1802/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1802/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή υπέρ αυτού (νομοθέτης), την οποία υλοποιεί όχι δε και ο δικαστής ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματική.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1802 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1802/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δήλωσε ότι α) ανακαλεί την από 28-8-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται με την ιδιότητά του και β) παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί ..... - Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ο.Ε.", που εδρεύει στη Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Ψ1 (δικηγόρο, κάτοικο Βέροιας) και Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο - Ιωάννη Φρέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κονσερβοποιΐα Βέροιας - Εισαγωγές - Εξαγωγές Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Α.Ε. ΚΟΝΒΕΡΙ", που εδρεύει στη Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32529/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1314/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2007 αίτησή του και τον από 26-5-2008 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 9-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 744/1982). Επομένως η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το δικόγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και δη ως προς την εταιρία υπό την επωνυμία ¨Κονσερβοποιία Βέροιας Εισαγωγές Εξαγωγές Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΚΟΝΒΕΡΙ ΑΕ, εφόσον έγινε με προφορική δήλωση του ίδιου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης, ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη.
Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται κατευθείαν από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή υπέρ αυτού (νομοθέτης), την οποία υλοποιεί όχι δε και ο δικαστής ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματική.
Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου ως πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται.
Περαιτέρω, το άρθρο 161 του Δικηγορικού κώδικα (ν.δ. 3026/1954), όπως ισχύει, ορίζει τα εξής: "1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους ορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της ... 2. Επί δικαιοπραξίας, της οποίας το αντικείμενο, είναι περιοδικές παροχές ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το ελάχιστο όριο αμοιβής κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει του διπλασίου της ενιαύσιας παροχής ή προσόδου.... 3 ..4 ...5 ... 6.
Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ο οποίος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη. Ένα από τα αντίτυπα της αποδείξεως προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο επί πειθαρχική ποινή τούτου. Η αμοιβή που προεισπράττεται από το Δικηγορικό Σύλλογο αποδίδεται στο δικηγόρο μετά παρέλευση 15 τουλάχιστον ημερών. 7.
Από την προκαταβαλλόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αμοιβή, δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, το οποίο ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών αυτού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την αυτή ή άλλη Υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατά τον αυτό τρόπο, καθορίζονται τα της συστάσεως ιδίου Λογαριασμού για την συγκέντρωση των παρακρατούμενων ποσοστών, τα της διανομής αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. (Οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 161 προστέθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 723/1977)).
Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίζεται ότι "Η διάταξη της παρ. 7 του ν.δ. 3026/1954, όπως αυτή έχει προστεθεί με το άρθρο 25 του ν. 723/1977, εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων. Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθοριστεί κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954, αυτή δεν δύναται να είναι κατώτερη των ελαχίστων ορίων που προβλέπονται από τα άρθρα 100 και επ., εφαρμοζόμενης κατά τα λοιπά της παρ. 4 του άρθρου 92", στην δε παράγραφο 1α' η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10α' του ν. 1868/1989 ορίζεται ότι "Με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού συλλόγου, καθορίζεται το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα στο απαλλοτριούμενο ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα.
Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 100 και επ. ελάχιστο όριο". Εξάλλου, η κατά το άρθρο 92 παρ. 4 του Δικηγορικού κώδικα έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου του για τη διεκδίκηση εργασιακών απαιτήσεως αφενός και η εμπρόθεσμη αναγγελία της στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο αφετέρου είναι συστατικοί τύποι που καθιερώθηκαν για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δηλαδή χάριν του κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερου εργαζομένου, γι' αυτό και ορίστηκε ως κύρωση από την εν λόγω διάταξη, ότι η μη τήρηση τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως (ΑΚ 158, 159 και 180) και μάλιστα αναδρομικώς (ex tunc).
Με την Υ.Α. 26441(Δικαιοσύνης) της 27.4./26.5.1982 (Β.299), καθορίστηκαν τα ποσά που θα παρακρατούνται από το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης από τις αμοιβές των μελών του για υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και συνδικιών κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης με το άρθρο 9 του ν. 1093/1980 θέλησε να εντάξει τις δικηγορικές αμοιβές από τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις σ' εκείνες του άρθρου 161 του Δικηγορικού κώδικα και εντεύθεν να επεκτείνει και σ' αυτές τη δυνατότητα των Δικηγορικού Συλλόγων να παρακρατήσουν ποσοστό, καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης κατά τη διαγραφόμενη σ' αυτή διαδικασία.
