Legislator Case Law & Legislation
1801/2011 AI generated

1801/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1801/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1801/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1801 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1801/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. ΑΕΒΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπρέγιαννο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ) ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Καφτάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7024/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5454/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεση, της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου (κατά το πρώτο μέρος του) και δευτέρου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.

Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αν ο νομοθέτης ήθελε ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ μεταβολή των περιστατικών στα οποία τα μέρη στήριζαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, ύστερα από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν θα όριζε τούτο ρητώς, όπως το όρισε στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον προπαρατιθέμενο κανόνα, κατά απόκλιση από όσα έχουν συμφωνηθεί προσδιορίζει την παροχή ή αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, περιστέλλοντας, επεκτείνοντας ή συμπληρώνοντάς την, όταν αυτό επιβάλλει η καλή πίστη, ήτοι με βάση αντικειμενικά κριτήρια αντλούμενα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές.

Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναλόγως εφαρμοστέα και στις διοικητικές συμβάσεις, αν, λαμβανόμενης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η εκπλήρωση της παροχής ενόψει και της αντιπαροχής κατέστη υπερμέτρως επαχθής. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δύναται, παρεμβαίνον διορθωτικώς να αναγάγει κατ' απόκλιση από τα συμφωνηθέντα την παροχή στο προσήκον μέτρο.

Η αναπροσαρμογή αυτή της παροχής έναντι της αντιπαροχής, αποβλέπουσα στην εξασφάλιση της διατηρήσεως της ισορροπίας της συμβάσεως, συνιστά αποζημίωση, η οποία κατά νόμο περιορίζεται στο προσήκον μέτρο (ΣτΕ 1136/1999) Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140-142 και 144 αρ. 1 ΑΚ, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως από ουσιώδη πλάνη η σχετική δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη, εκτός εάν ο δέκτης της δηλώσεως την αντιλαμβάνεται όπως τη θέλησε ο δηλών.

Η περίπτωση αυτή διαφέρει εκείνης κατά την οποία εμφιλοχωρεί εσφαλμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της δικαιοπραξίας γιατί τότε η σχετική δικαιοπραξία δεν έχει ελάττωμα και θα ισχύει για εκείνο που θέλησαν τα μέρη, έστω και αν δεν ανταποκρίνεται στις δηλώσεις τους, βάσει του ερμηνευτικού κανόνα της διατάξεως του άρθρου 173 ΑΚ, όπου "αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις".

Η αρχή, "falsa demonstratio non nocet", καταλαμβάνει και τις κατά νόμο τυπικές δικαιοπραξίες έστω και αν ο τύπος αυτός απαιτείται κυρίως για την προστασία των τρίτων όπως συμβαίνει με την μεταγραφή. Γι' αυτό στη σχετική δικαιοπραξία θα παραβλεφθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο της περιβεβλημένης τον τύπο δηλώσεως και θα ισχύσει η πραγματική βούληση των ενδιαφερομένων μερών, αρκεί αυτή να έχει εκφρασθεί κατά κάποιο ασαφή ή ατελή τρόπο, ώστε να είναι δυνατόν εντεύθεν να διαπιστωθεί από τους τρίτους.

Τυχόν διόρθωση ή συμπλήρωση της ελλείψεως μεταγενεστέρως δεν αποτελεί νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο καταρτίσεως της διορθούμενης ή συμπληρούμενης (ΑΠ 1566/ 1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-4-2002 αγωγή της, όπως εκτιμάται το δικόγραφο αυτής, ισχυρίζεται: ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)", ως αποκλειστικός φορέας των Σιδηροδρομικών μεταφορών της Ελλάδας, με σειρά αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου αποφάσισε την κατάρτιση προγραμματικών συμφωνιών και αντίστοιχων συμβάσεων προμηθειών για την αγορά ή τον εκσυγχρονισμό του τροχαίου υλικού του (επιβατάμαξες, φορτάμαξες, βυτιοφόρο βαγόνια κλπ) και για το σκοπό αυτό δημοσίευσε σχετικές προσκλήσεις υποβολής προσφορών από τους ενδιαφερόμενους κατασκευαστές-προμηθευτές και ειδικότερα:

