Supreme Court partially allows appeal against forestry land classification, remanding specific issues for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the lower court's decision classifying land for forestry purposes. The appellants argued the evidence was insufficient, but the Court held the lower court correctly weighed all available documents without needing separate evaluation. Consequently, the decision was remanded for further examination on the specific contested points while costs were assigned to the losing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's assessment of evidence is flawed regarding specific points, remanding the case for retrial on those issues while upholding the remainder of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1800 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1800/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. - Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Σ. Χ. του Ι., συζ. Α. Π., κατοίκου ..., 4) Ρ. - Φ. Ζ. του Τ., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Α., του Ι., κατοίκου ..., 6) Φ. Α., του Ι., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ., χήρας Γ., θυγατέρας Μ. Τ., κατοίκου ..., 8) Ε. Σ., χήρας Ε., θυγατέρας Ι. Σ., κατοίκου ... - ..., 9) Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... ..., 10) Μ. - Ε. Μ., θυγατέρας Δ. Ν., κατοίκου ... 11) Θ. Φ. του Δ. Π., κατοίκου ... ..., 12) Β. Φ., χήρας Δ.-Π. Φ., θυγατέρας Θ. Κ., κατοίκου Αίγινας, 13) Α. Φ. του Δ.-Π., κατοίκου ... ..., 14) Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ... ..., 15) Κ. Σ., θυγατέρας Ν., κατοίκου ... ..., 16) Κ. Μ., χήρας Θ., θυγατέρας Ν. Σ., κατοίκου ..., 17) Α. Σ., χήρας Θ. Ν. Σ., συζύγου Γ. Α., κατοίκου ...., 18) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου .... Η 8η αναιρεσίβλητη Ε. Σ., χήρα Ε., θυγατέρα Ι. Σ., κάτοικος ... - ..., δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χ. Π., και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ... Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Ν. Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: ... Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Ν. Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. - Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Σ. Χ. του Ι., συζ. Α. Π., κατοίκου ..., 4) Ρ. - Φ. Ζ. του Τ., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Α., του Ι., κατοίκου ..., 6) Φ. Α., του Ι., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ., χήρας Γ., θυγατέρας Μ. Τ., κατοίκου ..., 8) Ε. Σ., χήρας Ε., θυγατέρας Ι. Σ., κατοίκου ... - ..., 9α) Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... ..., 9β) Μ. - Ε. Μ., θυγατέρας Δ. Ν., κατοίκου ... οι οποίοι, συνεχίζουν τη δίκη στο δικό τους όνομα και στη θέση της αποβιωσάσης την 2-11-2017 εφεσιβλήτου Β. - Α., θυγατέρας Α. Φ., συζύγου Γ. Ν., κατοίκου εν ζωή ... ..., ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, 10) Δ.-Π. Φ. του Α., κατοίκου ... ..., 11) Μ. Ζ. του Γ., συζ. Δ. Γ., κατοίκου ... ..., 12) Κ. Σ., θυγατέρας Ν., κατοίκου ... ..., 13) Κ. Μ., χήρας Θ., θυγατέρας Ν. Σ., κατοίκου ..., 14) Α. Σ., χήρας Θ. Ν. Σ., συζύγου Γ. Α., κατοίκου ...., 15) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου .... Η 8η αναιρεσίβλητη Ε. Σ., χήρα Ε., θυγατέρα Ι. Σ., κάτοικος ... - ..., δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χ. Π. και Α. Κ., και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Χ. Π., ως πληρεξούσια των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 8 αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 13-11-2022, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Μ.
Σ. του Ε., κάτοικος ..., 2) Σ. Σ. του Ε., κάτοικος ..., 3) Ζ. Κ. του Ε., κάτοικος ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Επίσης, η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, δήλωσε ότι: α) Το όνομα της υπό στοιχείο 10 αναιρεσείουσας είχε γραφεί λανθασμένα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως:
Μ.-Ε. Μ. θυγατέρα Δ. Ν. (αντί του ορθού θυγατέρα Δ. Μ.), με συνέπεια να αναγραφεί ομοίως και εις τα δικόγραφά τους, ώστε να συμφωνεί με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και στην αναίρεση του Δημοσίου έχει αναγραφεί λανθασμένα το όνομα της ανωτέρω, ως αναιρεσιβλήτου, επειδή αναγράφεται έτσι στην προσβαλλομένη απόφαση και ζητά τη διόρθωσή του, β) οι υπό στοιχείο 9 και 10 αναιρεσείοντες, συνεχίζουν τη δίκη στο δικό τους όνομα και στη θέση της αποβιωσάσης την 2-11-2017 εφεσιβλήτου Β. - Α., θυγατέρας Α.
