Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's assessment of medical billing evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court misinterpreted medical invoices to prove he was an independent contractor rather than an employee. The court rejected this claim, ruling that the appellate court's evaluation of the evidence fell within its discretionary power and was not subject to appellate review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(4), 561(1) and (2) of the Civil Procedure Code; The Supreme Court's review of a lower court's assessment of evidence in a labor dispute is limited to checking for legal errors, not re-evaluating factual findings or the interpretation of documentary evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1801 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1801/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θωμά, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Σιγάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/9/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης 38/23.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2/7.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 1.8.2017 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αγρινίου 85/2017 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος-αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 247/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε την από 25.1.2014 και με αριθμό κατάθεσης 51/3.2.2014 αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός επικαλείτο ότι από τις 19.2.1997, ως ιατρός παθολόγος, απασχολείτο στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του επιστημονικού υπεύθυνου του παθολογικού τμήματος της κλινικής της, ότι στις 2.1.2014 η εναγομένη -αναιρεσίβλητη του κοινοποίησε την από 31.12.2013 καταγγελία της ως άνω σύμβασης και του κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης μικρότερη της νόμιμης και ότι για τη χρονική περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2013 δεν του κατέβαλε τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις εφημερίες ετοιμότητας και με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς του ζητούσε να υποχρεωθεί η αντίδικός του να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 57.743,05 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην αγωγή.
Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1.8.2017 και με αριθμό κατάθεσης 85/2017 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθέντα διάδικο, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος στις 23.10.2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 7.1.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 163/2021, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 666/2009).
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 163/2021, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 312/2011).
Η δε παροχή των υπηρεσιών αυτών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς κοινούς συμφωνηθέντες όρους, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τη σχέση ως εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών (σχετ. Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 997/2017). Ακόμη δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η μη ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η μη χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών (ΑΠ 163/2021, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 666/2009).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και με βάση εκείνα που στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία προσδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό στην καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς ν` ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ` αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 997/2017, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 997/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 997/2017).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την επισκόπησή της προκύπτει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και συνακόλουθα απορριπτέος (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι ιατρός παθολόγος και κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1997 κατάρτισε με την εναγομένη προφορική σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής του Παθολογικού Τμήματος στην κλινική της στο Αγρίνιο.
Ο ενάγων μέχρι τα τέλη του μηνός Ιανουάριου του έτους 2009 παρείχε τις υπηρεσίες του στην κλινική έναντι αμοιβής με ελεύθερο ωράριο, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγόμενης. Στην κλινική εξέταζε όχι μόνο ασθενείς της εναγόμενης, αλλά και δικούς του εξωτερικούς πελάτες και για το λόγο αυτό είχε μισθώσει ιδιαίτερο χώρο εντός της κλινικής, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως ιδιωτικό ιατρείο, καταβάλλοντας μίσθωμα στην εναγόμενη 30.000 δρχ., ή 1.056,50 ευρώ ετησίως κατά τα έτη 2011-2013 για τις υπηρεσίες δε αυτές εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών θεωρημένες από την αρμόδια ΔΟΥ, ενώ ίδιες αποδείξεις (εξοφλητικές) εξέδιδε προς την εναγόμενη όταν πληρωνόταν από αυτή.
Ενόψει της εγκυκλίου 56641/7814/17-7-2008 του Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (ΤΣΑΥ), την οποία η εναγόμενη ερμήνευσε ότι επιβάλλει οι ιατροί υπεύθυνοι τμημάτων πρέπει να ασφαλίζονται στο ΙΚΑ, οι διάδικοι κατάρτισαν την από 16-2-2009 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη την 1-2-2009, βάσει της οποίας ο ενάγων θα παρείχε στην εναγόμενη τις ιατρικές του υπηρεσίες απασχολούμενος επί 5νθήμερο εβδομαδιαίως με 4ωρη ημερήσια απασχόληση τις ώρες 09.00 - 13.00 και με μηνιαίο μισθό 1.063,18 ευρώ και ωρομίσθιο 12,76 ευρώ.
