομένου όμως, όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση, δεν απέχει ουσιωδώς από την πραγματικότητα, καθόσον ο ενάγων όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στοιχειωδώς στις απαιτήσεις της θέσεως για την οποία προσλήφθηκε, αλλά αντίθετα είχε πρόβλημα προσαρμογής στις συνθήκες παροχής της, ακόμη και τα μικρά χρονικά διαστήματα που εμφανιζόταν, χωρίς όμως να του ανατίθενται συγκεκριμένα καθήκοντα, παράλληλα δε αντιμετώπιζε και τα προβλήματα υγείας που προαναφέρθηκαν, την ιδιαιτερότητα δε αυτή του χαρακτήρα του επεσήμανε και ο μάρτυρας αποδείξεως κατά τις προαναφερθείσες παρεμβάσεις του στην παραπάνω ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου.

Εξάλλου, η αναφορά του πρώτου εναγομένου στα προβλήματα ιδιαιτερότητας του ενάγοντος, τα οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ήταν υπαρκτά, από την εκτίμηση του συνόλου της τοποθετήσεως του (πρώτου εναγομένου) στην ως άνω ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Εχεδώρου, όχι μόνο δεν υποδηλώνει πρόθεση υποτιμήσεως και μειώσεως της προσωπικότητας του (ενάγοντος), αλλά συμπάθεια, με ειλικρινή πρόθεση και διάθεση να συμβάλει στην ουσιαστική αντιμετώπιση τους.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ο πρώτος εναγόμενος στις ως άνω αναφορές του στο πρόσωπο του ενάγοντος, στις οποίες προέβη ύστερα από παρεμβάσεις του μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος του απέδωσε ότι συμπεριφερόμενος με τρόπο άδικο και ανάλγητο, ενεργώντας από εμπάθεια και προκείμενου να ικανοποιήσει με τρόπο αθέμιτο πολιτικούς του φίλους, βλάπτοντας άλλους που δεν ήταν προσκείμενοι στο συνδυασμό με τον οποίο εκλέχτηκε δήμαρχος, ουσιαστικά εξεδίωξε από την εργασία του τον ενάγοντα, δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές έγιναν στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων του ως δημάρχου του Δήμου Εχεδώρου ύστερα από άδικη και σκληρή επίθεση που δέχθηκε ότι δήθεν η πρώτη ενέργεια του ως νεοεκλεγείς δήμαρχος ήταν να προβεί σε απόλυση ατόμου με ειδικές ανάγκες που είχε προσληφθεί και προσέφερε κανονικά την εργασία του, κατηγορία όμως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ με τις αναφορές του αυτές δεν αποσκοπούσε στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αλλά να υπερασπιστεί την ορθότητα των επιλογών του ως νεοεκλεγείς δήμαρχος, καθώς και ότι ασκεί τα καθήκοντα του σύμφωνα με τις αρχές της χρήστης διοίκησης προς το συμφέρον του Δήμου και των δημοτών που τον εξέλεξαν.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν οι ως άνω αναφορές του πρώτου εναγομένου στο πρόσωπο του ενάγοντος, με κύρια πηγή πληροφόρησης του το δεύτερο εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της παραπάνω δημοτικής επιχείρησης, είναι αληθείς, καθόσον αφορούν περιστατικά και κρίσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με συνέπεια να μη μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για απλή δυσφήμηση, καθόσον δεν αναφέρονται σε σχέσεις οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου και οι ως άνω αναφορές δεν έγιναν από κακοβουλία, ενώ η ενημέρωση του δεύτερου εναγομένου προς τον πρώτο εναγόμενο αναφορικά με την προαναφερθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος έγινε στα πλαίσια ασκήσεως των ως άνω καθηκόντων του, περαιτέρω δε δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι υπερέβησαν στις εκφράσεις τους το επιβαλλόμενο μέτρο ή ότι κινήθηκαν από λόγους εκδίκησης ή κακεντρεχείς, με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι είχαν σκοπό εξύβρισης του τελευταίου, αλλά αντίθετα ότι ενήργησαν στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων τους, χωρίς να υπερβούν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, με συνέπεια από την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους να μη έχει προσβληθεί η προσωπικότητα του ενάγοντος ούτε να έχει τελεστεί αδικοπραξία σε βάρος του τελευταίου, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-εφεσίβλητος-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη ή μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Πρόκειται για τη χαρακτηριζόμενη νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται! κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, λόγω ακριβώς της αοριστίας της.

