Legislator Case Law & Legislation
1801/2018 AI generated

1801/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1801/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου-Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1801/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): S., ο οποίος κρατείτο στο παραπάνω Αστυνομικό Τμήμα για διοικητικούς λόγους, κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου και ενώ έδινε ρούχα στον ως άνω κρατούμενο, έρριψε εντός του κρατητηρίου ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους 0,3 γραμμαρίων και δύο ναρκωτικά δισκία που περιέχουν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία τραμαδόλη, γεγονός το οποίο αντιλήφθηκε ο σκοπός κρατητηρίων της ανωτέρω υπηρεσίας.

Keywords

AI generated
possession of narcotics unlawful departure deportation despite health issues sexual act with a prisoner qualified narcotics offense aggravated drunk driving
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1801 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1801/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαηλιάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου-Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 107/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης H.A. του M., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Παναγιώτη Λασκαρίδη, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθ. 108/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.2643/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθ. πρωτ. 11733/13-12-2017 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2018.

Αφού άκουσε

Τον ορισθέντα δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 11733/13-12-2017, αίτηση-δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 2643/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών σε αστυνομικό κρατητήριο και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

II. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ ...". Κατά δε το άρθρο 22 του ίδιου νόμου : 1. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ τιμωρείται, σύμφωνα με την παρ. 2, "όποιος παράνομα: α) διακινεί ναρκωτικά σε ... αστυνομικά κρατητήρια ...".

III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 22-4-2013 η κατηγορουμένη, ενεργώντας με πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, διακίνησε σε αστυνομικό κρατητήριο, στη …, απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία και ναρκωτικά δισκία και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στο Β' Α/Τ Γλυφάδας, επί της οδού …, περί ώρα 17:30, προκειμένου να επισκεφτεί τον κρατούμενο M.

S., ο οποίος κρατείτο στο παραπάνω Αστυνομικό Τμήμα για διοικητικούς λόγους, κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου και ενώ έδινε ρούχα στον ως άνω κρατούμενο, έρριψε εντός του κρατητηρίου ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους 0,3 γραμμαρίων και δύο ναρκωτικά δισκία που περιέχουν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία τραμαδόλη, γεγονός το οποίο αντιλήφθηκε ο σκοπός κρατητηρίων της ανωτέρω υπηρεσίας.

Ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί τοξικομανίας, που υπέβαλε δια του συνηγόρου της, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και δη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της δεν προκύπτει τοξικομανία αυτής και χρήση ναρκωτικών ανάλογη του είδους και της ποσότητας που εισήγαγε στο άνω Α/Τ.

Τα έγγραφα αυτά (από το Κρατικό Νοσοκομείο Θηβών) αφορούν ιατρικές γνωματεύσεις μετά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξεως και κυρίως παραπέμπουν αυτή σε ψυχιατρική εξέταση, ενώ από το υπ' αρ. πρωτ. 1847/25-5-2017 έγγραφο του Κ.Α.Τ.Κ. Ελεώνα Θηβών δεν προκύπτει τοξικομανία της, ούτε προσήλθε στον διορισθέντα από τον ανακριτή ιατρό πραγματογνώμονα Ε.

Μ.. Ενόψει των προεκτεθέντων δεν αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο τέλεσης της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, συνέτρεχε η εξάρτησή της από τα ναρκωτικά, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλει με τη δική της δύναμη και ότι την ανωτέρω ποσότητα κατείχε για δική της αποκλειστικά χρήση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται.

Κατά συνέπειαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιοποίνου πράξεως που της αποδίδεται. Πρέπει, όμως, να της αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί αναγνωρίσεως σ' αυτή και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ, καθόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε προδήλως διακριτή συμπεριφορά αυτής ως κρατούμενης".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα του ότι "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, εκ προθέσεως ενεργώντας και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, τέλεσε το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών σε αστυνομικό κρατητήριο, που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή.

Ειδικότερα, στη …, την 22.4.2013, διακίνησε σε αστυνομικό κρατητήριο απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία και ναρκωτικά δισκία και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στο Β Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας (οδός …), περί ώρα 17:30, προκειμένου να επισκεφτεί τον κρατούμενο M. S., ο οποίος κρατείτο στο παραπάνω Αστυνομικό Τμήμα για διοικητικούς λόγους, κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου και ενώ έδινε ρούχα στον ανωτέρω κρατούμενο, έρριψε εντός του κρατητηρίου ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους 0,3 γραμμαρίων και δύο ναρκωτικά δισκία που περιέχουν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία τραμαδόλη, γεγονός το οποίο αντιλήφθηκε ο σκοπός κρατητηρίων της ανωτέρω υπηρεσίας.

Με τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο διακίνησε ναρκωτική ουσία σε αστυνομικό κρατητήριο".

V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών σε αστυνομικό κρατητήριο, για το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 του ΠΚ, 22 παρ. 2α-1 ν. 4139/2013 σε συνδ. με άρθρο 1 παρ. 1 -2 Πιν. Α' αρ. 6, πιν.Δ' Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι δεν παρέχεται στον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τους λοιπούς διαδίκους η δυνατότητα να ασκήσουν το εκ του άρθρου 358 του αυτού Κώδικα απορρέον δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθούν στην ανάγνωσή του (ΑΠ 1199/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει το λόγο της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη κρίση του επί της ενοχής το υπ' αρ. 13/3-12-2014 ένταλμα σύλληψης του 28ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, την υπ' αρ. 219/2015 πράξη-διάταξη της Προέδρου Εφετών Αθηνών και το υπ' αρ. 692/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδειχθέντα, προέκυψαν από τα έγγραφα που νόμιμα αναγνώσθηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης και δεν λήφθηκαν παντάπασιν υπόψη τα επικαλούμενα από την κατηγορούμενη έγγραφα, τα οποία άλλωστε δεν προκύπτει ότι ήταν αναγκαία για την επί της ουσίας κρίση.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VII. Η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει και του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία (ΑΠ 213/2015, ΑΠ 1317/2012). Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΑΠ 323/2017, ΑΠ 515/2015, ΑΠ 1206/2015, ΑΠ 613/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη της βασιμότητας του κρισιολογούμενου λόγου αναίρεσης, μετά την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε να κριθεί η κατηγορουμένη ως τοξικομανής, να μεταβληθεί η κατηγορία στο άρθρο 21 παρ. 1 β' ή 2 του Ν. 4139/2013 και να αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, πέραν εκείνης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ που αναγνωρίσθηκε. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, που προτάθηκαν κατά τα ανωτέρω εντελώς επιγραμματικά, εκτός από την πρόδηλη αοριστία τους, δεν προβλήθηκαν, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναπτύξεις, παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της πραγματικής και νομικής θεμελίωσής τους. Το Δικαστήριο, μολονότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν είχε σχετική υποχρέωση, εν τούτοις, ταυτόχρονα με την περί ενοχής της αναιρεσείουσας απόφασή του, διέλαβε ειδική αιτιολογία, με την οποία έκρινε ότι η τελευταία δεν ήταν άτομο που είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις καθώς και ότι εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 11733/13-12-2017, αίτηση-δήλωση της H. A., για αναίρεση της υπ' αρ. 2643/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