Επακολούθησε γνωστοποίηση των όρων της εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας και η αναγγελία της πρόσληψης στον ΟΑΕΔ. Στις 2-1-2014 η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και του κατέβαλλε αποζημίωση απόλυσης 2.348,57 ευρώ. Όμως η ανωτέρω σύμβαση ήταν προσχηματική και καταρτίσθηκε για να καλυφθεί ο ενάγων ασφαλιστικά ως μισθωτός.
Και μετά την ανωτέρω σύμβαση μερικής απασχόλησης, βάσει της οποίας ο χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος συνέπιπτε με τον χρόνο που μέχρι τότε παρείχε τις υπηρεσίες του, ο ενάγων εξακολουθούσε να προσφέρει στην εναγόμενη τις ίδιες υπηρεσίες ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, ήτοι μέσα στο καθορισμένο ωράριό του (09.00 - 13.00) εξέταζε και ασθενείς της εναγόμενης και δικούς του πελάτες διατηρώντας εντός της κλινικής ιδιωτικό ιατρείο, η δε διατήρηση στο λογιστήριο της εναγόμενης δύο καρτελών στο όνομά του, δηλαδή μία ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και μία ως μισθωτός αποτελεί άμεση απόδειξη της έννομης σχέσης των διαδίκων, ήτοι εκείνης της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, διότι ουδείς λόγος συνέτρεχε από την 1-2-2009 και μετέπειτα η εναγόμενη να διατηρεί τέτοια καρτέλα με τα χρήματα που λάμβανε ο ενάγων, εάν η έννομη σχέση τους ήταν αυτή της παροχής εξαρτημένης εργασίας.
Το ανωτέρω συμπέρασμα της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και μετά τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης ενισχύεται και από τα εξής γεγονότα: Ο ενάγων εξακολουθούσε να καταβάλλει μίσθωμα στην εναγόμενη μέχρι τη λύση της σχέσεως αυτού με την εναγομένη για το ιδιωτικό ιατρείο που διατηρούσε στην κλινική ποσού 1.056,50 ευρώ, υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής μισθώματος που εξέδιδε η εναγόμενη σύμφωνα με τις σχετικές 2/30-12-2011, 6/28-12-2012, 9/18-12-2013 αποδείξεις που προσκομίζει η εναγόμενη.
Για τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην εναγόμενη ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη, νόμιμα θεωρημένες από την αρμόδια ΔΟΥ, ήτοι για τις ιατρικές του υπηρεσίες το έτος 2012 εξέδωσε τις αποδείξεις 240/30-5-2012 ποσού 11.554,87 ευρώ και 246/31-12-2012 ποσού 8.000 ευρώ, για το έτος 2013 τις αποδείξεις 4/12-6-2013 ποσού 7.891,74 ευρώ, 5/12-6-2013 ποσού 9.634,13 ευρώ, 14/25-10-2013 ποσού 6.307,01 ευρώ, 18/18-12-2013 ποσού 2.553,76 ευρώ.
Η έκδοση των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών προς τον εργοδότη για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος δεν δικαιολογείται ως πληρωμή αποδοχών του, αλλά τούτο συνέβαινε εφόσον επρόκειτο για την παροχή εκ μέρους του ανεξάρτητων υπηρεσιών. Άλλωστε, η διαφοροποίηση των ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, τις οποίες ο ενάγων συμπλήρωνε και υπέβαλε στο λογιστήριο της εναγόμενης για να πληρωθεί, υποδεικνύουν ότι η αμοιβή του δεν ήταν μόνο από συμφωνηθέντα σταθερό μισθό, αλλά ανάλογα και με τον αριθμό των ασθενών που παρακολουθούσε στην κλινική για λογαριασμό της εναγόμενης.
