Legislator Case Law & Legislation
1801/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, ruling common sense evaluation is not reviewable.

Case Number 1801/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding a property boundary dispute. The appellant argued that the court erred by accepting a boundary line despite the land being physically within her property, claiming this violated common sense. The court held that such arguments regarding the evaluation of evidence and factual assessment fall outside the scope of reviewable legal errors. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 974 of the Civil Code: Appeals against judgments are limited to specific legal grounds, excluding review of factual assessments or the application of common sense principles to evidence evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense doctrine factual assessment review property boundary dispute evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 974 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 5/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1801 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1801/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Σιούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5533/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.

Ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις (ΑΠ 1258/2008). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 984 εδ. α'ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη, είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποβολή από τη νομή αποτελεί προσβολή της νομής, από την οποία ο νομέας μπορεί να προστατευθεί με την προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρα 987 ΑΚ αγωγή, όταν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα (ΑΠ 572/2008, ΑΠ 1717/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός το οποίος συντρέχει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί οριστική νομέας του περιγραφόμενου εδαφικού τμήματος του όλου ακινήτου της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος να επαναφέρει τα πράγματα στην πριν τη προσβολή της κατάσταση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι είναι κύριοι όμορων ακινήτων που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου ..., στη θέση "..." και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του ομώνυμου Δήμου, απέκτησαν δε τις ιδιοκτησίες τους από τον κοινό απώτερο δικαιοπάροχό τους ..., ο οποίος τις κατένειμε στα παιδιά του ... και ... .

Ειδικότερα, η ενάγουσα, Χ, είναι κυρία ενός ακινήτου οικοπέδου μετά των υφισταμένων επ' αυτού παλαιών κτισμάτων (οικίας και αποθηκών) επιφάνειας κατά τον τίτλο κτήσεως 337 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 346,25 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο από 12.4.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ...

με τα στοιχεία Τ-Ι-Γ-Κ-Α-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Τ Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Καρζή που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο 141 και με αυξ. αριθμό ..., με αγορά από τον πατέρα της ..., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης του πατρός του ..., που αποβίωσε στις 14-4-1934, δυνάμει της ...

δημόσιας διαθήκης του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου και δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο εναγόμενος απέκτησε το όμορο προς τα δυτικά ακίνητό του, οικόπεδο επιφάνειας 169 τ.μ. (μετά των επ' αυτού κτισμάτων τα οποία κατεδαφίστηκαν όλα μετά το σεισμό της 7-9-1999), με γονική παροχή από τον πατέρα του ..., δυνάμει της ...

πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μεγάρων Παρασκευής Μακρυγιάννη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., στον δικαιοπάροχο πατέρα του δε το ακίνητο είχε περιέλθει με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του ..., που απεβίωσε στις 14-12-1966, με την ...

δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπή Παπαθανασίου, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε νόμιμα. Οι διενέξεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν μετά το σεισμό της 7-9-1999 οπότε ο εναγόμενος κατεδάφισε τα παλιά κτίσματα που υπήρχαν στο ακίνητο, επειδή λόγω των ζημιών που είχαν υποστεί από το σεισμό κρίθηκαν κατεδαφιστέα από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Αρχικά προέκυψε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το διαχωριστικό τοίχο μήκους 6,40 μέτρων, πλάτους 0,90 μέτρων και ύψους 4 μέτρων που αποτελεί τη δυτική πλευράς της οικίας της ενάγουσας, καθώς και του συνεχόμενου αυτού μανδρότοιχου μήκους 18,70 μέτρων, πλάτους 0,40 μέτρων και ύψους 1,50 μέτρων. Το Ειρηνοδικείο Αχαρνών με την 97/2001 απόφασή του επί των συνεκδικαζόμενων αγωγών περί κυριότητας των διαδίκων απέρριψε την αγωγή εκείνη του ήδη αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία και αναγνώρισε κυρία των επιδίκων με τη άνω αγωγή τοίχου και μανδρότοιχου.

Κατόπιν εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της παραπάνω αποφάσεως εκδόθηκε η 3463/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και συνεπώς η ενάγουσα αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα κυρία του διαχωριστικού τοίχου μεταξύ των δύο όμορων ιδιοκτησιών, δηλαδή του δυτικού τοίχου της κατοικίας της και του συνεχόμενου σ' αυτόν λεπτότερου μανδρότοιχου.

