Supreme Court partially allows appeal against insurance company's liability judgment for car accident damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final judgment by the Athens Court of First Instance regarding car accident damages. The appellant argued that the Court of Appeal exceeded its discretion by awarding an excessive €10,000 in compensation for moral damages, violating the principle of proportionality. The Court agreed that the awarded amount was disproportionately high compared to similar cases and remitted the case for re-evaluation of this specific sum.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal exceeded its discretionary power by awarding a disproportionately high sum for moral damages, necessitating a partial remittal for re-evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1801 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1801/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2699/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-11-2019 (αρ.κατ. 6455/830/6.8.2021) αίτηση για αναίρεσης της υπ'αρ. 2699/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της στις 6.8.2021 αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 2.9.2017 (αρ. εκθ. κατ. 575502/3478/20.9.2017) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθεσε ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο Ι.
Λ., οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Α. Λ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προξένησε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο οδηγούμενο από αυτήν (ενάγουσα) με αρ.
κυκλ. ... αυτοκίνητό της, καθώς και ο τραυματισμός της. Ζήτησε δε την επιδίκαση των αναφερομένων στην αγωγή ποσών ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1101/2018 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η ενάγουσα, κατόπιν παραδοχής της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλε η εναγομένη, κρίθηκε συνυπαίτια του τραυματισμού της σε ποσοστό 50% και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 7.947 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η, από 7-8-2018 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 5371/2018) έφεση, με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την καθ`ολοκληρία παραδοχή της αγωγής της, ως βάσιμης κατ` ουσίαν.
Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 2699/2019, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε, κατά παραδοχή της κατά τα άνω (περί συνυπαιτιότητας για τον τραυματισμό της τη ενάγουσας σε ποσοστό 30%,) ένστασης της εναγομένης, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, την υποχρέωση της τελευταίας (ήδη αναιρεσίβλητης) να καταβάλει στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 14.897,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Κατά το άρθρο 12 παρ. 5 εδ. α του Κ.Ο.Κ., "Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες των οχημάτων. Της υποχρέωσης αυτής εξαιρούνται οι οδηγοί επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, όταν οδηγούν αυτά εντός της περιμετρικής τους ζώνης, τα άτομα με παθήσεις για τα οποία δεν ενδείκνυται η χρήση της ζώνης, ...." Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017).
Στη περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 109/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1233/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 4-7-2016 και περί ώρα 01.20 η ενάγουσα κινείτο με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, εργοστασίου κατασκευής DAEWOO, τύπου KLYA, μοντέλο έτους 1999, επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς τη ..., στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου. Η οδός ..., στο σημείο του ατυχήματος είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης και διασταυρώνεται με την οδό ..., η οποία είναι ομοίως μονής κατεύθυνσης και επί της οποίας υπάρχει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 STOP.
Στον ίδιο παραπάνω χρόνο και επί της (καθέτου) οδού ..., ο Ι. Λ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του Α. Λ., ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Καθ' ον χρόνον η ενάγουσα είχε εισέλθει στη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ..., ο Ι.
Λ., ο οποίος, κινείτο, όπως προαναφέρθηκε, στην οδό ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς τη ... και στα δεξιά σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας, από αμέλεια που συνίσταται στην έλλειψη της προσοχής την οποία οφείλει και μπορεί να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός, εξήλθε χωρίς προσοχή από την οδό ..., επί της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας ΣΤΟΠ και ειδικότερα, εισήλθε χωρίς να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο στη διασταύρωση ώστε να παραχωρήσει την οφειλόμενη προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ..., με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το όχημα της ενάγουσας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση, να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της ενάγουσας, να συγκρουστεί με αυτό και να εκτραπεί δεξιά προσκρούοντας σε σιδερένιο κάδο, καθώς επίσης και στον τοίχο και στα κάγκελα παρακείμενης πολυκατοικίας επί της οδού ..., ενώ το αυτοκίνητο της ενάγουσας εξετράπη αριστερά, προσέκρουσε στον ίδιο σιδερένιο κάδο και η ενάγουσα τραυματίστηκε.