Φ., συζύγου Γ. Ν., κατοίκου εν ζωή ... ..., ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, γ) οι υπό στοιχείο 11, 12 και 13 αναιρεσείοντες, συνεχίζουν τη δίκη στο δικό τους όνομα και στη θέση του αποβιώσαντος την ... εφεσιβλήτου, Δ.-Π.
Φ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ίδια ως άνω δικηγόρος, ως πληρεξούσια των υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αφού έλαβε εν νέου το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 13-11-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Μ.
Σ. του Ε., κάτοικος ..., 2) Σ. Σ. του Ε., κάτοικος ..., 3) Ζ. Κ. του Ε., κάτοικος ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χ. Π. και Α. Κ., και κατέθεσαν προτάσεις. Επιπρόσθετα, η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, δήλωσε ότι: α) Το όνομα της υπό στοιχείο 9β αναιρεσιβλήτου είχε γραφεί λανθασμένα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως:
Μ.-Ε. Μ. θυγατέρα Δ. Ν. (αντί του ορθού θυγατέρα Δ. Μ.), με συνέπεια να αναγραφεί ομοίως και εις τα δικόγραφά μας, ώστε να συμφωνεί με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και στην αναίρεση του Δημοσίου έχει αναγραφεί λανθασμένα το όνομα της ανωτέρω, ως αναιρεσιβλήτου, επειδή αναγράφεται έτσι στην προσβαλλομένη απόφαση, και ζητά να διορθωθεί, β) ο υπό στοιχείο 10 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...
σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αίγινας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 10α) Θ. Φ. του Δ. Π., κάτοικος ... ..., 10β) Β. Φ., χήρα Δ.-Π. Φ., θυγατέρα Θ. Κ., κάτοικος Αίγινας, 10γ) Α. Φ. του Δ.-Π., κάτοικος ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χ.
Π. και Α. Κ., και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2012 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι υπό στοιχείο αναιρεσείοντες με την από 14-6-2021 αίτηση και τους από 11-1-2023 προσθέτους λόγους αυτής και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 11-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, από 14-6-2021 (αρ. κατ. 21/2021) μετά των από 11/1/23 και με αρ. κατ. 8/2023 προσθέτων λόγων της, και από 11-5-2021 (αρ. κατ. 12/2021), αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 78/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων Χ.
Π., με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο της ογδόης εξ αυτών Ε. Χ. Ε. Σ., που έλαβε χώρα την 13-11-2022, δήλωσε δε ότι τη δίκη συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι: 1) Μ. Σ. του Ε., 2) Σ. Σ. του Ε. και 3) Ζ.
Κ. του Ε.. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση προκύπτουν από τη με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου ... και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... και ..., καθώς και από το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης. Επομένως, η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα με τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικής αναιρεσείουσας-αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη αντ`αυτής, ενώ τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον.
Περαιτέρω σημειώνεται ότι μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αναίρεσης απεβίωσε ο εκ των εναγόντων - εφεσιβλήτων Δ.-Π. Φ., και η αναίρεση ασκήθηκε υπό των τριών ήδη διαδίκων κληρονόμων του 11ου, 12ης και 13ου των αναιρεσειόντων, σημειούμενου ότι παραδεκτά στράφηκε κατά του αποβίωσαντος η αναίρεση του ήδη αναιρεσείοντος εκκαλούντος ...
Δημοσίου, αφού δεν προκύπτει γνώση του περί του θανάτου (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 401, 403, και 1381/2018).