Το ήδη επίδικο τμήμα γης αποτελεί έκταση εμβαδού 3,06 τ.μ., είναι τριγωνικού σχήματος και εκτείνεται δυτικά του ως άνω μανδρότοιχου (διαχωριστικού ορίου των δύο ιδιοκτησιών) και σχηματίζεται μεταξύ αυτού και της νοητής προέκτασης του δυτικού τοίχου της κατοικίας της ενάγουσας προς το νότο. Η ενάγουσα στηριζόμενη στην ασάφεια του χρησιμοποιηθέντος στις μεταξύ των διαδίκων δίκες, από 12-4-2000 σχεδιαγράμματος του μηχανικού ..., όπου το σημερινό επίδικο τμήμα δεν αποτυπώνεται με στοιχεία γραμμάτων, ήγειρε αξιώσεις για το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα, ισχυριζόμενη ότι αυτό εμπίπτει στο διαχωριστικό όριο που απεικονίζεται με τα στοιχεία ΝΞΟΡΤ του ως άνω σχεδιαγράμματος, το οποίο αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ότι της ανήκει.

Σύμφωνα όμως με την πραγματική κατάσταση που υφίσταται, το επίδικο εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος , που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Ο-Ρ-Η-0 στο από 12-2-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..., βρίσκεται δυτικά του εν λόγω διαχωριστικού ορίου (μανδρότοιχου της ενάγουσας), εκτός της ιδιοκτησίας της και εντός του οικοπέδου του εναγομένου, ο οποίος όπως και ο δικαιοπάροχος του πριν απ' αυτόν συνεχίζει να ασκεί επί σειρά ετών αδιαφιλονίκητη νομή στον επίδικο χώρο ως τμήμα του οικοπέδου του.

Το τμήμα αυτό δεν περιλαμβάνεται σ' αυτό που κατέστη επίδικο με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη τελεσίδικη 97/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών. Στη δίκη εκείνη επίδικοι ήταν μόνο οι τοίχοι κατά τις άνω δύο διακρίσεις και όχι η πέραν αυτών επίδικη λωρίδα γης. Τούτο σαφώς συνάγεται από το διατακτικό της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης 97/2001 του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, στην οποία γίνεται λόγος περί επιδίκου τοίχου που αποτελεί τη δυτική πλευρά της οικίας της ενάγουσας και περί ετέρου τοίχου (μανδροτοίχου) μήκους 18,70 μέτρων και πλάτους 0,40 μέτρων.

Με την παραπάνω απόφαση δεν κρίθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νομής του ήδη επίδικου τμήματος γης που βρίσκεται δυτικά του μανδροτοίχου. Η επίδικη διαφορά ανέκυψε διότι, μολονότι το επίδικο εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος βρίσκεται δυτικά του εν λόγω διαχωριστικού ορίου (μανδροτοίχου της ενάγουσας) και εντός του οικοπέδου του εναγομένου, στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης δεν γίνεται σαφής μνεία ότι μεταξύ των δύο τότε επίδικων τοίχων μεσολαβεί μικρός κάθετος προς τη φορά τους τοίχος, ο οποίος τους συνδέει και ο οποίος κατέστη αναγκαίος, επειδή ο μανδρότοιχος δεν είναι ευθύγραμμος ώστε να συναντά τον έτερο τότε επίδικο τοίχο αλλά παρουσιάζει απόκλιση σε βάρος της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ανακριβώς δε οι δύο τοίχοι χαρακτηρίζονται ως συνεχόμενοι και κατ' ακριβολογία ότι ο μανδρότοιχος βρίσκεται συνέχεια του άνω τοίχου.

Όμως, παρά την όντως ασαφή διατύπωση, η βούληση του άνω Δικαστηρίου υπήρξε σαφής, ότι δηλαδή επίδικοι ήσαν οι δύο μη συνεχόμενοι αλλά στην πραγματικότητα παράλληλοι τοίχοι και όχι η πέραν αυτών προς τα δυτικά εκτεινόμενη ήδη επίδικη λωρίδα γης. Η ενάγουσα ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο εδαφικό τμήμα με τα προσόντα της αποκλειστικής κυρίας και νομέως.

Η ίδια η ενάγουσα μετά την έκδοση της 97/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών τοποθέτησε περίφραξη από συρματόπλεγμα επί του μανδροτοίχου και δεν συμπεριέλαβε στην περίφραξη το σημερινό επίδικο τμήμα , ενώ δεν είχε κανένα λόγο να πράξει κατ' αυτόν τον τρόπο ενόψει της ανωτέρω αντιδικίας. Η άνω περίφραξη κατά τρόπο που να αφήνει το επίδικο έξω από το συρματόπλεγμα σημαίνει ότι η εκκαλούσα δεν ασκούσε νομή επί του επιδίκου.

