Legislator Case Law & Legislation
1801/2014 AI generated

1801/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1801/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1801/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 2496/97 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim termination of insurance benefits theft insurance insurance coverage gap evasion of insurance contributions credit insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1801 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1801/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΥΘΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΑΒΕΕ" οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρακώστα.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA AΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ΑLPHA AΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαβδαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. από την οποία προκύπτει ότι η εταιρεία μετονομάστηκε σε "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4179/2004 μη οριστική, 4336/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 975/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 975/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4336/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια την εξαφάνισε και απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553 556,558,564,566 παρ.1ΚΠολΔικ],πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔικ] .

2.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33, 34 του ν. 2496/97,24 και 25 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι ο νόμος αυτός εφαρμόζεται τόσο στις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του (16.11.97), δηλαδή μετά εξάμηνο από την κατά την 16-5-1997 δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α` αρθ. 87/16-5-1997), όσο και σε εκείνες που είχαν μεν συναφθεί προηγουμένως, η ασφαλιστική όμως περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 2496/97 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.7 ν. 2496/1997: "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση".

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν καθιερώνεται δήλη ημέρα πληρωμής της υποχρέωσης του ασφαλιστή και έτσι αυτός καθίσταται υπερήμερος μόνον από την δικαστική ή εξώδικη όχληση αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ [ΑΠ 1413/2005,ΑΠ 293/2008].Περαιτέρω κατά το άρθρο 345 ΑΚ, επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.

Ο δανειστής, αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί υπερημερίας χρηματικής οφειλής, ο οφειλέτης υποχρεούται στην καταβολή τόκων υπερημερίας και σε αποκατάσταση της περαιτέρω θετικής ζημίας του δανειστή, από την επελθούσα μείωση της περιουσίας του.

Δεν δικαιούται, όμως, ο δανειστής να ζητήσει, ως ζημία του, το διαφυγόν κέρδος, το οποίο μπορούσε να πραγματοποιήσει με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή από τις ειδικές περιστάσεις, όπως προσδοκούσε [ΑΠ 344/2014].Η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 298 ΑΚ [στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί κατά περίπτωση και αξίωση με διαφυγόν κέρδος) ρυθμίζουν τις συνέπειες της αποζημιώσεως που απορρέει από αδικοπραξία και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής παροχής, που απορρέει από σύμβαση, όπως είναι και η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο το ασφάλισμα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως που αφορούσε η ασφαλιστική σύμβαση.

Όπως, επίσης δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 343 § 1 ΑΚ, που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του υπερήμερου οφειλέτη κάθε παροχής, εκτός από εκείνη της χρηματικής οφειλής που ειδικά ρυθμίζεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ. Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 967/1973).Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο [ΑΠ 878/2011].Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη.

Το τελευταίο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενεργεία, στην οποία υποχρεούται από τον νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 200,281,288 και 919 ΑΚ [ΑΠ 1346/2000].Τέλος ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται τα περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ.(Ολ. ΑΠ 18/1998),ενώ η ποσοτική αοριστία με τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔικ.

3.Στην προκειμένη υπόθεση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ επισκόπηση της από 12.2.2002 (αριθ. κατ. 1323/2002) αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε ισχυρισθεί ότι δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία...... από τη συνένωση της οποίας με την........... προέκυψε η εναγομένη, τις οποίες διαδέχθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, ασφαλίστηκε έναντι ασφαλίστρου που κατέβαλε, για το χρονικό διάστημα από 8-9-1998 έως 8-3-19 99 αρχικά και μετά από την υπ'αριθμ.187 πρόσθετη πράξη για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 έως 8-9-2000 μεταξύ άλλων και από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της πυρκαγιάς στο κτίριο και στα εμπορεύματά της καθώς και την εξ αιτίας της επέλευσης αυτού του ασφαλιστικού κινδύνου και από την απώλεια κερδών μέχρι του ασφαλιζόμενου ποσού, μετά από αύξηση του ποσού καλύψεως τον Φεβρουάριο του 2000,του 1.455.000.000 δραχμών.