Οι κρινόμενες αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτές (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων της πρώτης εξ αυτών, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η με αρ. κατ. 29/2017 έφεση του εναγόμενου κατά της υπ' αριθμ. 59/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., και μετ'εξαφάνιση κατά το μέρος της, που αφορούσε το ένα εκ των δύο επιδίκων τμημάτων, απορρίφθηκε ως προς αυτό η με αρ. κατ. 67/2012 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, που είχε πρωτοδίκως γίνει δεκτή στο σύνολο της.
Ι. Επί της πρώτης των ως άνω αιτήσεων.
Κατ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 περ. α).
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 3 του Διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" που επέχει θέση νόμου, αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από τα δάση, τα οποία πριν από την αρχή του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα είχαν αναγνωρισθεί από την Γραμματεία Οικονομικών, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την δημοσίευση του παραπάνω νόμου.
Τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν ισχύουν στις περιφέρειες των ..., της Κρήτης και των ..., ..., ... και των ..., ..., κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 62 του ν.998/1979. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται ,εκτός των άλλων, και στις Κυκλάδες, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή το προγενεστέρως ισχύον κατά περίπτωση δίκαιο ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 568/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 984/2017).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 πλημμέλεια, υπό την έννοια της μη εφαρμογής του άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων επιβεβλημένης εφαρμογής του.
Συγκεκριμένα, προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρόλον ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο στη θέση ...) βρίσκεται στην νήσο ... του Νομού ..., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Εφετείο Αιγαίου) με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την επ' αυτού τεκμαρτή κυριότητα του αναιρεσιβλήτου και περαιτέρω, ότι δεν αποδείχθηκε η προ του έτους 1915 τουλάχιστον τριακονταετής καλόπιστη χρησιδεσποτεία του επιδίκου από τους απωτέρους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων, (μη τιθεμένης τοιαύτης δυνατότητος μετά ταύτα επί των δημοσίων δασικών κτημάτων).
Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Το πρώτο από τα δύο επίδικα γεωτεμάχια βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου ... του Δήμου ... και ... του Νομού ..., απεικονίζεται στο από 11.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π. περιμετρικά με τους αριθμούς 1, 2, 3, ... 33, 142, 141, 140 ... 38, 37, 36, 1, έχει συνολική έκταση κατά το διάγραμμα αυτό 291.972,73 τ.μ.
και συνορεύει κατά το ίδιο διάγραμμα ολόγυρα: επί τεθλασμένης πλευράς 1, 2, 3 ... 32, 33, 142, 141, 140 ... 103, 102, 101 με θάλασσα, επί τεθλασμένης πλευράς 101, 100, 99 ... 88, 87, 86 με ιδιοκτησία Η. Ν., επί τεθλασμένης πλευράς 86, 85, 84 ... 72, 71, 70 με ιδιοκτησία Α. Ν., επί τεθλασμένης πλευράς 70, 69, 68 ... 60, 59, 58 με ιδιοκτησία Ν. Γ. Κ., επί τεθλασμένης πλευράς και πρόσοψης 58, 57, 56 ... 48, 47, 46 με ιδιοκτησία Ν.
Σ. και Ι. Ν. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο, επί πλευράς 46, 45 με ιδιοκτησία Ι. Μ., επί τεθλασμένης πλευράς 45, 44, 43 με ιδιοκτησία Γ. Ξ. και επί τεθλασμένης πλευράς 43, 42, 41... 37, 36, 1 με ιδιοκτησία Σ. Α. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο. Το δεύτερο γεωτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." ή "... ...", απεικονίζεται στο από 10.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Π. περιμετρικά με τους αριθμούς και τα κεφαλαία γράμματα 1, 2, 3, ... 15, 16, 16', 17, ... 58, 63, 64, 65, 66, 67, 94, 93, ... 89, 88, A, Β, Γ, ... Ρ, Σ, Τ, 88, 87, 86, ... 82, 69, 70, 76, 77, 1, έχει συνολική έκταση κατά το διάγραμμα αυτό 76.495,97 τ.μ. και συνορεύει κατά το ίδιο διάγραμμα ολόγυρα: επί τεθλασμένης πλευράς 1, 77, 76, ... 70, 69, 82, 83, ... 87, 88 με ιδιοκτησία κατά συμβόλαιο κληρονόμων Ε.