Υπό τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος, αφού δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή, κατά τα ανωτέρω, προσπαθώντας να διασχίσει την εν λόγω διασταύρωση, με αποτέλεσμα το ένδικο ατύχημα. Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο συνεκτιμώντας και τις από 10-11-2016 έγγραφες εξηγήσεις του παραπάνω Ι.
Λ., από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αυτός δεν είδε την πινακίδα "ΣΤΟΠ". Ο ισχυρισμός του ότι δεν την είδε διότι αυτή καλύπτετο από κλαδιά δένδρων είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, ούτε από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας το περιστατικό αυτό, ούτε ανταποδεικνύεται με την προσκόμιση, επί παραδείγματα σχετικών φωτογραφιών.
Περαιτέρω, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα κατέστη συνυπαίτια του ατυχήματος για το λόγο ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε εισέλθει πρώτος στην διασταύρωση, αφού από τις ζημίες των οχημάτων, όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας (εμπρόσθιο μέρος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεξιά πλευρά του οχήματος της ενάγουσας) προκύπτει σαφώς ότι το ζημιογόνο όχημα επέπεσε επί του οχήματος της ενάγουσας, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι η ενάγουσα είχε εισέλθει πρώτη στη διασταύρωση, αφού αν ήταν αληθές ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είχε εισέλθει πρώτος, οι ζημίες θα ήταν διαφορετικές, ήτοι το όχημα της ενάγουσας θα είχε ζημίες στο εμπρόσθιο τμήμα του.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου ήταν υπό την επήρεια μέθης, αφού, μετρηθείς με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ανευρέθη στο αίμα του ποσοστό 1,13 % στην πρώτη μέτρηση και 0,94% στη δεύτερη μέτρηση ...........Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν ήταν προσδεμένη στο κάθισμα του οδηγού με ζώνη ασφαλείας, όπως ήταν από το νόμο υποχρεωμένη (αρ. 12 παρ. 5, 81 παρ. 17 ΚΟΚ).
Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο συνεκτιμώντας αφενός ότι βρέθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού και αφετέρου ότι οι προαναφερόμενες σωματικές βλάβες εντοπίζονται στη δεξιά πλευρά προσώπου και θώρακος, ως αποτέλεσμα της εκτίναξής της στο δεξιό μέρος του αυτ/του της. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την αναφορά στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας της επιληφθεί- σης του ατυχήματος αστυνομικής αρχής ότι "η Β οδηγός δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας - Βρέθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού έχοντας εμφανώς κτυπήσει στην πόρτα και στο παράθυρο" σε συνδυασμό με την από 4-7-2016 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α.
Α., ο οποίος κατέθεσε ότι "από ό,τι κατάλαβα τινάχτηκε από τη θέση του οδηγού λόγω της σύγκρουσης, επειδή δεν φορούσε ζώνη". Η εκ μέρους της ενάγουσας, αμελής παράλειψη να προσδεθεί στο κάθισμα του οδηγού του αυτ/του της με ζώνη ασφαλείας συνετέλεσε στην επέλευση των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων, οι οποίες, μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχαν αποφευχθεί ή τουλάχιστον θα είχαν μετριαστεί και περιοριστεί αν αυτή είχε προσδεθεί με τέτοια ζώνη, η οποία θα συγκρατούσε το σώμα της στο κάθισμα του οδηγού και δεν θα εκτινάσσετο στη δεξιά πλευρά του αυτ/του.