Ότι στις 15.6.2000 επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος καθόσον εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις της με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς η μονάδα παραγωγής στο Α' όροφο στο εργοστάσιο της, με όλα τα εντός αυτού μηχανήματα, εργαλεία σκεύη πρώτες ύλες και λοιπά προϊόντα της και να υποστεί θετική ζημία ύψους πλέον του 1.500.000.000 δρχ., για την αποκατάσταση των οποίων έχει ασκήσει κατά της εναγομένης τις ....σχετικές αγωγές και ότι η τελευταία όλως αντισυμβατικά αλλά παράνομα και υπαίτια δεν της καταβάλει το προσδιορισθέν στα πλαίσια της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, που έλαβε χώρα σε εφαρμογή σχετικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ποσόν των 757.000.000 δρχ., αλλά επέδειξε απαράδεκτη συμπεριφορά προς την εν λόγω εταιρεία καθυστερώντας αδικαιολόγητα με διάφορες προφάσεις και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της τελευταίας την καταβολή του μη αμφισβητουμένου ασφαλίσματος, ούτε κατέθεσε δημόσια αυτό κατ' άρθρο 1287 ΑΚ προκειμένου να ικανοποιηθούν οι έχοντες προνόμια ενυπόθηκοι δανειστές, προσημειούχοι δανειστές και εκδοχείς πιστωτές της, οι οποίοι άσκησαν κύριες παρεμβάσεις στην ανοιγείσα με την ...........

αγωγή της δίκη, αξιώνοντας να τους καταβληθεί, εντόκως, η μεν εξ αυτών "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσόν των 214.460.678 δρχ., η δε "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσόν των 261.831.830 δρχ., ο Α. Π. το ποσόν των 200.000.000 δρχ. και η ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ το ποσό των 136.753.191 δρχ. Ότι η υπαίτια καθυστέρηση της εναγομένης επί 32 μήνες να ικανοποιήσει την πιο πάνω αξίωσή της, με έναν από τους παραπάνω τρόπους, αποτελεί αθέμιτη, παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί αυτή και να εξακολουθεί να υφίσταται περιουσιακή βλάβη, αφού το χρέος της προς τις Τράπεζες καθημερινά διογκώνονταν, σταμάτησε η παραγωγή, οι υπάλληλοι και οι εργάτες απολύθηκαν, τα αποθέματά της εξαντλήθηκαν κλπ.

Ότι πλην της αντιθέσεως της με τις γενικές αρχές του δικαίου, η συμπεριφορά της εναγομένης εμπίπτει και στην ρητή και ειδική πλέον ρύθμιση του άρθρου 7 παρ.7 του ν. 2496 / 1997 με αποτέλεσμα να δικαιούται αυτή [ενάγουσα] αποζημίωση για τις έμμεσες ζημίες που έχει υποστεί και πρόκειται να υποστεί στα επόμενα τρία χρόνια και συγκεκριμένα του κέρδους που μετά βεβαιότητας θα είχε αποκομίσει σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, από τη μεταπώληση των προϊόντων της σε τρίτους με τους οποίους είχε καταρτίσει τις σχετικές συμβάσεις.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό..............ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, να της καταβάλει το ποσόν των 6.144.923,80 ευρώ για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανωτέρω αδικοπρακτική αλλά και αντισυμβατική συμπεριφορά της, καθόσον κατέστη υπερήμερη ως προς τη καταβολή του μη αμφισβητουμένου από αυτήν πιο πάνω ποσού ασφαλίσματος 4.Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "....Υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητεί το διαφυγόν κέρδος για το χρονικό διάστημα των 6,5 μηνών από 1-1-2000 μέχρι 15-6-2000 που έλαβε χώρα η ένδικη πυρκαγιά είναι μη νόμιμη καθόσον εφόσον μέχρι την άνω ημεροχρονολογία δεν είχε επέλθει καν ο ασφαλιστικός κίνδυνος, όσον αφορά δε το διαφυγόν κέρδος ήτοι εκείνο που προσδοκούσε με πιθανότητα ότι θα αποκτήσει αν η εναγομένη-οφειλέτης εκπλήρωνε έγκαιρα τη χρηματική της οφειλή για το χρονικό διάστημα από 16-6-2000 έως 31-12-2005 αυτή είναι μη νόμιμη αφού κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αναφέρεται σε υποχρέωση χρηματικής οφειλής της εναγομένης που απορρέει από τη σύμβαση και επομένως σε περίπτωση υπερημερίας οφείλονται μόνο οι νόμιμοι ή από τη δικαιοπραξία τόκοι.......

Καθό μέρος δε η ενάγουσα πειράται να στηρίξει την περί αναγνώρισης οφειλής της εναγομένης να της καταβάλει το παραπάνω ποσόν προς αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας, οι διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι ωσαύτως μη νόμιμη καθόσον η όποια υποχρέωση της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας δεν απορρέει από πράξη ή παράλειψη που θα μπορούσε να γεννήσει υποχρέωση αποζημίωσης και χωρίς το συμβατικό δεσμό, αλλά από τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα ασφαλιστική σύμβαση χωρίς την ύπαρξη της οποίας ουδεμία υποχρέωση θα υφίστατο.

