Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific substantive law articles in grounds of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a condominium management dispute. The appellants argued the lower court ignored their claims of concealment and breach of contract, but the Court found their grounds of appeal insufficient. Specifically, the appeal failed to identify the exact substantive law articles violated, rendering the third ground inadmissible under procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; A ground of appeal for violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the exact article violated and the specific legal error in its interpretation or application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1801 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1801/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) ..... και 2) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου : ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μηνά Κεσόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4646/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2154/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 11 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων προς θεμελίωση της, επί της αδικοπραξίας, ερειδομένης βάσεως της αγωγής των, ότι ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος δολίως τους απέκρυψε την πρόθεσή του να καταρτίσει, ως πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος, κανονισμό πολυκατοικίας, αντίθετα προς την βούλησή τους, την οποία ρητώς είχαν σ' αυτόν εκφράσει, προκειμένου να αποκομίσει δι' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απήντησε στον άνω ουσιώδη ισχυρισμό, κρίναν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα ενάγοντα, τόσο ως προς την επί της αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων ερειδομένη βάση της, όσο και ως προς την επί της αδικοπραξίας τοιαύτη, συνισταμένη στο ότι ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος δολίως, προς ίδιο αθέμιτο όφελος, απέκρυψε από τους ενάγοντες αναιρεσείοντες την πρόθεσή του να καταρτίσει, ως πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος, κανονισμό της στην ένδικη αγωγή αναφερομένης πολυώροφης οικοδομής, αντίθετο προς την ρητώς εκφρασθείσα προς αυτόν βούλησή τους να χρησιμοποιηθεί το διαμέρισμα της αντιπαροχής του δευτέρου ορόφου του πρώτου αναιρεσείοντος ως επαγγελματική στέγη και ειδικότερα ως οδοντιατρείο.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε τέτοια, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στις υποβληθείσες από αυτόν προτάσεις τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, περί του ότι αυτός αποσιώπησε την πρόθεσή του να συντάξει ως πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος τον κανονισμό πολυκατοικίας με περιεχόμενο αντίθετο από την βούληση των αναιρεσειόντων.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του Εφετείου, δεν περιέχεται σ' αυτές ομολογία των θεμελιούντων την αδικοπρακτική ευθύνη του περιστατικών, όπως μνημονεύονται στην αγωγή. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (αρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα ενάγοντα παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 288, 281 ΑΚ και 386 Π.Κ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν μνημονεύεται η πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αόριστος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό καταθ. 451/2005 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2154/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