Ο ισχυρισμός της ότι έφερε ζώνη αλλά ότι έσπασαν οι προεντατήρες λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, δεν ενισχύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα ουδεμία φωτογραφία του αυτ/του της προσκομίζει, από την οποία να εμφαίνεται τέτοια ζημιά στη ζώνη ασφαλείας. Ο ισχυρισμός της επίσης ότι ο τραυματισμός της θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση είτε έφερε ζώνη ασφαλείας είτε όχι για το λόγο ότι το όχημα της επλήγη και στο αριστερό τμήμα του από την πρόσκρουση του σε κάδο απορριμμάτων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ναι μεν το αυτ/το της μετά τη σύγκρουση εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά πίπτοντας σε σιδερένιο κάδο, πλην όμως οι ζημίες του οχήματος της εντοπίζονται μόνο στο δεξί τμήμα του, γεγονός που σημαίνει ότι η πρόσκρουση στο κάδο απορριμμάτων δεν ήταν σφοδρή και δεν επέφερε ζημίες στο αριστερό τμήμα του και ως εκ τούτου δεν θα επερχόταν ο τραυματισμός της εάν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Κατόπιν των ανωτέρω, η συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην έκταση του τραυματισμού της, συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράλειψή της, και προσδιορίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσοστά 30%. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε συνυπαίτια του τραυματισμού της την ενάγουσα για τον ίδιο ανωτέρω λόγο δεν έσφαλε, και πρέπει να απορριφθεί το περί του αντιθέτου ισχυρισμού της που περιέχεται στον πρώτο λόγο έφεσης, προσδιορίζοντας όμως το ποσοστό συνυπαιτιότητος της σε 50%, αντί του 30%, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα λοιπά ο πρώτος λόγος της έφεσης".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο εν λόγω τροχαίο ατύχημα οδηγού Ι. Λ. λόγο της εφέσεώς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, διέλαβε αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και χωρίς λογικά κενά, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (άρθρα 300, 330 και 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 12 παρ. 12 παρ. 5 εδ.
α του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης της συνυπαιτιότητας αυτής, η οποία, κατ' αιτιώδη συνάφεια, συνετέλεσε στον τραυματισμό της κατά την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία τούτου επελθών τραυματισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίουσας, λόγω και του συντρέχοντος πταίσματος αυτής, ήτοι της παραβίασης της υποχρέωσής της, να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας του οδηγού, αφού, συγκεκριμένα, διαλαμβάνει ότι η ενάγουσα, αμέσως μετά την πρόσκρουση του ζημιογόνου οχήματος επί του δικού της οχήματος, εκτινάχθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού, ότι οι προκληθείσες σωματικές βλάβες εντοπίζονται στη δεξιά πλευρά του προσώπου και του θώρακος, ως αποτέλεσμα της εκτίναξής της στο δεξιό μέρος του αυτ/του της, ότι η εκ μέρους της αμελής παράλειψη να προσδεθεί στο κάθισμα του οδηγού του αυτ/του της, με ζώνη ασφαλείας, συνετέλεσε στην επέλευση των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων, οι οποίες, μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχαν αποφευχθεί ή τουλάχιστον θα είχαν μετριαστεί και περιοριστεί αν αυτή είχε προσδεθεί με τέτοια ζώνη, η οποία θα συγκρατούσε το σώμα της στο κάθισμα του οδηγού και δεν θα εκτινάσσετο στη δεξιά πλευρά του αυτ/του, ότι ο ισχυρισμός της ότι αυτή έφερε ζώνη, αλλά ότι έσπασαν οι προεντατήρες αυτής, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο (φωτογραφία κλπ) και τέλος ότι ο ισχυρισμός ότι ο τραυματισμός της θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε, διότι το αυτοκίνητό της μετά τη σύγκρουση εξετράπη μεν της πορείας του προς τα αριστερά πίπτοντας σε σιδερένιο κάδο, όμως οι ζημίες του εντοπίζονται μόνο στο δεξί τμήμα του, και ότι συνεπώς η πρόσκρουση στο κάδο απορριμμάτων δεν ήταν σφοδρή.
Διευκρινίζονται, επομένως, με πλήρη σαφήνεια, τόσο το σημείο του αυτοκινήτου στο οποίο προσέκρουσε αυτή, εκτινασσόμενη προς το κάθισμα του συνοδηγού συνεπεία της μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας, όσο και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της και των σωματικών βλαβών που υπέστη εκείνη και εξ αυτού του γεγονότος.
Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα περαιτέρω ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς εκ του αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη την προσφορά του συνεργείου αυτοκινήτων του Γ.
Λ., για επισκευή του αυτοκινήτου της, από την οποία προκύπτει η χρεία αγοράς και αντικατάστασης των προεντατήρων της ζώνης ασφαλείας και το προκύπτον από αυτό πραγματικό περιστατικό, από τα οποίο αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς της η χρήση της ζώνης. Όμως, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από την αναιρεσείουσα, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία τούτου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
Επομένως, ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.
Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 22/2023, ΑΠ 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Περαιτέρω, με τον τρίτο και τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη: α) ως προς την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής που αφορούν στην θεραπεία κακώσεων της ΑΜΣΣ για την πλημμέλεια από τον άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19) επικαλούμενη προς τούτο ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα ελλείψεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ως άνω ζημιογόνου (τροχαίου) συμβάντος και των συγκεκριμένων συμπτωμάτων της σωματικής και ψυχικής της υγείας, που διαγνώστηκαν μετά το ένδικο συμβάν, και β) αφετέρου ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή, για την πλημμέλεια από τον άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) δέχθηκε το Δικαστήριο σχετικά με τα ως άνω κονδύλια της αγωγής για τη θεραπεία κακώσεων, περαιτέρω δε, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης αυτής, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά το ατύχημα η ενάγουσα διακομίστηκε, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο γενικό νοσοκομείο Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα προσθίου και οπισθίου τοιχώματος ιγμόριου άντρου (ΔΕ) και θλαστικό τραύμα επιφάνειας κάτω χείλους.
Έγινε συρραφή του θλαστικού τραύματος, παραπέμφθηκε στη γναθοχειρουργική κλινική του ΚΑΤ και εξήλθε αυθημερόν με οδηγίες, μαλακό κολάρο αυχένος και επανεξέταση επί ενδείξεων. Στις 10-7-2016 εισήλθε στο ΚΑΤ, όπου διαγνώστηκαν κατάγματα του κρανίου και των οστών του προσώπου και στις 11-7-2016 υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη συμπιεστικού κατάγματος ζυγωματικού, συμπεριλαμβανομένου ζυγωματικού τόξου και τρίποδα οστεοσύνθεση με πλάκες τιτανίου.
Εξήλθε στις 15.7.2016 με οδηγίες για συνέχιση αντιβιοτικής αγωγής, αποφυγή πλήξης της δεξιάς πορείας και επανεξέταση για αφαίρεση ραμμάτων. Η αισθανόταν άλγος στον αυχένα και στο θώρακα και στις 22.7.2016 κατόπιν σύστασης του ιδιώτη ιατρού Α. Τ., υποβλήθηκε αφενός σε αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, η οποία ανέδειξε κάταγμα της (ΑΡ) εγκάρσιας απόφυσης του άξονα (2ου αυχενικού σπονδύλου) με συμμετοχή της σύστοιχης άνω αρθρικής του επιφάνειας και ελαφρά παρεκτόπιση των κατεαγότων τμημάτων και αφετέρου σε αξονική τομογραφία θώρακος, η οποία ανέδειξε κατάγματα πλευρών δεξιά (3ης, 4ης, 5ης' 6ης, 7ης και 8ης πλευράς), όλες οι ανωτέρω σωματικές βλάβες της ενάγουσας προκλήθηκαν συνέπεια του ενδίκου ατυχήματος......Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του Α2 αυχενικού σπονδύλου αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και πωρώθηκε σε δύο περίπου μήνες με χρήση αυχενικού κολάρου, ενώ τα κατάγματα των πλευρών (ΔΕ) ημιθωρακίου πωρώθηκαν σε δύο έως τρεις μήνες περίπου.
Επειδή η ενάγουσα εξακολουθούσε να αισθάνεται άλγος στον αυχένα, στις 15-9-2016 επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του ΕΝΑ "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διαπιστώθηκε ελαφρά νευρολογική συμπτωματολογία των άνω άκρων και δυσκαμψία της ΑΜΕΕ σε όλες τις κινήσεις. Συστήθηκε φυσικοθεραπεία, μαγνητική τομογραφία στην ΑΜΕΕ και αναλγητική αγωγή.