Εξάλλου η ενάγουσα δεν δικαιούται να ζητήσει διαφυγόν κέρδος από τη μη έγκαιρη είσπραξη της αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρ θρων 914 και 298 ΑΚ, καθόσον αυτές ρυθμίζουν τις συνέπειες της αποζημίωσης που απορρέει από αδικοπραξία και δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής παροχής, που απορρέει από τη σύμβαση όπως είναι και η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο το ασφάλισμα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως πού αφορούσε η ασφαλιστική σύμβαση κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Επισημαίνεται επί πλέον ότι η ενάγουσα πέραν του ότι με την ένδικη αγωγή επιδιώκει αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας που προ ηγήθηκε της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν εξειδικεύει επακριβώς από ποια ημερομηνία και εντεύθεν αξιώνει αποζημίωση λόγω αποθετικής της ζημίας(διαφυγόντα κέρδη) που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης που συνίσταται στην υπερημερία της ως προς την καταβολή του μη αμφισβητουμένου ασφαλίσματος, ούτε αναφέρεται στους όρους των συμβάσεων που γενικώς και αόριστα επικαλείται ότι είχε συνάψει με .......και με βάση τους οποίους είχε εξασφαλίσει την πραγματοποίηση του τελικώς απολεσθέντος κέρδους, που μάλιστα προϋπολογίζει αυθαίρετα τεκμαίροντας τον ετήσιο διπλασιασμό του μέχρι και το έτος 2003 με ρυθμό αριθμητικής προόδου.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη έσφαλε......" Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 343,345,914, 298,1,7 παρ. 7, 34 Ν. 2496/1997,τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ούτε και κατά το μέρος που του αποδίδεται ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 7 παρ.7 Ν.2498/1997 σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 200,288,281 ΑΚ.

Τούτο δε, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπερημερία της αναιρεσίβλητης στην καταβολή του αναγνωρισθέντος από αυτήν ποσού ασφαλίσματος [χρηματικής οφειλής],πέραν της υποχρεώσεως αυτής για την καταβολή τόκων και της τυχόν θετικής ζημίας, δεν δημιουργεί και συμβατική της ευθύνη για την καταβολή στην αναιρεσείουσα διαφυγόντος κέρδους.

Εξ άλλου δεν υπάρχει και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφού η άρνηση της αναιρεσίβλητης να προκαταβάλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το μη αμφισβητούμενο ποσό του ασφαλίσματος, δεν αποτελεί πράξη ή παράλειψη που θα μπορούσε να γεννήσει αντίστοιχη υποχρέωση σε βάρος αυτής κατά την έννοια του άρθρου 914 ή του άρθρου 919 ΑΚ [ σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ],χωρίς τον συγκεκριμένο συμβατικό δεσμό, δηλαδή την συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφαλίσεως.

Επομένως α) είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δή ότι η ίδια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προσδιορίσει το μη αμφισβητούμενο ποσό του ασφαλίσματος, το οποίο έπρεπε να καταβάλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από την 16-1-2001,τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποστολή της από 16-1-2001 επιστολής της αναιρεσίβλητης, τα σχέδια ιδιωτικών συμφωνητικών, την ανυπαρξία έννομης σχέσης εκχώρησης μεταξύ της ήδη αναιρεσείουσας ΑΕ και της "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" και την ανυπαρξία της κατά το άρθρο 1287 ΑΚ διαδικασίας, όπως αναφέρονται στην αγωγή.

Τούτο δε καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης [πέραν και εκτός της συμβατικής],σε κάθε περίπτωση δε το Εφετείο, χωρίς αμφιβολία, τα έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, β] Είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, γ] Είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι αν ήθελε υποτεθεί ότι το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη, τότε εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο, αφού στην αγωγή της, εξέθετε όλα τα κατά νόμον στοιχεία, που απαιτούνται για την θεμελίωση της αξιώσεώς της για διαφυγόντα κέρδη.

Τούτο δε, καθόσον ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εξετίθεντο με πληρότητα τα στοιχεία της εν λόγω αξιώσεώς της, η αγωγή θα ήταν και πάλιν μη νόμιμη, κατά τα προδιαληφθέντα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔικ),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΥΘΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 975/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2.700 ] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