Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to pay statutory severance based on established corporate custom.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling that it must pay statutory severance to a long-serving employee. The court found that the bank had established a corporate custom of paying 100% of the statutory severance to employees who voluntarily resigned, a practice it had maintained for years. Consequently, the court held that the bank was bound by this custom and could not refuse payment based on the employee's specific resignation circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; Art. 648 of the Civil Code: A successor employer is bound by the predecessor's corporate custom of paying full statutory severance if the custom was established through consistent practice and the employee relied on it, rendering the statutory minimum insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1801 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1801/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BNP - PARIBAS", που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας, δραστηριοποιούμενης και στην Ελλάδα με έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16-3-2006 υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση των α) Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, β) συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και γ) Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ BNP PARIBAS ΚΑΙ BNP PARIBAS SERVICES", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8601/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2007 αίτησή της και τους από 15-7-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 προβλέπει στο εδαφ. α' ότι "μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενέστερως, ή του β.δ.
της 16/18-7-1920 οριζομένης αποζημιώσεως διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διατάξεως είναι: α)σχέση εργασίας αορίστου διαρκείας, β) συμπλήρωση είτε δεκαπενταετούς υπηρεσίας "παρά τω αυτώ εργοδότη" είτε του "υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπομένου ορίου ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου του 65ου έτους της ηλικίας", και γ) "αποχώρηση της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου".
Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το εδαφ. β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 (που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.3789/1957) και ορίσθηκε ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, διά την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του....
υπαλλήλου είτε να αποχωρώσιν είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τα περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου".
Πρόκειται για περίπτωση διαφορετική από εκείνη που ρυθμίζει, κατά τα ανωτέρω, το εδαφ. α' του αυτού άρθρου 8 του ν. 3198/1955, αφού άλλοι είναι οι όροι εφαρμογής του εδαφ. β', μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεως του υπαλλήλου λόγω γήρατος (ΟλΑΠ 26/1992). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται να συντρέχει στην περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του εδαφ.
α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Εξάλλου, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας ως γενεσιουργού λόγου αξιώσεως.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει στους εργαζόμενους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, επειδή συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν σύνταξη γήρατος ολόκληρη την από τις διατάξεις των ν.2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια, της οποίας αν αποδειχθεί η ύπαρξη, ο εργαζόμενος έχει ευθεία αξίωση με βάση το άρθρο 648 ΑΚ για καταβολή της από την εργασιακή σύμβαση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή καταρτίζεται σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και έτσι η ως άνω διαμορφωθείσα συνήθεια ( πρακτική ) καθίσταται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) την 1-1-1981 προσελήφθηκε ως υπάλληλος από την τράπεζα με την επωνυμία "BANQUE DE PARIS ET DES PAYS-BAS" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1981 έως 30-6-1981.Την 1-7-1981 καταρτίστηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου.
Το Μάιο του 2000 η ως άνω εργοδότρια συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " BANK NATIONALE DE PARIS". Από τη συγχώνευση αυτή προέκυψε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) τραπεζική εταιρία, η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις της ως άνω προηγούμενης εργοδότριας έναντι των εργαζομένων της επιχειρήσεως.
Με την πιο πάνω ιδιότητά του ο ενάγων υπηρέτησε στην εναγομένη έως τις 29-7-2005, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του από την εργασία του σε ηλικία 55 ετών, έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία 24 ετών, 6 μηνών και 28 ημερών. Κατά την αναχώρησή του ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη ως αποζημίωση του ν. 3198/1955 ποσό των 17.633,35 ευρώ, ήτοι ποσό που αντιστοιχεί στο 40% της αποζημίωσης που προβλέπει ο ν. 2112/1920 και ανέρχεται σε 43.750,05 ευρώ.
Έτσι, ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν.3198/1955,αφού συντρέχουν οι δυο πρώτες από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ήτοι η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Περαιτέρω, δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι η αρχική εργοδότρια τράπεζα κατέβαλλε στους οικειοθελώς αποχωρούντες υπαλλήλους της, που πληρούσαν τις προϋποθέσεις του ν.3198/1955, ως αποζημίωση ποσά πλέον του 100% της προβλεπόμενης από το ν.2112/1920.