Η μαγνητική τομογραφία ΑΜΕΕ η οποία διενεργήθηκε την 1-11-2016 έδειξε πώρωση του κατάγματος της (ΑΡ) εγκάρσιας απόφυσης του Α2 σπονδύλου, που, όπως προαναφέρθηκε είχε προκληθεί εξαιτίας του ατυχήματος, καθώς και εκφυλιστική δισκοαρθροπάθεια στο Α4-Α5, Α5-Α6 επίπεδο με σκολίωση της ΑΜΕΕ με επίκεντρο το Α5-Α6 διάστημα.
Η τελευταία όμως αυτή πάθηση καθώς και ο ευθειασμός της ΑΜΕΕ που είχαν διαγνωσθεί και στην από 22-7-2016 αξονική τομογραφία με την περιγραφή "Α5-Α6: Στένωση του μεσοσπονδυλίου διαστήματος με εικόνα σκλήρυνσης των σπονδυλικών επιφανειών. Κυκλοτερής αποπλάτυνση του μεσοσπονδυλίου δίσκου που σε συνδυασμό με την οπίσθια και αμφοτερόπλευρη οπισθοπλάγια οστεοφύτωση προκαλεί πιεστικό εντύπωμα στην πρόσθια επιφάνεια του μηνιγγικού σάκου και στένωση των νευρικών τμημάτων χωρίς ανάδειξη εμφανών πιεστικών φαινομένων επί των εξερχομένων Α6 ριζών .... 5) ευθειασμός της ΑΜΕΕ" δεν προκλήθηκαν συνεπεία του ατυχήματος, αλλά προϋπήρχαν τούτου, αφού, όπως προκύπτει από το βιβλιάριο υγείας της ενάγουσας, η τελευταία παρουσίαζε προβλήματα στη σπονδυλική στήλη, τουλάχιστον από το έτος 2009 (βλ.
σελίδα 15 του παραπάνω βιβλιαρίου, όπου αναγράφεται "5-8-2009 Δυσκαμψία ΑΜΕΕ ίδια στην πλάγια κάμψη και στροφή... ευθειασμός, στένωση Α4-Α5... βάσει παραπεμπτικού ΚΑΤ ζητείται ΜΡΙ ΑΜΕΕ για παράταση ανικανότητας" και στη σελίδα 23 "23-12-2010 CT OMEE Ro ΑΜΕΕ ευθειασμός ΑΜΕΕ...στένωση Α2-Α3 και Α4-Α5 στένωση Α5". Στην ίδια διάγνωση καταλήγει και ο ορθοπαιδικός χειρούργος Τραυματιολόγος Δ.
Ε., ο οποίος αφού μελέτησε τον ιατρικό φάκελο της ενάγουσας και εξέτασε αυτήν στις 5-1-2018, γνωμάτευσε ότι τα αναφερόμενα προβλήματα από την ΑΜΕΕ οφείλονται στην εκφυλιστική δισκοαρθροπάθεια στο Α5-Α6 διάστημα που δεν έχει σχέση με τον τραυματισμό της στο τροχαίο ατύχημα αλλά προϋπήρχε τούτου (βλ. την από 13-1-2018 ιατρική γνωμάτευση του ανωτέρω, που προσκομίζει μετ'επικλήσεως η εφεσίβλητη).