Βέβαια η εναγόμενη, παρά την άρνησή της ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πραγματική σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά αυτή της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης και τα επιδόματα εορτών και άδειας, γεγονότα που αρμόζουν μόνο σε σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Όμως οι καταβολές αυτές, αληθείς υποτιθέμενες, έγιναν από νομική άγνοια της εναγόμενης στα πλαίσια της από 16-2-2006 (εννοεί της από 16.2.2009) σύμβασης εργασίας, την οποία εσφαλμένα εξέλαβε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν οφείλονται τα ποσά αυτά, αφού επί παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία. [...].Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ύστερα από ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τον εκκαλούντα κρίνονται κατ' ουσία αβάσιμα και απορριπτέα καθώς και η έφεση στο σύνολό της".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες περί του ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερευνώνται ενιαίως και με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες της με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν πείσθηκε στη βασιμότητα των περιλαμβανόμενων στην ένδικη αγωγή ισχυρισμών του, ότι, δηλαδή, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επικαλούμενος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση:
α) δεν παρατίθεται αιτιολογία- αποδεικτικό στοιχείο (έγγραφο -μαρτυρική απόδειξη), ούτε παρατίθενται πραγματικά περιστατικά ή εξ εγγράφων αποδεικνυόμενα πράγματα αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη των υπ' αυτού ισχυρισθέντων (και κατ' αυτόν αποδειχθέντων) γεγονότων ότι είχε συγκεκριμένο ωράριο, δεν επέλεγε ο ίδιος το χρόνο απασχόλησής του στην αναιρεσίβλητη, ακολουθούσε τις οδηγίες της και τελούσε υπό εποπτεία της, β) δεν αιτιολογείται από ποιο αποδεικτικό στοιχείο εξήγαγε το συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων καθ' όλη εν γένει τη χρονική περίοδο απασχόλησής του είχε ελεύθερο ωράριο και γ) περιλαμβάνονται οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων ήταν διευθυντής του παθολογικού τμήματος, (συνεπώς, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν υπεύθυνος για την υγεία απεριόριστου αριθμού προσώπων -ασθενών) και ότι αυτός καθόριζε το ωράριο μετάβασής του στις εγκαταστάσεις της και την εν συνεχεία παροχή των ιατρικών του υπηρεσιών, που είναι αντιφατικές, καθώς από αυτές συνάγεται και το συμπέρασμα ότι το διάστημα που ο αναιρεσείων αποφάσιζε να μην μεταβεί στην κλινική, στο χώρο δραστηριοποίησής της, η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ήταν πραγματικά ακάλυπτη ως προς το περιθαλπτικό της έργο.
Οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στις οποίες περιλαμβάνονται και πραγματικά επιχειρήματα αυτού υπέρ των απόψεών του, δεν ιδρύουν το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι αναφέρονται σε επικαλούμενες ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, επιπλέον, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διατυπώνεται σαφώς και είναι σύμφωνο με τις ως άνω παρατεθείσες παραδοχές της ότι: (α) ο ενάγων -αναιρεσείων, ιατρός παθολόγος, καθ' όλη την ένδικη χρονική περίοδο παρείχε τις υπηρεσίες του ως διευθυντής του παθολογικού τμήματος στην κλινική της εναγομένης -αναιρεσίβλητης στο Αγρίνιο χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και στην εποπτεία αυτής, (β) κατά τον χρόνο απασχόλησής του εξέταζε όχι μόνο ασθενείς της, αλλά και δικούς του εξωτερικούς πελάτες στο ιδιαίτερο χώρο εντός της κλινικής της, τον οποίο είχε μισθώσει και χρησιμοποιούσε ως ιδιωτικό του ιατρείο, (γ) για τις υπηρεσίες που παρείχε μέχρι τις 31.1.2009 εισέπραττε από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη αμοιβή, εκδίδοντας αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και (δ) μετά την έκδοση της με αριθμό 56641/7814/17.7.2008 εγκυκλίου του Ταμείου Συντάξεως Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών και προς συμμόρφωση με αυτή οι διάδικοι συνήψαν την από 16.2.2009 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, χωρίς να μεταβληθεί ο ως άνω τρόπος παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ο οποίος, εξακολούθησε να αμείβεται για τις ιατρικές του υπηρεσίες στην αντίδικό του και με αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, διαφορετικών ποσών η καθεμία, τις οποίες ο ίδιος εξέδιδε.
