Legislator Case Law & Legislation
1802/2007 AI generated

1802/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1802/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21171/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 613/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Μαϊου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Μαίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1802/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Ο σκοπός χρησιμοποιήσεως του δανείσματος και δη με εξουσία αναλώσεώς του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα.

Keywords

AI generated
accord and satisfaction back payment cash payment of insurance benefits claim secured by pledge payment by instalments european order for payment procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1802 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1802/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)Χ2 και 2)Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φωκίωνα Τσίντο.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)Ψ1 και 2)Ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρανιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21171/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 613/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Μαϊου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Μαίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απλός ομόδικος - εναγόμενος ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων των απλών ομοδίκων που ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Δηλαδή κατ' εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε. Έτσι η υπό κρίση αναίρεση του δεύτερου αναιρεσείοντος Χ1 απλού ομοδίκου της πρώτης αναιρεσείουσας Χ2, ως προς τον οποίο η αγωγή των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ασκήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον και κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η αναίρεση της προαναφερόμενης αναιρεσείουσας κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ψ2, η αγωγή της οποίας κατ' αυτής [αναιρεσείουσας] απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και, επομένως, απορριπτέο ως απαράδεκτο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 Α.Κ. και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων.

Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Ο σκοπός χρησιμοποιήσεως του δανείσματος και δη με εξουσία αναλώσεώς του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα.

Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία. Περαιτέρω, η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι όμως πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή είτε του οφειλέτη.

Η αγωγή η οποία δεν προσδιορίζει αν η αντίστοιχη δόση του δανείσματος έγινε προς τον εναγόμενο αυτοπροσώπως από το δανειστή ή μέσω άμεσου αντιπροσώπου, δεν στερείται αναγκαίου για την πληρότητά της στοιχείου, αφού σε καθεμία αντίστοιχη περίπτωση τα αποτελέσματα της συμβάσεως επέρχονται αμέσως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου εναγομένου.

Απόρροια δε τούτου είναι ότι μεταγενέστερος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δόση του δανείσματος έγινε προς κατονομαζόμενο τρίτο πρόσωπο ως άμεσο αντιπρόσωπο του εναγομένου και μέσα στα όρια της αντιπροσωπεύσεως, αποτελεί όχι μεταβολή της βάσης της αγωγής αλλά διευκρίνιση αυτής και γι' αυτό παραδεκτά προτείνεται έως την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής, προτεινόμενος δε έτσι θεωρείται ως εξαρχής περιεχόμενος στην αγωγή.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται, κατ' ορθή εκτίμησή της, τα ακόλουθα: Τον Μάιο του 2001, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) Ψ1, που είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη, συμφώνησε στη ... με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) Χ2 τη σύναψη δανείου ποσού 5.000.000 δρχ., το οποίο θα της απέδιδε μετά τρεις ημέρες και ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας τους η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα.

Πριν παρέλθει το τριήμερο, η ίδια αναιρεσίβλητη ομοίως συμφώνησε με την αναιρεσείουσα τη σύναψη νέου δανείου ποσού 4.800.000 δρχ., το οποίο θα της απέδιδε σε ένα μήνα, ήτοι την 5.6.2001 μαζί με το ποσό του πρώτου δανείου, και ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας τους η αναιρεσίβλητη κατέβαλε και το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα, η οποία αν και παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος αρνήθηκε να αποδώσει τα δάνεια, συνολικού ποσού 9.800.000 δραχμών.

Περαιτέρω, στην αγωγή η οποία είχε ασκηθεί και από την προαναφερόμενη Ψ2, είχε δε στραφεί και κατά του επίσης προαναφερόμενου Χ1, η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εξέθετε ότι την αναιρεσείουσα - οφειλέτρια είχε γνωρίσει μέσω της ανωτέρω συνενάγουσας Ψ2, που ήταν αδελφική φίλης της, και η οποία είχε εγγυηθεί την πληρωμή των δανείων, ότι η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί για να επιτύχει τη σύναψη των δανείων σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αφορούσαν κυρίως το σύζυγό της Χ1, ο οποίος μάλιστα κατά την δόση του δεύτερου δανείου παρίστατο και συμφώνησε και αυτός ότι θα απέδιδαν τα χρήματα την άνω ημερομηνία, 5.6.2001.

Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει εντόκως το ανωτέρω ποσό που της δάνεισε. Όπως προκύπτει δε από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης της πρώτης και μοναδικής πρωτοβάθμιας συζητήσεως της αγωγής της, κατ' ορθή εκτίμησή τους, διευκρίνισε ότι η ίδια μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε κατά νομή τα ποσά των δανείων στην αναιρεσείουσα μέσω της Ψ2, ως άμεσης αντιπροσώπου της και μέσα στα όρια της αντιπροσωπεύσεως.

Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή διαλαμβάνει σαφή έκθεση όλων των γεγονότων που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της στην ανωτέρω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, και δικαιολογούν την άσκηση της από την αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του ότι α] δεν αναφέρονταν σ' αυτήν ακριβείς ημερομηνίες του μηνός Μαΐου που καταρτίστηκαν οι συμβάσεις, διότι το στοιχείο αυτό ήταν επουσιώδες αφού δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των συμβάσεων.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητά της να αναφέρεται ότι ο τρόπος που η αναιρεσείουσα επρόκειτο να χρησιμοποιήσει τα δανεισθέντα ποσά ήταν η κάλυψη αποκλειστικά ατομικών της αναγκών, διότι αυτό δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δανείου, ούτε άλλωστε την καθιστά ασαφή η μνεία του στερούμενου νομικής σημασίας γεγονότος ότι με τα χρήματα θα καλύπτονταν οικονομικές υποχρεώσεις του συζύγου της.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που ο απαιτεί ο νόμος [ΑΚ 806] και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη. Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα τα προεκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα του ιστορικού της αγωγής, όπως διευκρινίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, και ακολούθως έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης προαναφερόμενου αγωγικού πραγματικού ισχυρισμού, περί της καταβολής των 9.800.000 δραχμών στην αναιρεσείουσα - εναγομένη μέσω της Ψ2, ο οποίος δεν είχε προταθεί με την αγωγή αλλά με τις προτάσεις, γι' αυτό ο στηριζόμενος σ' αυτήν την πλημμέλεια τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ.

α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του περί της βασιμότητας της αγωγής από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, είναι αβάσιμες.

ΙV.- Ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι προς απόδειξη της αγωγής επετράπη η εξέταση μαρτύρων, αφού εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι συνέτρεχε αρχή έγγραφης απόδειξης, ενώ τέτοια συνέτρεχε μόνο για τη μία δανειακή σύμβαση, είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση για το αν συντρέχει τέτοια αρχή ενέχει εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 609/2005].

V.- Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενo από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη α] το από 27.1.2003 εξώδικο έγγραφο της αναιρεσείουσας και του συζύγου της Χ1 απευθυνόμενο στην Ψ2, με το οποίο ομολογούσαν ότι ο Χ1 [και όχι η αναιρεσείουσα] είχε λάβει ως δάνειο από την Ψ2 [και όχι από την αναιρεσίβλητη] 4.500.000 δρχ., και της πρότειναν τρόπο εξόφλησής του, β] τις από 2.2.01 και 15.1.01 αποδείξεις των ....

και ...., αντιστοίχως, ποσού 180.000 και 66.000 δρχ.. από τις οποίες προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα είχε εξοφλήσει πριν το δανεισμό τα ανωτέρω ποσά και έτσι αποδεικνυόταν η αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι για το ποσό των 120.000 δρχ. η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί αδυναμία εξοφλήσεως των πιο πάνω ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της, και γ] το ....

αεροπορικό εισιτήριο και το υπ' αριθ. .... πιστοποιητικό του Γ. Νοσοκομείο Κατερίνης από τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο μεν σύζυγος της αναιρεσείουσας ήταν στη Γερμανία από τις 20 Μαΐου, η δε τελευταία από 19.5.01 και μέχρι 1.6.01 στην Κατερίνη όπου νοσηλευόταν ο πεθερός της. Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τα μνημονεύσει ούτε να τα αξιολογήσει χωριστά.

Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

VI.- Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ. 19) ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ορθή εκτίμησή της, τα παρακάτω ουσιώδη περιστατικά:: Η Ψ2 είχε με την εναγομένη πνευματική συγγένεια, διότι είναι ανάδοχός της.

Διατηρούσε δε αυτή και με την ενάγουσα, που ήταν πελάτισσά της στο κομμωτήριο που είχε στη ....., μακροχρόνια φιλική σχέση. Η εναγομένη, στις αρχές του Μαΐου 2001, και στον άνω χώρο εργασίας της Ψ2, όπου έτυχε να βρίσκεται και η ενάγουσα, της εξέθεσε ότι είχε άμεση ανάγκη ποσού 5.000.000 δρχ., το οποίο χρειαζόταν ο σύζυγός της.

Η Ψ2, προκειμένου να βοηθήσει την εναγομένη, απευθύνθηκε τότε στην ενάγουσα, και της ζήτησε να δανείσει αυτή την εναγομένη, υποσχόμενη ταυτόχρονα ότι εγγυάται η ίδια για την απόδοσή του, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (τριών ημερών). Η ενάγουσα συμφώνησε και παρέδωσε το ως άνω ποσό στην εναγομένη μέσω της Ψ2.

Μετά 10 περίπου ημέρες, και ενώ δεν είχε εξοφλήσει το άνω χρέος της, η ενάγουσα πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης ότι είχε κερδίσει κάποιο λαχείο και ότι ανέμενε να εισπράξει χρήματα και από μία δικαστική απόφαση που της επιδίκαζε ποσό 42.500.000 δρχ. από ασφαλιστική σύμβαση, και συμφώνησε να της δανείσει και ποσό 4.800.000 δρχ.