Η περί του αντιθέτου γνωμάτευση της ορθοπαιδικού - χειρούργου -τραυματιολόγου Ε. Σ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εκκαλούσα, ότι δηλαδή η επώδυνη δυσκαμψία του αυχένα της ενάγουσας και ο ευθειασμός της ΑΜΕΕ, αποτελούν απόρροια του τροχαίου ατυχήματος δεν παρέχει πίστη στο Δικαστήριο, αφού από τις προαναφερόμενες εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας της, προκύπτει ότι οι βλάβες αυτές προϋπήρχαν του ατυχήματος και δεν είχαν εντωμεταξύ ιαθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αβάσιμα κατ'ουσίαν τα αγωγικά κονδύλια για διενέργεια περαιτέρω μελλοντικών φυσικοθεραπειών, πλην αυτών (συνολικά 30) για τις οποίες επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 1.200 €, για θεραπεία σε κέντρα υπερβαρικής ιατρικής και για αγωγή με ειδικά φαρμακευτικά σκευάσματα βιταμινών του συμπλέγματος Β, τα οποία συνιστώνται από την ως άνω ιατρό, θεραπεία.
Εξάλλου που δεν αποδεικνύεται ότι ακολουθούσε η ενάγουσα, αφού ουδέν προς τούτο αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης της, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 28-7-2016 η ενάγουσα επισκέφθηκε την ιατρό ψυχολόγο-ψυχίατρο Κ. Σ., η οποία γνωμάτευσε ότι πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη, φοβική και νευροφυτική διαταραχή.
Στην ίδια γνωμάτευση αναφέρεται ότι η ενάγουσα τελεί υπό φαρμακευτική αγωγή με Seropram και Lexotanil και ψυχολογική υποστήριξη, της συνεστήθη δε η εξακολούθηση της ίδιας φαρμακευτικής αγωγής και ψυχολογικής υποστήριξης για έξι τουλάχιστον μήνες και επανεξέταση. Η ψυχιατρική, όμως, αυτή πάθηση της ενάγουσας δεν προκλήθηκε συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, αλλά προϋπήρχε τούτου, αφού όπως προκύπτει από το βιβλιάριο υγείας της, ήδη από το 2009 συνταγογραφούντο σ'αυτήν αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ενώ στις 29-12-2011 παραπέμφθηκε στην ΑΥΕ για αναρρωτική άδεια 5 ημερών, λόγω καταθλιπτικής συνδρομής.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε κατόπιν τούτου, το αγωγικό κονδύλιο ύψους 300€ για τη χορήγηση ψυχολογικής και ψυχιατρικής υποστήριξης, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ο περί του εναντίου ισχυρισμός της ενάγουσας με τον τρίτο λόγο της έφεσης της. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 22-2-2017 η ενάγουσα εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νευρολογικού Τμήματος του νοσοκομείου ΚΑΤ με αναφερόμενη μυϊκή δραστηριότητα-σπασμό δεξιού κάτω βλεφάρου με επέκταση στο δεξιό ζυγωματικό, διαγνώσθηκε δε καλοήθης μυοκυμία βλεφάρου.
Της συστήθηκε MRI εγκεφάλου και επανεκτίμηση. Η MRI εγκεφάλου απέβη αρνητική εκτός από ήπιες παχυβλεννογονιτικού τύπου αλλοιώσεις στα ιγμόρεια και τον σφηνοειδή κόλπο (ιγμορίτις). Οι μυοκυμίες αυτές, σύμφωνα με την από 2-3-2017 γνωμάτευση της νευρολόγου Κ. Γ., οφείλονται στο υποκείμενο κάταγμα του ιγμορίου και συνεστήθη στην ενάγουσα μυοχαλαρωτική φαρμακευτική αγωγή.
Στις 23-5-2017 η ενάγουσα εξετάστηκε από πλαστικό χειρούργο του νοσοκομείου "ΚΑΤ", ο οποίος διαπίστωσε μετατραυματική ουλή μήκους 1,5 cm στην υποκόγχια περιοχή (ΔΕ) του προσώπου της, και γνωμάτευσε πιθανή χειρουργική παρέμβαση για την αισθητική βελτίωση της περιοχής, κατά την κλινική εξέταση της ενάγουσας στις 5-1-2018 από τον προαναφερόμενο ιατρό Δ.