Τέλος, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το σκέλος τους με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι όποιος εκδίδει στον εργοδότη αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (θεωρημένων από τη ΔΟΥ) και όχι απόδειξη λήψης μισθού, παρέχει ανεξάρτητες υπηρεσίες, είναι απορριπτέοι διότι αφενός πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αφετέρου στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι η φύση της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης αποδεικνυόταν από την υπό του αναιρεσείοντος έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, την έκδοση των οποίων απλώς συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά συνέπεια, οι ως άνω από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 237/2019, ΑΠ139/2014).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 237/2019). Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι: (α) αν και στις προτάσεις της αντιδίκου του, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, στα πρακτικά αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και στο "εν γένει υλικό της σχηματισθείσας δικογραφίας", ουδαμού περιλαμβάνεται -αποτυπώνεται ο ισχυρισμός- το επιχείρημα - ή η ένσταση της αντιδίκου του ότι οφείλεται σε νομική της άγνοια η εκ μέρους της καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και επιδομάτων εορτών (γεγονότα που κατά τον αναιρεσείοντα αρμόζουν μόνο σε σχέση εξαρτημένης εργασίας), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτόν ισχυρισμό και αναίρεσε την ουσιαστικά δικαστική της ομολογία, (β) δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της εναγομένης αναιρεσίβλητης, η οποία κατά λέξη παρατίθεται στις πρωτόδικες προτάσεις της ως εξής: "Με τον αντίδικο η εταιρεία μας κατά την κρίσιμη περίοδο (2009-2013) συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης ως υπεύθυνος του παθολογικού τμήματος της κλινικής μας (επιστημονικός διευθυντής κλινικής)" και (γ) χωρίς να υφίσταται σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, ότι η αμοιβή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος συνδεόταν με οποιονδήποτε τρόπο με τον αριθμό των ασθενών, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τούτο συνέβαινε.
Από την επισκόπηση των από 7.1.2015 και από 13.5.2019 προτάσεων, τις οποίες η εναγομένη -εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος αντίστοιχα, κατά την εκδίκαση της ένδικης, από 25.1.2014, αγωγής και της από 1.8.2017 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία (επισκόπηση) ο Άρειος Πάγος προβαίνει για την έρευνα της βασιμότητας του πρώτου σκέλους του ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν στα εξής:
Στις από 7.1.2015 πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης -αναιρεσίβλητης (βλ. τελευταία πρόταση της 3ης σελίδας και τελευταία παράγραφος της 5ης σελίδας αντίστοιχα) και προς θεμελίωση της ένστασής της περί ολοσχερούς εξόφλησης των αιτουμένων με την ένδικη αγωγή κονδυλίων, περιέχονται κατά λέξη οι ισχυρισμοί της: " Ο αντίδικος έχει πλήρως εξοφληθεί για τα επιδόματα εορτών και αδείας την περίοδο 2009-2014 για τις εκ της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αξιώσεις του [...]" και "Ο αντίδικος συνδεόταν με την κλινική μας με σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Κατόπιν υποδείξεως από το λογιστήριό μας ότι για τους επικεφαλής των τμημάτων μας ήταν υποχρεωτική η ασφάλισή τους στο Ι.Κ.Α. από 1/2/2009 τον προσλάβαμε με μερική απασχόληση για το χρόνο που εκτελούσε τις εργασίες διεύθυνσης του παθολογικού τμήματος (4 ώρες ημερησίως), ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθούσε να παρέχει τις εργασίες του ως ανεξάρτητος επιτηδευματίας και αμειβόταν, όπως και προηγουμένως, με αποδείξεις και εν συνεχεία με τιμολόγια παροχής υπηρεσιών".