Οι καταβολές δε αυτές γίνονταν σταθερά και ομοιόμορφα επί μακρό χρόνο, ώστε να προκαλείται η εντύπωση και η πεποίθηση ότι αυτή ενεργεί στο πλαίσιο δεσμευτικών κανόνων. Έτσι, δημιουργήθηκε πρακτική - επιχειρησιακή συνήθεια για την καταβολή ποσοστού τουλάχιστον 100% της αποζημίωσης, στην προαναφερόμενη κατηγορία εργαζομένων, την οποία ο ενάγων είχε αποδεχθεί σιωπηρώς και ως εκ τούτου αποτέλεσε συμπληρωματικό όρο της εργασιακής του σύμβασης, ενώ τόσο η αρχική εργοδότρια όσο και η διάδοχός της εναγομένη δεν είχαν επιφυλάξει υπέρ αυτών το δικαίωμα ανάκλησης της παροχής αυτής.
Ακόμη, δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι η ως άνω αρχική εργοδότρια, κατά πάγια επιχειρησιακή συνήθεια, κατέβαλε το 100% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 στους οικειοθελώς αποχωρήσαντες υπαλλήλους της ... και ... το έτος 1997, ... και ... το έτος 1998, ... και ... το έτος 1999 και ... και ... το έτος 2000. Η εναγομένη δεσμεύεται από την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια της αρχικής εργοδότριας, αφού, λόγω της ταυτότητας της συνεχιζόμενης επιχειρήσεως, ως διάδοχος εργοδότης υπεισέρχεται αναγκαστικώς και αυτοδικαίως σ' όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις του παλαιού (μεταβιβάζοντος) εργοδότη (άρθρ. 4 του π.δ. 178/2002).Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στις παραπάνω περιπτώσεις αποχωρήσεως των προαναφερομένων υπαλλήλων υπήρξε ρητή συμφωνία με την Τράπεζα και καταρτίστηκαν σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά.
Τούτο δε διότι στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στην περίπτωση του ενάγοντος, επρόκειτο για εργαζομένους που βρίσκονταν αντικειμενικά σε όμοια κατάσταση. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η εναγομένη δεν επικαλείται συγκεκριμένους και ειδικούς λόγους που να δικαιολογούν την ως άνω διαφοροποίηση αλλά εντελώς αόριστα κάνει λόγο για λόγους οργανωτικούς και επιχειρηματικούς ανάλογα με τις χρονικές συγκυρίες που δικαιολογούν τις παραπάνω συμφωνίες.
Εξάλλου, η ύπαρξη της πιο πάνω επιχειρησιακής συνήθειας δεν αναιρείται από το ότι οι ως άνω αποχωρήσαντες έλαβαν διαφορετικά ποσά αποζημίωσης ο καθένας, ενόψει του ότι αυτά σε κάθε περίπτωση ήταν ανώτερα του 100% της οφειλόμενης με βάση το ν. 2112/1920, το δε αίτημα της αγωγής περιορίζεται στο ποσοστό αυτό ( 100%).
Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 3198/1955 και 648 του ΑΚ, αφού δέχθηκε με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ότι οι επίμαχες καταβολές γίνονταν σταθερά και ομοιόμορφα επί μακρό χρόνο, ώστε να προκαλείται η εντύπωση και η πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα ενεργεί στο πλαίσιο δεσμευτικών κανόνων, ενώ μνημόνευσε ενδεικτικώς τις περιλαμβανόμενες στο χρονικό διάστημα των ετών 1997-2000 περιπτώσεις υπαλλήλων.
Επίσης, σαφώς και επαρκώς διευκρινίζεται στην απόφαση ότι η άνω συνήθεια αφορούσε τους οικειοθελώς αποχωρούντες που πληρούσαν τις προϋποθέσεις των εδ. α'και β'του ν. 3198/1955. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως καθώς και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2007 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " BNP - PARIBAS" για αναίρεση της 8601/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 15-7-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)
ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