Η δε παραπομπή, όταν η δικηγορική αμοιβή συμφωνείται με εργολαβικό δίκης, στο άρθρο 92 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, το οποίο επιβάλλει συστατικό έγγραφο τύπο και τυπική συστατική διαδικασία με την εμπρόθεσμη εντός είκοσι ημερών αναγγελία της σχετικής έγγραφης συμβάσεως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, με ποινή την ακυρότητα της συμβάσεως, στοχεύει mutatis mutantis για λόγους κοινωνικοοικονομικούς (κοινωνικής πρόνοιας), μέσω της διασφάλισης της εισπράξεως από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο του παρακρατούμενου ποσού, κυρίως στην οικονομική ενίσχυση (δια του διανεμόμενου μερίσματος) των κοινωνικά επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του.
Εντεύθεν έπεται ότι ο τιθέμενος από το νομοθέτη για την πραγμάτωση του προαναφερόμενου σκοπού ως άνω περιορισμός στο προστατευόμενο από το άρθρο 17 του Συντάγματος ενοχικό δικαίωμα (απαίτηση) του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του με βάση την σύμβαση εργολαβίας δίκης, συνιστάμενης στην απόλυτη αρχήθεν ακυρότητα της τελευταίας αν αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως και δεν αναγγελθεί εμπροθέσμως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, δεν είναι αντίθετος με την προεκτιθέμενη αρχή της αναλογικότητας, διότι είναι πρόσφορος και συνάμα αναγκαίος για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, καθόσον το αυτό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως λ.χ.
με την απειλή πειθαρχικής ποινής κατά του παραβιάζοντος την προς εμπρόθεσμη αναγγελία του εργολαβικού δίκης στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο υποχρέωση του δικηγόρου. Και τούτο κυρίως γιατί είναι αβέβαιο εάν και πότε θα ασκηθεί η σχετική πειθαρχική αγωγή και πιο θα είναι το αποτέλεσμα της ενόψει και της χρονοβόρας πειθαρχικής διαδικασίας με δυνατότητα να διέλθει η υπόθεση από δύο πειθαρχικά συμβούλια και δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο Επικρατείας, ενώ οι προνομιακές ανάγκες του διανεμητικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου είναι επιτακτικές και άμεσες χάριν των μελών του δικηγόρων.
Επίσης ο εν λόγω περιορισμός είναι "εν στενή εννοία" αναλογικός, διότι η βλάβη που προκαλείται με την προβλεπόμενη κύρωση σε βάρος ατομικώς του δικηγόρου, δηλαδή με την ακυρότητα της συμβάσεως, δεν είναι βαρύτερη από το επιδιωκόμενο όφελος, δηλαδή διασφάλιση της εισπράξεως του Δικηγορικού Συλλόγου προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν δηλαδή των πολλών (μελών του δικηγόρων).
Αλλά, αντιθέτως, η ανωτέρω κύρωση (ακυρότητα) τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και η αναμενόμενη ως άνω ωφέλεια είναι ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη από τη βλάβη που προκαλείται. Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980, κατά το μέρος της που με την παραπομπή της στο άρθρο 92 παρ. 4 του Δικηγορικού Κώδικα, επιβάλλει ως κύρωση για τη μη εμπρόθεσμη αναγγελία του εργολαβικού δίκης σε υποθέσεις απαλλοτριώσεων, την ακυρότητα της συμβάσεως αυτής δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ. 27/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321 και 322 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία αυτής, νομική ή ποσοτική, όταν καταστεί τελεσίδικη δημιουργεί δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, το οποίο ως αναγόμενο στο παραδεκτό αυτής, προηγείται στην έρευνα του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την από ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσείων δικηγόρος Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι στις 28 Μαρτίου 1994 η πρώτη αναιρεσίβλητη (δια του νομίμου αντιπροσώπου της) καθώς και δεκαπέντε ακόμη συγκύριοι του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου, το οποίο είχε απαλλοτριωθεί προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου Θεσσαλονίκης, ανέθεσαν εγγράφως σ' αυτόν να προβεί στις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την αποδέσμευση από τα πολεοδομικά βάρη του ακινήτου τους και τον προσδιορισμό και τη λήψη αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση.