α) με τη με αριθμό 491681/18-6-1997 πρόσκλησή του ζήτησε την υποβολή προσφορών για την "κατασκευή 185 επιβαταμαξών διαφόρων τύπων κανονικής γραμμής ταχύτητας 200 km/h" και β) με τη με αριθμό 494058/3-9-1997 πρόσκλησή του ζήτησε την υποβολή προσφορών για την "ανακατασκευή "95+50" επιβαταμαξων διαφόρων τύπων κανονικής και μετρικής γραμμής".

Ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ν. Κ. ΑΕΒΕ - NAV ADTRANZ DVJ KFT", η οποία κατάρτισε εγκύρως, με την αναιρεσίβλητη εταιρεία, την 22-12-1997, βάσει των με αριθμούς 41και37 προγραμματικών συμφωνιών και κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί προμηθειών, αντίστοιχες συμβάσεις έργου με αριθμούς: 1) 41 β για την "κατασκευή 79 επιβαταμαξών διαφόρων τύπων κανονικής γραμμής ταχύτητας 200 χλμ/ώρα", έναντι συνολικής αμοιβής 26.766.726.416 δραχμών, επιμεριζομένης σε 10.101.129.600 δρχ., ως συνολικής προσωρινής αμοιβής για ο ελληνικό μέρος και σε 16.665.596.816 δρχ., ως συνολικής οριστικής αμοιβής για το αλλοδαπό μέρος της κοινοπραξίας και 2) 37β για την "ανακατασκευή 42 επιβαταμαξών διαφόρων τύπων κανονικής και μετρικής γραμμής", έναντι συνολικής αμοιβής 4.711.714.700 δραχμών, επιμεριζομένης σε 1.790.600.000 δρχ., ως συνολικής προσωρινής αμοιβής για το ελληνικό μέρος και σε 2.921.114.700 δρχ., ως συνολικής οριστικής αμοιβής για το αλλοδαπό μέρος της κοινοπραξίας.

Ότι ο χρόνος ισχύος των παραπάνω συμβάσεων ορίστηκε τετραετής από την ημέρα που ο ΟΣΕ θα κατέβαλε στους "κατασκευαστές - προμηθευτές" την προβλεπόμενη προκαταβολή, με μονομερές δικαίωμα του τελευταίου να παρατείνει για τρία ακόμη χρόνια την ισχύ τους και με δεδομένο ότι η ημέρα καταβολής της προκαταβολής θα καθυστερούσε σημαντικά και θα γινόταν σύμφωνα με τον ταμειακό προγραμματισμό του ΟΣΕ, μετά από διετία από την υπογραφή των παραπάνω συμβάσεων, ο χρόνος ισχύος των συμβάσεων θα ήταν τουλάχιστον εξαετής και σε περίπτωση μονομερούς παράτασής τους από τον ΟΣΕ εννεαετής.

Ότι για το λόγο αυτό προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία αναπροσαρμογής του προσωρινού και οριστικού βασικού τιμήματος, όπως επιμερίζεται στο ελληνικό και ξένο μέρος κάθε κοινοπραξίας. Ότι στον όρο 4.2.2.2. των ανωτέρω με αριθμούς 41 και 37 προγραμματικών συμβάσεων, ορίστηκε ότι το προσωρινό τίμημα για την ενάγουσα, που αποτελούσε το ελληνικό μέρος της άνω κοινοπραξίας "Ν.