Οι ίδιοι κατά λέξη ισχυρισμοί, πάλι προς θεμελίωση της περί εξόφλησης ένστασής της, αναγράφονται και στις από 13.5.2019 προτάσεις της, τις οποίες η εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (βλ. 2η πρόταση της 6ης σελίδας και 3η παράγραφο της 8ης σελίδας) Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (βλ. 2ο φύλλο αυτής), αποφάνθηκε ως προς τους ως άνω ισχυρισμούς ότι: "Βέβαια η εναγομένη, παρά την άρνησή της ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πραγματική σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αυτή της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης και τα επιδόματα εορτών και αδείας, γεγονότα που αρμόζουν μόνο σε σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Όμως οι καταβολές αυτές, αληθείς υποτιθέμενες, έγιναν από νομική άγνοια της εναγομένης στα πλαίσια της από 16.2.2006 (εννοεί της από 16.2.2009) σύμβασης εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν οφείλονται τα ποσά αυτά, αφού επί παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία". Από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω παραδεκτά προταθέντες περί ολοσχερούς εξόφλησης ισχυρισμούς της εναγομένης -εφεσίβλητης -αναιρεσίβλητης, τους οποίους και ερεύνησε στο πλαίσιο της απόδειξης της συνδέουσας τους διαδίκους εννόμου σχέσης, με βάση τα ενώπιόν του εισφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμα. Εξάλλου, το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ομολογία αυτής ότι τη χρονική περίοδο των ετών 2009 - 2013 οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, είναι αβάσιμος, διότι η μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων (όπως η ομολογία) δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Τέλος, η ακόλουθη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "Άλλωστε η διαφοροποίηση των ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, τις οποίες ο ενάγων συμπλήρωνε και υπέβαλε στο λογιστήριο της εναγομένης για να πληρωθεί, υποδεικνύουν ότι η αμοιβή του δεν ήταν μόνο από το συμφωνηθέντα σταθερό μισθό, αλλά ανάλογα και με τον αριθμό των ασθενών που παρακολουθούσε στην κλινική για λογαριασμό της εναγομένης" δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν συνιστά, δηλαδή, αυτοτελή ισχυρισμό δυνάμενο να στηρίξει ένσταση και μη προταθέντα από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη, αλλά αποτελεί συμπέρασμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε από την, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, και το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 517/2017). Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 751/2017, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον τέταρτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τις τεθείσες υπόψιν του αποδείξεις: 240/30.5.2012 ποσού 11.554,87 ευρώ, 246/31.12.2012 ποσού 8.000 ευρώ, 4/12.6.2013 ποσού 7.891,74 ευρώ, 5/12.6.2013 ποσού 9.634,13 ευρώ, 14/25.10.2013 ποσού 6.307,01 ευρώ και 18/18.12.2013 ποσού 2.553,76 ευρώ, επικαλούμενος ότι από αυτές συνήγαγε, χωρίς να προκύπτει από το περιεχόμενό τους, ότι αποδεικνύουν διαφορετικό εκάστοτε αριθμό ασθενών, επομένως αμοιβή που προσιδιάζει σε ελεύθερο επαγγελματία και όχι σε εργαζόμενο με εξαρτημένη εργασία, συμπέρασμα που ούτε η αντίδικός του επιχείρησε να ισχυρισθεί.
Έχοντας αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε τα προαναφερθέντα έγγραφα, δεχόμενο ότι αυτά περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά παραπονείται για το (εσφαλμένο κατά τον αναιρεσείοντα) πόρισμα που το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ότι "η διαφοροποίηση των ποσών στις ανωτέρω αποδείξεις, τις οποίες ο ενάγων συμπλήρωνε και υπέβαλε στο λογιστήριο της εναγομένης για να πληρωθεί, υποδεικνύουν ότι η αμοιβή του δεν ήταν μόνο από τον συμφωνηθέντα σταθερό μισθό, αλλά ανάλογα και με τον αριθμό των ασθενών που παρακολουθούσε στην κλινική για λογαριασμό της εναγομένης".
Συνεπώς, το παράπονο του αναιρεσείοντος αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, η οποία (εκτίμηση) εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου. Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος (αναπόδεικτος) και εκ του ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει στον Άρειο Πάγο τις επικαλούμενες από αυτόν αποδείξεις που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, προκειμένου να επισκοπηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό τους ως προς τη βασιμότητα του σφάλματος του Εφετείου. Επομένως, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η από 23.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης 38/2020 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού της αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης 38/23.10.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2/7.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