Ε. διαπιστώθηκε ήπια δυσκαμψία στην κινητικότητα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης οφειλόμενη όμως στην εκφυλιστική δισκοαρθροπάθεια της ΑΜΕΕ, που προϋπήρχε του τραυματισμού της, έλλειψη άλγους στο θώρακα και στις αναπνευστικές κινήσεις, φυσιολογική, νευρολογικά αισθητικότητα σε όλες τις ριζιτικές κατανομές και φυσιολογική μυϊκή ισχύ σε όλες τις μυϊκές ομάδες των άνω άκρων, εικόνα που συνάδει με το από 4-7-2016 ηλεκτρομυογράφημα -ηλεκτρονευρογράφημα των άνω άκρων, και πώρωση του κατάγματος της εγκάρσιας απόφυσης και των καταγμάτων των πλευρών.
Ο εν λόγω ιατρός εκτιμά ότι ο απαιτούμενος χρόνος πώρωσης των καταγμάτων ήταν 2-3 μηνών και ότι κατά το διάστημα αυτό η ενάγουσα ήταν ανίκανη να εργαστεί και να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως, ενώ κρίνει ως απαραίτητες για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας της 20- 30 συνεδρίες φυσικοθεραπείας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από την επέλευση του ατυχήματος, ήτοι από 4-7-2016 έως και 3-10-2016, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω της φύσης, του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών που είχε υποστεί και έχρηζε ως εκ τούτου των υπηρεσιών αποκλειστικού νοσοκόμου-οικιακού βοηθού.
Τις σχετικές ως άνω υπηρεσίες προσέφερε σ' αυτήν, τόσο κατά το διάστημα της νοσηλείας της στο νοσοκομείο, όσο και κατ'οίκον, επί 12ωρο ημερησίως για τους πρώτους 1,5 μήνες και επί 8ωρο ημερησίως για τους υπόλοιπους 1,5 μήνες, ο αδελφός της Π. Α., άνευ ανταλλάγματος, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του και σε βάρος των λοιπών υποχρεώσεών του, επιπλέον αυτών που θα της προσέφερε στα πλαίσια του ηθικού χρέους του προς αυτήν, οι οποίες κάλυπταν την ως άνω ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικού νοσοκόμου-οικιακού βοηθού.
Εάν για τις υπηρεσίες αυτές η ενάγουσα προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο, θα ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει, ως αμοιβή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό των 500€ μηνιαίως για τους πρώτους 1,5 μήνες και το ποσό των 400€ μηνιαίως για τους υπόλοιπους 1,5 μήνες και συνολικά για το προαναφερόμενο διάστημα το ποσό των 1.350 €.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο προσδιόρισε την πλασματική αυτή δαπάνη της ενάγουσας στο ποσό των 800 € (400 X 2 μήνες) έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος έφεσης. Σημειώνεται ότι στο προαναφερόμενο κονδύλιο έχει συνυπολογιστεί και το διάστημα της ενδονοσοκομειακής νοσηλείας της ενάγουσας (από 10-7-2016 έως 15-7-2016) για τις αντίστοιχες υπηρεσίες του αδελφού της πέραν της φροντίδας του νοσηλευτικού προσωπικού και πρέπει να απορριφθεί ο περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο έφεσης, ισχυρισμός της ενάγουσας περί σιωπηρής απόρριψης του αγωγικού κονδυλίου για το διάστημα αυτό, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο επιδικασθέν ποσό συμπεριέλαβε το εν λόγω διάστημα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για χρονικό διάστημα 60 ημερών από τον τραυματισμό της, μη περιλαμβανομένου του χρόνου νοσηλείας της στο νοσοκομείο ΚΑΤ, έχρηζε και ελάμβανε, κατά προφορική σύσταση των θεραπόντων ιατρών της, για την ταχύτερη επούλωση των καταγμάτων, βελτιωμένη τροφή, ήτοι τέτοια πλούσια σε λεύκωμα, χωρίς λίπη και υδατάνθρακες, δαπανώντας προς τούτου το ποσό των 5€ ημερησίως επιπλέον της συνήθους διατροφής της, και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 300€ (5€ X 60 ημ.).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο προσδιόρισε την, από την αιτία αυτή, ζημιά της ενάγουσας στο ποσό των 90€ (3€ X 30 ημ.) έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος της έφεσης, περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε αφενός η συνεπεία του ατυχήματος καταστροφή των αναφερομένων στην αγωγή προσωπικών ειδών της ενάγουσας (φόρεμα, στηθόδεσμος, ρολόι)?