Με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και όγδοο κατά σειρά λόγους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (α) έλαβε υπ' όψη, χωρίς την πρότασή της από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, την επί του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ ερειδομένη ένσταση (3ος λόγος) και κατ' επικουρική, κατ' εκτίμηση, σειρά (β) παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την εν λόγω ένσταση αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, (αα) ως μη συνοδευόμενη από την υποβολή σχετικού αιτήματος (2ος, 8ος) και επιπρόσθετα ως μη νόμιμη (ββ) για τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων για το λόγο ότι, δεν προσδιορίζει προστατευτέο έννομο αυτού συμφέρον ως δημάρχου Εχεδώρου (Σίνδου) για την εύρυθμη διοίκηση της δημοτικής του τελευταίου επιχειρήσεως ΔΕΤΑΣ ΣΙΝΔΟΥ, στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του ο αναιρεσείων μέχρι και στις 2-1-2003 (τέταρτος λόγος).

Ο αναιρεσείων προσκομίζει τις με στοιχ. (β1) και (β2) χαρακτηριζόμενες εφέσεις των αναιρεσιβλήτων από τη επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των οποίων αβίαστα προκύπτει ότι η κατά την έννοια του άρθρου 367 παρ. 1 γ ΠΚ ένσταση των τελευταίων συνοδευόταν, πέραν της γενικής αρνήσεως των θεμελιωτικών της αγωγής του αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών, και από την υποβολή του αιτήματος παραδοχής της εφέσεώς τους και απορρίψεως της κατά αυτών απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος.

Τέλος, τα με στοιχ β (ββ) πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την αξιολόγηση της εν λόγω ενστάσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως ορισμένης και νόμιμης. Επομένως υποστηρίζοντες τα αντίθετα οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται, ως ερειδόμενοι επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' ΟΛ ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή οποιουδήποτε πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αυτών αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τα οποία αφορούν οι εν λόγω λόγοι αναιρετικές αιτιάσεις, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 11γ) και αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών (ΚΠολΔ 559 αρ. 20).

Με τους πρώτο, πέμπτο και έβδομο λόγους διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 20, 11γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (α) με τις παραδοχές της ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστήριζε ότι στις 2-1-2003 απομακρύνθηκε βίαια από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων από την θέση εργασίας του στα υδρόμετρα του δήμου Εχεδώρου και απηύθυνε προς αυτόν την υβριστική φράση "εδώ είναι μια σοβαρή δημόσια υπηρεσία και όχι το τσιφλίκι και να φύγεις τώρα αμέσως και να μην ξανάρθεις εδώ" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 9-1-2003 εγγράφου του ΟΑΕΔ, από το οποίο προκύπτει ότι δεν υπήρχε προσωπική επαφή του με την υπάλληλο του ΟΑΕΔ και δήλωση αυτού ότι είναι ικανοποιημένος από την εργοδότρια του (1ος λόγος) και (β) με την αξιολόγησή της αναφορικά με τις αναφορές και τους χαρακτηρισμούς του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για τον αναιρεσείοντα και ιδία εκείνου του "τεμπέλη" δεν έλαβε υπόψη (αα) την από 22-5-2005 βεβαίωση της υποθηκοφύλακος Θεσσαλονίκης, στην υπηρεσία της οποίας είχε εργασθεί και το από 7-12-2004 έντυπο άριστης βαθμολογίας (ββ) τα αντίγραφα του βιβλιαρίου ενσήμων του αναιρεσείοντος, από τα οποία προκύπτει ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 1993 στα ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και ως σχεδιαστής κατά τα έτη 2000 και 2001 ως σχεδιαστής στην εταιρεία ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ και (γγ) την βεβαίωση αποδοχών του για την εργασία που προσέφερε στα πλαίσια της Επαγγελματικής Κατάρτισης ΑΕ, το από 11-12-2003 ευρωπαϊκό δίπλωμα Η/Υ και την από 14-3-2005 βεβαίωση παρακολουθήσεως επαγγελματικής καταρτίσεως στην ειδικότητα της εξειδικεύσεως σε θέματα υποστηρίξεως εταιριών (5ος λόγος) και (γ) την 5086/2001 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος (7ος λόγος), έγγραφα τα οποία νομοτύπως επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής των πραγματικών περιστατικών.