Με το από 28-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε αμοιβή του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 8% για τις οιασδήποτε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για κάθε ποσό που θα εισπραχθεί με οποιονδήποτε τρόπο (δικαστικά ή με συμβιβασμό) και από οποιονδήποτε για το παραπάνω ακίνητο. Σε περίπτωση δε μη επιτυχούς εκβάσεως της υποθέσεως ρητά συμφωνήθηκε ότι δεν θα δικαιούνταν αμοιβή.
Ότι σε εκτέλεση της εντολής ο αναιρεσείων προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξη συμφωνίας με το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο δέχτηκε να εξαγοράσει το εν λόγω ακίνητο στην τιμή των 240.000 ευρώ ανά τ.μ. μέσω της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) με απευθείας εξαγορά του ακινήτου.
Τη λύση αυτή αποδέχτηκαν όλοι οι συγκύριοι του ακινήτου οι οποίοι υπέγραψαν το υπ' αριθμ ..... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικ. Γαλανού-Σωτηροπούλου, πλην της πρώτης αναιρεσίβλητης η οποία μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο ακίνητο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αντί τιμήματος υπολειπόμενου της ως άνω αποζημιώσεως που είχε επιτευχθεί με τις ενέργειες του.
Στη συνέχεια, όσον αφορά τα υπόλοιπα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που δεν είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο με απαλλοτρίωση δυνάμει του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση και με την υπ' αριθμ. 955/2004 απόφαση οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η εν λόγω αποζημίωση στο ποσό των 1000 ευρώ ανά τ.μ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζητούσε κατά την κύρια βάση της αγωγής στηριζόμενη στο ως άνω εργολαβικό δίκης, να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 501.585 ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή του με βάση την τιμή των 1000 ευρώ που καθορίστηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, άλλως το ποσό των 353.281 ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή του με βάση το τίμημα της πωλήσεως που έλαβαν οι λοιποί συγκύριοι, επικουρικά δε και σε περίπτωση που για οιονδήποτε λόγο θεωρηθεί ότι δεν είναι ισχυρή η σύμβαση εργολαβίας να υποχρεωθούν να του καταβάλουν το ποσό των 536.608 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του σχετικά με την κύρια βάση της αγωγής κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη δέχτηκε τα εξής: Με την κύρια βάση της αγωγής ο αναιρεσείων ζητεί να υποχρεωθεί η πιο πάνω αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως αμοιβή του, με βάση τη σύμβαση εργολαβίας δίκης που καταρτίστηκε μεταξύ τους και αφορά αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση.
Όμως, πριν από την ένδικη αγωγή ο αναιρεσείων είχε ασκήσει την υπ' αριθμ. καταθ. 6194/2002 αγωγή του εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε την επιδίκαση αμοιβής του με βάση την προαναφερόμενη από 28-3-1994 σύμβαση εργολαβίας, η οποία αγωγή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1263/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως αόριστη μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι δεν αναφερόταν στο δικόγραφο της αγωγής γνωστοποίηση της σύμβασης εργολαβίας στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας των είκοσι ημερών.
Με την ένδικη αγωγή ζητεί την επιδίκαση αμοιβής με βάση την ίδια σύμβαση εργολαβίας που αφορά αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς να αναφέρει και πάλι στην αγωγή του ότι η εν λόγω σύμβαση εργολαβίας δίκης γνωστοποιήθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Επομένως, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τους ίδιους διαδίκους με την ίδια ιδιότητα για το ίδιο δικαίωμα με το αυτό αντικείμενο και για την ίδια νομική και ιστορική αιτία, όπως και στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση, δημιουργείται από αυτή δεδικασμένο ως προς την αοριστία αυτής, που αποκλείει την έρευνα της κύρια βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου η κύρια βάση της αγωγής είναι απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και απορριπτέα λόγω δεδικασμένου.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής για τον αυτό λόγο και ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή η κύρια βάση αυτής στηριζόταν σε εργολαβικό δίκης που αφορούσε κατά το κύριο μέρος του, υπόθεση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και δεν αναφέρονταν ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος συστατικός τύπος, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3, 4 και 5 του Δικηγορικού κώδικα και 9 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 1093/1980 καθώς και αυτή του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322,324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. και απορριπτέοι είναι οι, πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επίσης, απορριπτέος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., αφού ορθά το Εφετείο δέχτηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη που πηγάζει από την αναφερόμενη παραπάνω απόφαση ως προς την ύπαρξη αοριστίας της αγωγής.