Κ. ΑΕΒΕ - NAV ADTRANZ DVJ KFT", θα αναπροσαρμόζεται με τον παρακάτω τύπο αναπροσαρμογής "Χ= Χο (0,09 + 0,24 Μ/Μο + 0,02 Ε/Εο + 0,65 Π/Πο). Ότι, επίσης τμήμα του παραπάνω έργου ανέλαβε να κατασκευάσει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ", η οποία υπέγραψε αντίστοιχα συμφωνητικά Κοινοπραξίας με τις ξένες βιομηχανίες SIEMENS A.G Αυστρίας και TEMOINSA Ισπανίας.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη βάσει των με αριθμούς 41 και 37 προγραμματικών συμφωνιών και κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί προμηθειών, κατάρτισε εγκύρως με την κοινοπραξία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ-ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ - SIEMENS A.G Αυστρίας - TEMOINSA Ισπανίας", αντίστοιχες συμβάσεις έργου με αριθμούς: 1) 41α για την "κατασκευή 106 επιβαταμαξών διαφόρων τύπων κανονικής γραμμής ταχύτητας 200 χλμ/ώρα", έναντι συνολικής αμοιβής 40.896.647.039 δραχμών, επιμεριζομένης σε 15.444.766.532 δρχ., ως συνολικής προσωρινής αμοιβής για το ελληνικό μέρος " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ-ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ" και σε 25.451.880.507 δρχ., ως συνολικής οριστικής αμοιβής για το αλλοδαπό μέρος της κοινοπραξίας και 2) 37α για την "ανακατασκευή 107 επιβαταμαξών διαφόρων τύπων κανονικής και μετρικής γραμμής", έναντι συνολικής αμοιβής 17.023.915.649 δραχμών, επιμεριζομένης σε 5.677.064.899 δρχ., ως συνολικής προσωρινής αμοιβής για το ελληνικό μέρος "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ-ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ" και σε 11.346.850.7-50 δρχ., ως συνολικής οριστικής αμοιβής για το αλλοδαπό μέρος της κοινοπραξίας.

Ότι στον όρο 4.2.1.2. των ανωτέρω με αριθμούς 41 και 37 προγραμματικών συμβάσεων, ορίστηκε ότι το προσωρινό τίμημα για την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ- ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ", που αποτελούσε το ελληνικό μέρος της άνω κοινοπραξίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ-ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ - SIEMENS A.G Αυστρίας και TEMOINSA Ισπανίας", θα αναπροσαρμόζεται με τον παρακάτω τύπο αναπροσαρμογής "Χ= Χο (0,1 -ι- 0,3 Μ/Μο + 0,6 L/Lο).

Ότι με δεδομένο ότι το εκτελούμενο, με βάση τις άνω υπογραφείσες συμβάσεις (προγραμματικές και διαρκείας) έργο, τόσο από την αναιρεσείουσα όσο και από την εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ είναι ακριβώς όμοιο και η συμμετοχή στο συνολικό κόστος παραγωγής των εργατικών είναι σημαντικά αυξημένη και υπερδιπλάσια των υλικών, καθίσταται προφανές ότι ο τύπος αναπροσαρμογής που ισχύει για την αναιρεσείουσα είναι εξώφθαλμα λανθασμένος, διότι τα ποσοστά συμμετοχής των επί μέρους δεικτών (εργατικών και υλικών) ετέθησαν από προφανή και ευχερώς διαπιστώσιμη παραδρομή, αντεστραμμένα, αφού ο συντελεστής 0,24 (δηλ.

ποσοστό 24%) έπρεπε να αφορά τον δείκτη των υλικών και ο συντελεστής 0,65 (δηλ. ποσοστό 65%) έπρεπε να αφορά τον δείκτη των εργατικών. Ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε στον ΟΣΕ τις με αριθμούς 25256 και 25257/2-11-1999 επιστολές της καθώς και τη συμπληρωματική με αριθμό 8448/25-5-2000 επιστολή της, επανήλθε δε με τις όμοιες με αριθμούς 31814/20-11-2000, 32043/30-11-2000 και 8766/6-12-2000 επιστολές της και ζήτησε την αντιστροφή των επί μέρους συντελεστών στον άνω τύπο αναπροσαρμογής, πλην οι αρμόδιοι εκπρόσωποι του ΟΣΕ με τις με αριθμό πρωτ. 3190601/1/27-11-2000 και 3190632/1/1-12-2000 της απάντησαν ότι το ανωτέρω αίτημά της δεν μπορούσε να γίνει δεκτό, διότι επέφερε ουσιώδη αλλαγή όρου των υπογραφεισών συμβάσεων.