Ο αναιρεσείων ανταποκρίνεται ήδη στη δικονομική του υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων, αναγκαίας, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί, με βάση το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, αν λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα και παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του με στοιχ. (α) εγγράφου στα οποία παραδεκτά αναφέρονται οι ερευνώμενες αναιρετικές αιτιάσεις, οι οποίες ελέγχονται ως αβάσιμες.

Ειδικότερα, από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω με στοιχ. (β) και (γ) έγγραφα, διαλαμβάνοντας ειδικότερα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η σχετική 5086/2011 απόφαση δεν προσφέρεται προς αξιολόγηση, ως παντελώς αναιτιολόγητη και διαμετρικά αντίθετη προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από το υπάρχον στην διάθεσή του αποδεικτικό υλικό.

Επιπρόσθετα η με στοιχ. (α) παραδοχή της αποφάσεως αναφορικά με το αντίστοιχης αριθμήσεως έγγραφο αποτελεί αξιολόγηση κατά την ανέλεγκτη κρίση αυτής του περιεχομένου του και με την έννοια αυτή δεν στοιχειοθετείται ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεώς του λόγω εσφαλμένης αναγνώσεώς του.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτική επέμβαση από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται, όμως, για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π. Κ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 § 1, 362 και 363 Π. Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη.

του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητας του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π Κ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ,2 του άρθρου 367 ΠK, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του άλλου.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (i) ότι οι διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της αναφορές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, νεοεκλεγέντος δημάρχου του δήμου Εχεδώρου (Σίνδου) , στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και την επιδειχθείσα συμπεριφορά του κατά την προσφορά των υπηρεσιών του τελευταίου στην οικονομική υπηρεσία του δήμου, αντί στην Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Σίνδου (ΔΕΤΑΕ) του δήμου Εχεδώρου, θέση για την οποία προσλήφθηκε, με κύρια πηγή πληροφορήσεως τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, διευθυντή της δημοτικής επιχειρήσεως ΔΕΤΑΣ, ήταν αληθή, ως αφορώσες κρίσεις και περιστατικά που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, χωρίς παράλληλα να δέχεται άλλα περιστατικά προσβλητικά της τιμής και υπολήψεως του αναιρεσείοντος και (ii) ότι η ενημέρωση του δεύτερου προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και οι αναφορές του τελευταίου διατυπώθησαν με βάση την ιδιότητά τους του διευθυντή της δημοτικής επιχειρήσεως ΔΕΤΑΣ και του δημάρχου χωρίς κακοβουλία, προς υπεράσπιση της ορθότητας των επιλογών τους για τη χρηστή διοίκηση και λειτουργία της δημοτικής επιχειρήσεως και του δήμου, αντίστοιχα, κατ' ενάσκηση των εν λόγω καθηκόντων τους, χωρίς παράλληλα οι αναιρεσίβλητοι να υπερβάλλουν στις εκφράσεις τους το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο ή να κινήθηκαν από λόγους εκδικήσεως ή κακεντρέχειας, με σκοπό να βλάψουν την τιμή και υπόληψη η του αναιρεσείοντος και εξυβρίσεως αυτού, αλλά αντίθετα κινήθηκαν στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων τους.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν, κατά παραδοχή και της ερειδόμενης στο άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων και ιδία εκείνης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, κατ' ουσίαν απόρριψη της κατ' αυτών απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 89/14-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 283/8-2-2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