Τέλος, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι, πρώτος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, αφού κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή το επικαλούμενο εργολαβικό δίκης αφορούσε υπόθεση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και ως εκ τούτου έπρεπε, με ποινή την ακυρότητα της συμβάσεως, να υποβληθεί στο συστατικό τύπο της γνωστοποιήσεως αυτής στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, μέλος του οποίου είναι ο ενάγων, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την κατάρτιση της.
Επειδή, κατά το άρθρο 190 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των δικηγόρων, "αι απαιτήσεις των δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ` ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλος του έτους, καθ` ο ενηργήθη υπ` αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".
Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η πιο πάνω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του Κώδικα των δικηγόρων περιπτώσεων, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από το δικαιούχο άσκηση αγωγής. Ενόψει τούτων χρόνος ενάρξεως της πιο πάνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. α'ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ` άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.
Η διακοπή της παραγραφής στην περίπτωση αυτή αφορά μόνο την επίδικη αξίωση, δηλαδή αξίωση της οποίας η πραγματική και νομική βάση ταυτίζεται με την αντίστοιχη βάση της αξίωσης του που αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. Στην περίπτωση ασκήσεως νέας αγωγής, της οποίας πρόκριμα αποτελεί ζήτημα που λύθηκε με τελεσίδικη απόφαση επί προηγηθείσας αγωγής, η άσκηση αυτής δεν επέφερε τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων που προβάλλονται με τη νέα αγωγή, εφόσον η πραγματική και νομική βάση και το αντικείμενο της πρώτης δεν ταυτίζεται με τη βάση και το αντικείμενο της δεύτερης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 255 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Ως ανώτερη βία κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως.
Τέλος, κατά το άρθρο 260 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την ένσταση παραγραφής της επικουρικής βάσης της αγωγής που πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ως άνω αναιρεσίβλητη και της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής που πρότεινε ο αναιρεσείων δέχτηκε τα εξής:
Μετά την απόρριψη της υπ' αριθμ. ..... αγωγής του αναιρεσείοντος με την υπ' αριθμ. 12631/26-4-2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως αόριστης η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως (κατάθεση αγωγής 24-10-2005). Τόσο όμως η εν λόγω αγωγή όσο και η υπ' αριθμ. 44586/2004 αγωγή από την οποία παραιτήθηκε ο αναιρεσείων περιείχαν μια μόνο βάση με την οποία ο ενάγων-αναιρεσείων αξίωνε την αμοιβή του από τη σύμβαση εργολαβίας.
Την ερευνώμενη όμως επικουρική βάση της αγωγής με βάση τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων την επικαλείται για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου οι αγωγικές αξιώσεις του που αναφέρονται στις προγενέστερες αγωγές του δεν ταυτίζονται κατά την ιστορική και νομική βάση με την αξίωση που προβάλλεται με την επικουρική βάση της αγωγής και επομένως η άσκηση αυτών δεν επέφερε διακοπτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τις αξιώσεις που προβάλλονται για πρώτη φορά με την επικουρική βάση της αγωγής και ως εκ τούτου, απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, ότι η με την άσκηση των προγενεστέρων αγωγών διακόπηκε η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων ....
Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω αξιώσεις του αναιρεσείοντα όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αφορούν ενέργειες του που πραγματοποιήθηκαν από το έτος 1996 μέχρι το τέλος του έτους 1999... και συνεπώς για όλες αυτές τις αξιώσεις του από την ημέρα που γεννήθηκαν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, αφού η έναρξη της παραγραφής για κάθε μία από αυτές αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη τους και ως εκ τούτου επήλθε παραγραφή αυτών....
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της αξίωσης του από την πρώτη αναιρεσίβλητη με τους τρόπους που αναφέρει στην αντένσταση του πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο αναιρεσείων επικαλείται ως γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων αναγνώρισε τις συγκεκριμένες αξιώσεις του, ομολογίες αυτής και των ομορρύθμων μελών της ότι η επιτυχής κατάληξη της υπόθεσης του ακινήτου της που βρίσκεται στην "....." οφείλεται στην επί σειρά ετών δικές του δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του, τις οποίες αναφέρει.
