Legislator Case Law & Legislation
1801/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of counsel and substantive grounds for failed adverse possession claim.

Case Number 1801/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear with a legally appointed lawyer, violating procedural requirements, while the Court of Appeal correctly rejected the claim of adverse possession due to insufficient twenty-year possession. The Court upheld the lower court's finding that the appellant did not exercise dominion over the property for the requisite period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 94(1), 96(1), 104 of the Code of Civil Procedure; Articles 1045, 1046, 974 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the respondent lacks legal representation, and adverse possession requires twenty years of conscious, master-like exercise of dominion over the property.

Keywords

AI generated
adverse possession twenty year rule procedural default legal representation dominion exercise appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Article 1046 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 1946 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1801 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1801/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη.

Της αναιρεσίβλητης:....., που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε πληρεξούσιο ούτε προτάσεις, γραμμάτιο προείσπραξης και ένσημα, εντός της νομίμου προθεσμίας των τριών ημερών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ΄Εδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2733/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 22-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 7439/16-3-2006 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας Δημητρίου Στόϊκου, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση για τη συζήτησή της, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, εμφανίσθηκε στο δικαστήριο για την εκπροσωπήσει δικηγόρος, ο οποίος δεν αποδεικνύεται ότι έχει διορισθεί νόμιμα πληρεξούσιός της είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση της διαδίκου αυτής που να έχει καταχωρισθεί στα πρακτικά.

Επομένως, η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε κανονικά μέρος στη συζήτηση και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ.- Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλ' έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή ν' ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν' ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ), όπως είναι ο μισθωτής ή άλλος κάτοχος που κατέχει το πράγμα στο όνομα του νομέα εκμισθωτή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περίπτ. β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση.

Πράγματα, συνεπώς, αποτελούν και τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής. Δε δημιουργείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, αν δηλαδή για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, διότι το δικαστήριο αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Το επίδικο ακίνητο είναι ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στην Έδεσσα, στο δεύτερο όροφο της επί της οδού .....

πολυκατοικίας...Το διαμέρισμα αυτό υπήχθη στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας με το 31349/8-6-1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Έδεσσας Πέτρου Μάσσα, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε. Το οικόπεδο στο οποίο ανεγέρθηκε η ως άνω πολυκατοικία ανήκε στην ....., η οποία ανέθεσε σε εργολάβο την ανέγερση σ' αυτό πολυώροφης οικοδομής.

Η οικοδομή αυτή αποπερατώθηκε και άρχισε να κατοικείται περί τα τέλη 1982. Έκτοτε και μέχρι το έτος 1993 η ως άνω κυρία του οικοπέδου ....., στην οποία περιήλθε με το άνω συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας το επίδικο διαμέρισμα, η αποθήκη και η θέση στάθμευσης που περιγράφονται στην αγωγή, εκμίσθωνε επ' ονόματί της και για λογαριασμό της το επίδικο διαμέρισμα στους μισθωτές Ιωάννη Θάνου και Αθανάσιο Πατετσίνη.

Στις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλλε τα ως άνω έτη η ως άνω εκμισθώτρια δήλωνε τα μισθώματα που εισέπραττε από τους μισθωτές της, ενώ στο φορολογικό έντυπο Ε9 περιελάμβανε ως ανήκον σ' αυτήν και το επίδικο διαμέρισμα. Από του έτους 1993 και μέχρι που πέθανε στις 26-2-2002 η ανωτέρω ..... είχε παραχωρήσει στην ενάγουσα το ως άνω επίδικο διαμέρισμά της, στο οποίο η ενάγουσα διέμενε μετά της οικογένειάς της, κάνοντας χρήση και της ως άνω αποθήκης και θέσης στάθμευσης.

Ακολούθως, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "το χρονικό αυτό διάστημα που η ενάγουσα είχε το επίδικο διαμέρισμα και τα ως άνω παρακολουθήματά του στη φυσική της εξουσίαση (κατοχή) και αν ακόμη την ασκούσε με διάνοια κυρίου, αυτή δεν έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-8-2002), δε συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας των 20 ετών".

Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επίδικου διαμερίσματος και των παραρτημάτων του, ισχυριζόμενη ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου σε αυτό, από τον Ιούνιο του 1982, αφότου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, της το παραχώρησε ατύπως η προηγούμενη νομέας του ....., έως την άσκηση της αγωγής, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από μία εικοσαετία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976,977, 1045 και 1946 του ΑΚ, και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη ύπαρξης νομής της ενάγουσας στο επίδικο επί μία τουλάχιστο εικοσαετία, που αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας σε αυτό με έκτακτη χρησικτησία..

Ειδικότερα σαφής και πλήρης είναι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η παραχώρηση της νομής του επιδίκου από την ..... στην ενάγουσα έγινε από το έτος 1993 και συνεπώς όχι από τον Ιούνιο του 1982 που αυτή είχε ισχυρισθεί με την αγωγή της, ισχυρισμό που εκ του πράγματος τον απέρριψε το Εφετείο και ότι έως το έτος 1993 η ενάγουσα δεν είχε ασκήσει πράξεις νομής στο επίδικο ούτε μέσω τρίτου, αφού δέχτηκε ότι αυτό εκμισθωνόταν από την .....

σε τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό αυτής και όχι στο όνομα ή για λογαριασμό της ενάγουσας. Δεδομένου δε, ότι με την αγωγή, όπως από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προκύπτει, η ενάγουσα δεν είχε επικαλεσθεί προς συνυπολογισμό για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για την έκτακτη χρησικτησία χρόνου, τη νομή της δικαιοπαρόχου της αυτής, από το χρόνο που δέχτηκε το Εφετείο ότι έγινε η παραχώρηση στην ενάγουσα της νομής του επιδίκου, δε συμπληρώνεται πράγματι η απαιτούμενη για την έκτακτη χρησικτησία εικοσαετής νομή του επιδίκου από την ενάγουσα.

Επομένως είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, α) ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ 8 (περίπτ. β΄) του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτική της αγωγής της ισχυρισμό, ότι απέκτησε τη νομή του επιδίκου από το έτος 1982, με την παρχώρησή της από την προηγούμενη νομέα του και β) οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Κατά το μέρος, εξάλλου, που με αυτούς η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, και ειδικότερα την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2004 αίτηση της ..... για αναίρεση της 2733/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