και αφετέρου η αξία εκάστου τούτου, αφού ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυς (αδελφός της) κατέθεσε ότι ουδέν γνωρίζει ως προς το κονδύλιο αυτό, ενώ δεν προσκομίστηκαν έγγραφα στοιχεία αγοράς των άνω πραγμάτων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, ως αβάσιμο κατ'ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω, η συνολική ζημία της ενάγουσας, περιλαμβανομένων και των κονδυλίων που έγιναν πρωτοδίκως δεκτά και δεν πλήττονται με την έφεση, ανέρχεται στο ποσό των 5.325,23 € .......εκ του οποίου ποσό 3.998,23 €, που συνδέεται με τον τραυματισμό της (845,58+302,65 +1200 + 1350 +300) πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της (30%), ήτοι κατά το ποσό των 1199,46 € ανερχομένου του ποσού που πρέπει να της επιδικαστεί σε 4.125,77 € ....Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη συνεπεία της σε βάρος της αδικοπραξίας, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της ενδίκου αδικοπραξίας, της αποκλειστικής υπαιτιότητας ως προς την επέλευση του ατυχήματος, του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου, της συνυπαιτιότητος της ενάγουσας στην έκταση του τραυματισμού της, του είδους και της εκτάσεως τούτου, του χρόνου νοσηλείας της, του είδους και της εκτάσεως των θετικών ζημιών της, της ηλικίας της κατά το χρόνο του ατυχήματος (48 ετών) της στενοχώριας και ταλαιπωρίας της και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως της (πριν το ατύχημα ασχολείτο με την κατασκευή κοσμημάτων), στο ποσό των 10.000 €, το οποίο κρίνεται εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητος".
Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής, που αφορούν στην θεραπεία κακώσεων της ΑΜΣΣ της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, ήτοι φυσικοθεραπείας, θεραπείας σε κέντρα υπερβαρικής ιατρικής και λήψης ειδικών σκευασμάτων βιταμίνης Β), ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, για να καταλήξει στο άνω πόρισμα διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και χωρίς λογικά κενά, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (άρθρα 297, 298 και 914 του ΑΚ), ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ως άνω ζημιογόνου (τροχαίου) συμβάντος και των συμπτωμάτων της σωματικής υγείας, ήτοι των κακώσεων της ΑΜΣΣ, και ψυχικής της υγείας της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, που διαγνώστηκαν μετά το ένδικο συμβάν.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται και αναπτύσσονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την πρόκληση σωματικών βλαβών μετά το ατύχημα και την ύπαρξη όσων υπήρχαν πριν από αυτό, και συγκεκριμένα εκτίθεται ότι η εκφυλιστική δισκοαρθροπάθεια στο Α4-Α5, Α5-Α6 επίπεδο με σκολίωση της ΑΜΕΕ με επίκεντρο το Α5-Α6 διάστημα, και ο ευθειασμός της ΑΜΕΕ είχαν διαγνωσθεί στην από 22-7-2016 αξονική τομογραφία με την εκεί αναφερόμενη περιγραφή και επομένως δεν προκλήθηκαν συνεπεία του ατυχήματος, αλλά προϋπήρχαν τούτου τουλάχιστον από το έτος 2009.
Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι οι εν λόγω κακώσεις δεν προκλήθηκαν συνεπεία του ατυχήματος, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, εκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ., αλλά οι αναφερόμενες αιτιάσεις, αφορούν αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό των 10.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, βάσιμος κρίνεται ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η ενάγουσα- αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε σε αυτήν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό της, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο όμως είναι δυσανάλογο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, ενόψει και του βαθμού υπαιτιότητας και των συνεπειών του τραυματισμού της. .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την ουσιαστική παραδοχή του τετάρτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμ. 2699/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
Και, Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