Από τα έγγραφα όμως που προσκομίζει, προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, προκύπτει ότι όλα αυτά τα έγγραφα, είτε αναφέρουν απόψεις που εξέφρασαν στο παρελθόν πρόσωπα που δεν εκπροσωπούσαν την πρώτη αναιρεσίβλητη όταν εξέφρασαν τη συγκεκριμένη άποψη τους, δηλαδή ο πατέρας των μελών της εναγομένης του οποίου επικαλείται μια μαρτυρική κατάθεση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 15-11-2002, είτε αναφέρουν απόψεις των μελών πτωχευσάντων ομορρύθμων μελών της ... .
Είτε τέλος αναφέρουν την άποψη του συνδίκου της πτώχευσης .... Οι οποίες όμως απόψεις τους δεν αφορούν την αναγνώριση των αξιώσεων του, αλλά είτε αντικρούονται με αυτές οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη, είτε αναφέρονται ιστορικά ορισμένες από αυτές τις δικαστικές ή εξωδικαστικές ενέργειες του μέσα στο κείμενο των μηνύσεων προκειμένου να θεμελιωθούν οι προβαλλόμενοι με αυτές ισχυρισμοί, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια αναφορά στις αξιώσεις του και στην αναγνώριση κάποιας υποχρέωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης για την καταβολή κάποιου ποσού στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή του για τις ενέργειες του αυτές, αλλά αντίθετα αντικρούεται με αυτά τα έγγραφα κάθε τυχόν αξίωση που προβάλλει.
Επίσης σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την οφειλή της αυτή καταβάλλοντας στον ίδιο την 12-6-1998 για τις ενέργειες του αυτές το ποσό των 10.000.000 δρχ. πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε δια του δικαστικού εκκαθαριστή της στον αναιρεσείοντα στις 12-6-1998 ποσοστό 8% από το ποσό που της καταβλήθηκε από το ΙΚΑ και τον ΟΣΚ για τα τμήματα του ακινήτου της που απαλλοτριώθηκαν υπέρ αυτών με τη συγκεκριμένη απαλλοτρίωση ....
Ημέρα καταβολής του παραπάνω ποσού της αμοιβής με βάση την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε αναγνώριση της οφειλής του είναι η 12-6-1998 και από την επόμενη της ημέρας εκείνης οπότε αρχίζει ο χρόνος της νέας παραγραφής ο οποίος είναι ο ίδιος με αυτόν της διακοπείσας (άρθρο 270 ΑΚ) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και συνεπώς η ένδικη αξίωση του παραγράφηκε.
Αλλά και ο ισχυρισμός του ότι η παραγραφή διακόπηκε επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη υποστηρίζει στις προτάσεις της που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ότι κατέβαλε μέρος της απαίτησης του, αναγνωρίζοντας έτσι την ένδικη αξίωση του είναι νομικά αβάσιμος, αφού η κατ' αυτόν τον τρόπο αναγνώριση έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.
Τέλος, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι η ανασφαλής και ρευστή κατάσταση τόσο δικονομικά όσο και περιουσιακά της πρώτης αναιρεσίβλητης η οποία ως λόγος ανώτερης βίας εμπόδιζε την έγερση της αγωγής σε βάρος της μέχρι να διαμορφωθεί μια ασφαλής εικόνα της νομικής και περιουσιακής κατάστασης αυτής κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος.....
Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ενδεχομένως συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση ανασφαλής κατάσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν άλλαξε μέχρι τώρα, καθώς και ρευστή δικονομική κατάσταση όσον αφορά την εκπροσώπηση της, η οποία δεν υφίστατο όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το γεγονός αυτό δεν εμπόδιζε τον αναιρεσείοντα να ασκήσει σε χρόνο προγενέστερο από το χρόνο άσκησης την ένδικη αγωγή...
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι ορθά έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση παραγραφής που πρότειναν η πρώτη αναιρεσίβλητη και απορρίπτοντας την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής που πρότεινε ο αναιρεσείων απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής λόγω παραγραφής και μετά ταύτα απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και οι, δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, απορριπτέος είναι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και από τον αριθμό 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε τα προταθέντα από τον αναιρεσείοντα διακοπτικά της παραγραφής περιστατικά ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ερεύνησε όλους τους προταθέντες από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμούς για τη στήριξη της αντένστασης του περί διακοπής της παραγραφής τους οποίους απέρριψε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την προκείμενη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντα Χ και της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κονσερβοποιία Βέροιας Εισαγωγές- Εξαγωγές ΑΕ".
Απορρίπτει την από 18-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1314/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τον από 26-5-2008 πρόσθετο λόγο αυτής, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