διότι όπως η εναγομένη ισχυριζόταν είχε άμεση ανάγκη 120.000 δρχ.. προκειμένου να εξοφλήσει ένα προσωπικό χρέος της [τις λαμπάδες του γάμου της] καθώς και ποσού 4.680.000 δρχ. για να καλυφθούν οικονομικές υποχρεώσεις του συζύγου της, και συγκεκριμένα για την πληρωμή δασμών από εισαγωγή ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

Η εναγομένη υποσχέθηκε ότι θα απέστρεφε και τα δύο ποσά, συνολικά 9.800.000, μέχρι το τέλος Ιουνίου του ίδιου έτους 2001, και η ενάγουσα μέσω και πάλι της Ψ2, παρέδωσε στην εναγομένη και το ποσό των 4.800.000 δρχ. Η εναγομένη δεν απέδωσε στην ενάγουσα τα ποσά που δανείστηκε όταν παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος απόδοσης τους, παρά τις προφορικές οχλήσεις της Ψ2 και την αποστολή προς αυτήν από την ενάγουσα και την Ψ2 του από 31.1.2002 εξωδίκου εγγράφου τους.

Με βάση αυτά το Εφετείο, και μετά από εκτενή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, έκρινε ότι η αγωγή ήταν βάσιμη, διότι αποδεικνυόταν ότι είχαν πράγματι καταρτιστεί οι δανειακές συμβάσεις μεταξύ της ήδη αναιρεσείουσας και της ήδη αναιρεσίβλητης, και ότι η πρώτη είχε λάβει τα δανεισθέντα ποσά μέσω της Ψ2 που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοδικείο, και απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί οι πιο πάνω αιτιολογίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806 - 808 ΑΚ, που εφάρμοσε. Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, γιατί περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στις άνω ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως και το σαφές αποδεικτικό πόρισμα που διαλαμβάνεται σ' αυτήν, αλλά στην ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

VΙI.- Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, πρέπει εκτός άλλων να αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε σε σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.

Δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την άνω διάταξη τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, τα εφετήρια, οι προτάσεις των διαδίκων, καθώς και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις. Εξάλλου, ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ το περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί η βασιμότητα ή μη του σφάλματος.

Με τον έβδομο, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο α] της από 27.1.2003 εξώδικης γνωστοποίησης - όχλησης της αναιρεσείουσας και του συζύγου της προς την Ψ2, δεχόμενο ότι και η αναιρεσείουσα ομολογούσε με αυτή δανειακή σύμβαση 4.500.000 δρχ., β] των προτάσεών της στο πρωτοδικείο και γ] της 422/2004 ένορκη βεβαίωσης μαρτύρων.

Ο λόγος αυτός για παραμόρφωση των προτάσεων και της ένορκης βεβαίωσης είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, είναι απαράδεκτος και καθόσον αφορά το υπό στοιχ. α΄ έγγραφο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο και δεν προσκομίζεται.

VΙIΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 1 και 3 και 353 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, κατ' ουσίαν η εναντίον του προαναφερθέντος, συνεναγόμενου της αναιρεσείουσας, Χ1, αγωγή, χωρίς να ασκηθεί έφεση από την αναιρεσίβλητη, αυτός είχε εναχθεί υπό την ιδιότητα του αναδεχθέντος σωρευτικά τα εκ των δανειακών συμβάσεων χρέη της αναιρεσείουσας, και συνεπώς αντικείμενο αποδείξεως ως προς αυτόν ήταν η ανάληψη της υποχρέωσής του να εκπληρώσει ξένο χρέος.

Κατ' ακολουθία, ο όγδοος ο λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες από τις διατάξεις των αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα δικαστική ομολογία του ανωτέρω ομοδίκου της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνιστάμενη στο ότι η δανειακή σύμβαση των 4.500.000 δρχ.

είχε καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και αυτού, (και όχι μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσείουσας), και δεν της απέδωσε πλήρη απόδειξη όπως ορίζει ο νόμος, είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν δικαστική ομολογία των αντίστοιχων ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών, αλλά αιτιολογημένη άρνηση τούτων.

ΙΧ .- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, που αφορά την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Επομένως, ο ένατος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση του, η από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε περισσότερο αξιόπιστη την ένορκη κατάθεση της ......, από τις περιεχόμενες στην 422/2004 ένορκη βεβαίωση μαρτυρίες των ..... και ....., που όμως έχουν την ίδια κατά νόμο αποδεικτική δύναμη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.5.2006 αίτηση των 1. Χ2 και 2. Χ1 για αναίρεση της 613/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στις αναιρεσίβλητες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