Επίσης, η ενάγουσα, όταν υπέβαλε στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο την από 22-3-2002 αίτησή της για την έκδοση άδειας νομιμοποίησης στέγης παλαιάς κατοικίας, επί της οποίας αιτήσεως εκδόθηκε η ... άδεια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, διεύθυνση Πολεοδομίας ..., μεταξύ των δικαιολογητικών υπέβαλε και το από Μαρτίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο συντάχθηκε κατ' εντολήν της και στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα στα όρια του ακινήτου της.

Ειδικότερα, στο παραπάνω τοπογραφικό η δυτική πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας εμφανίζεται ως τεθλασμένη πλευρά υπό στοιχεία ΒΓΔΕΖ, δηλαδή ο ως άνω μανδρότοιχος με ελαφρά απόκλιση με στοιχεία ΓΔ, ο φέρων τοίχος της οικίας της με στοιχεία ΕΖ και ο παρεμβαλλόμενος μεταξύ τους μικρός μανδρότοιχος ως ΔΕ, ενώ, αν θεωρούσε ως αληθή την κατάσταση που εμφανίζει στην υπό κρίση αγωγή της, θα έπρεπε να απεικονίσει ως όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων νοητή γραμμή μεταξύ των σημείων ΓΕ και ως ανήκοντα σε αυτήν και όχι στον όμορο γείτονα - εναγόμενο τον ήδη επίδικο χώρο.

Οι αμφισβητήσεις εκ μέρους της ενάγουσας άρχισαν όταν ο εναγόμενος προτιθέμενος να οικοδομήσει το οικόπεδο του, προέβη σε έκδοση οικοδομικής άδειας στην οποία συμπεριέλαβε το επίδικο εδαφικό τμήμα και άρχισε κατά τα τέλη Ιανουαρίου 2003 εργασίες εκσκαφής. Τότε για πρώτη φορά η ενάγουσα, υπέβαλε προς την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία την από 31-1-2003 αίτησή της με την οποία ζητούσε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, οπότε και δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ των διαδίκων.

Οι ως άνω όμως ενέργειες του εναγομένου δεν αποτελούν προσβολή της νομής της ενάγουσας, διότι όπως αποδείχθηκε το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγομένου, ο οποίος από τότε που το απέκτησε ασκεί πράξεις νομής, ενώ πριν από τον εναγόμενο πράξεις νομής ασκούσαν σ' αυτό το εδαφικό τμήμα οι δικαιοπάροχοί του.

Μάλιστα ο εναγόμενος, μετά το σεισμό του 1999, επιχωμάτωσε το χώρο αυτό μετά την κατεδάφιση των κτισμάτων και της ετοιμόρροπης επ' αυτού κατοικίας Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι επί αιτήσεως της ενάγουσας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής της επί του επίδικου τμήματος εκδόθηκε η 132/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών που απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 248/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά από άσκηση έφεσης από την ήδη ενάγουσα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται σ' αυτό που κατέστη επίδικο με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και ότι οι αναφερθείσες ανωτέρω ενέργειες του εναγόμενου δεν αποτελούν προσβολή της νομής της ενάγουσας, διότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγομένου, και κατόπιν τούτου απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση.

Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 984 και 987 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 5/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής δέχτηκε ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου, "παρά το δεδομένο ότι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση αναγνωρίστηκε κατ' ουσίαν το όριο των ιδιοκτησιών τους και με το δεδομένο επίσης ότι η επίδικη εδαφική τριγωνική λωρίδα περιλαμβάνεται ανατολικά του εν λόγω ορίου και εντός της ιδιοκτησίας της, θα ήταν πέραν πάσης λογικής να νεμόταν ο εναγόμενος εδαφική έκταση 3,06 τ.μ.

και μάλιστα τριγωνικού τμήματος, εντός της ιδιοκτησίας της". Με τον λόγο αυτόν όμως της αιτήσεως αναιρέσεως δεν προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία ή την υπαγωγή σε κανόνα του δικαίου και μάλιστα κατά ορισμένο τρόπο, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως πρέπει οι ανωτέρω αιτιάσεις, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5533/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