Ότι με βάση τον άνω συμφωνημένο εκ παραδρομής τύπο αναπροσαρμογής η αναιρεσίβλητη επιδιώκει να της αποδώσει η ενάγουσα το ποσό των 444.610.492 δραχμών, ως αδικαιολογήτως καταβληθείσα σε αυτή προκαταβολή, αντί του ποσού των 118.071.689 δραχμών, που είναι το πράγματι αποδοτέο, με βάση τον ορθό και όχι τον ως άνω ανεστραμμένο τύπο αναπροσαρμογής και ως εκ τούτου υφίσταται ισόποση ζημία διότι μειώνεται το κέρδος της από την εκτέλεση της ένδικης εργολαβίας.

Κατόπιν αυτών, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον την ως άνω ζημία της, ζητεί, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη της οφείλει για την εκτέλεση των αναληφθέντων από αυτή τμημάτων των ενδίκων έργων, τη συμφωνηθείσα με τις ως άνω συμβάσεις αμοιβή, αναπροσαρμοζόμενη με βάση όχι τον γενικό τύπο αναπροσαρμογής που συμφωνήθηκε εκ παραδρομής, οφειλόμενης σε δική της πλάνη, ανεστραμμένος σε αμφότερες τις άνω συμβάσεις, ήτοι " Χ= Χο (0,09 + 0,24 Μ/Μο + 0,02 Ε/Εο + 0,65 Π/Πο), δηλαδή με συντελεστή εργατικών 24% και υλικών 65%, αλλά εκείνον ο οποίος, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ισχύει σε τέτοιου είδους συναλλαγές, ήτοι "Χ= Χο (0,09 + 0,65 Μ/Μο + 0,02 Ε/Εο + 0,24 Π/Πο), δηλαδή με συντελεστή εργατικών 65% και συντελεστή υλικών 24%.

Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και έπρεπε να ερευνηθεί από το Εφετείο ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτής. Επομένως το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι νόμω αβάσιμη "εφόσον η αναιρεσείουσα για την ζητούμενη διόρθωση ουσιώδη όρου των ενδίκων συμβάσεων δεν επικαλείται όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, μεταγενέστερη της καταρτίσεως των συμβάσεων συνδρομή ειδικών συνθηκών και την συνεπεία αυτών μεταβολή των προϋποθέσεων εκπληρώσεως των συμβατικών της παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, αλλά αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλείται την κατά το χρόνο της καταρτίσεως των ενδίκων συμβάσεων, υφιστάμενη και υπαίτια πλάνη της, συνεπεία της οποίας δεν ανακύπτει θέμα ερμηνείας των ενδίκων συμβάσεων και δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι επικαλούμενες από αυτή αβασίμως διατάξεις των άρθρων 140, 197, 200, 281, και 288 ΑΚ και περαιτέρω στις ιδιωτικού δικαίου συναλλαγές στις οποίες, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ισχύει η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων μεταξύ των μερών (ΑΚ 361), δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης των σχετικών περί ισότητας συνταγματικών διατάξεων" παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ΑΚ και πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος αυτού και του δευτέρου από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγων αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη οπότε το τυχόν σφάλμα υπάγεται στον με αριθ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγο (Ολ.ΑΠ 44/1990). Επομένως αφού το Εφετείο απέρριψε, όπως προεκτέθηκε την αγωγή ως μη νόμιμη, η προβαλλόμενη με το πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης από το αρθρ.559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω άρθρων του ΑΚ με την προαναφερόμενη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, πρέπει ν' απορριφθεί πρωταρχικά, ως απαράδεκτη. Μετά απ' αυτά, πρέπει ν' αναιρεθεί, κατά τα προαναφερθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρ. 580 αρ.3 Κ.Πολ.Δ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την με αριθμό 5454/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη, της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