Ν., επί περιμετρικής τεθλασμένης πλευράς 88, 89, 90, ... 94, 67, 66, 65, 64, 58, 57, ... 17, 16', 16 με θάλασσα, επί τεθλασμένης πλευράς 16, 15, 14 ... 4, 3, 2 με ιδιοκτησία Σ. Α., επί πρόσοψης 2, 1 μήκους 7,55 μ. με αγροτικό δρόμο, επί πλευρών Σ, Τ μήκους 54,20 μ. και Τ, 88, μήκους 85,95 μ. και επί τεθλασμένης πλευράς 88, A, Β, ... Η, Θ, συνολικού μήκους 70,79 μ. με ιδιοκτησία Σ.
Χ., επί τεθλασμένης πλευράς Θ, I, Κ, Λ, Μ, μήκους 84,95 μ. και επί πλευράς Μ, Ν, μήκους 18,48 μ. με ιδιοκτησία Σ. Π., επί πλευρών Ν, Ξ, μήκους 16,76 μ, Ξ, Ο, μήκους 22,33 μ. και Ο, Π, μήκους 6,98 μ. με τον ...", που περιλαμβάνεται στην ως άνω ιδιοκτησία Σ. Π. και επί πλευρών Π, Ρ, μήκους 16,93 μ. και Ρ, Σ, μήκους 84,60 μ., επίσης με ιδιοκτησία Σ.
Π.. Εντός του... τούτου και στο όριο με την ιδιοκτησία Σ. Α. (βορειοανατολικά) υπάρχουν δύο ημιτελή κτίσματα, χαρακτηριζόμενα στο τοπογραφικό διάγραμμα ως στάβλοι, εμβαδού 101,18 τ.μ. και 100,41 τ.μ. Η. Μετά την υποβολή σχετικών αιτήσεων από τους ενάγοντες, ο Διευθυντής Δασών Ν. ... εξέδωσε τις με αριθ. 1605/21.6.2002 και 1604/19.4.2002 πράξεις χαρακτηρισμού για τα επίδικα γεωτεμάχια με τις οποίες τα χαρακτήρισε κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ως δασικές εκτάσεις.
Ειδικότερα, με την με αριθ. 1605/21.6.2002 πράξη αναφορικά με το (πρώτο) γεωτεμάχιο στη θέση "..." της νήσου ..., όπως αυτό απεικονίζεται στο ως άνω από 11.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα, προέβη στον ακόλουθο χαρακτηρισμό της συνολικής έκτασης των 291.972,73 τ.μ., με βάση το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 998/1979, σε εφαρμογή του άρθρου 3 του ίδιου νόμου: 1) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε1 = 9.200 τ.μ. (καφέ περίγραμμα), δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των παρ. 1- 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, γιατί είναι αγροτικής μορφής, με αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής, εμπίπτουσα έτσι στις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979. 2) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2 = 282.772,73 τ.μ. (πράσινο περίγραμμα) αποτελεί δασική έκταση, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (μέσο ποσοστό εμφάνισης της θαμνώδους δασικής βλάστησης 50 - 60 %, κυρίως άρκευθου), χωρίς να αναγνωρίζονται ικανά στοιχεία παλαιότερης αγροτικής δραστηριότητας.
Από άποψη ωφελιμότητας εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 1ε του άρθρου 4 του ν. 998/1979 και από άποψη θέσης στην παρ. 2β του άρθρου 4 του ν. 998/1979. Τα διάσπαρτα άτομα δασικής βλάστησης (άρκευθος κυρίως) που φύονται επί της έκτασης της αγροτικής μορφής, προστατεύονται με την ΔΑΔ 7/2000 της Δ/νσης Δασών Ν. .... Η εν λόγω πράξη χαρακτηρισμού έλαβε υπόψη, α) την με αριθ.
πρωτ. 182/19.3.2002 εισήγηση των υπαλλήλων του ... ... ..., ..., ... - δασονόμου, που συντάχθηκε κατόπιν διενέργειας αυτοψίας στο επίδικο από τον πρώτο, σύμφωνα με την οποία (εισήγηση), η έκταση είναι δασικού χαρακτήρα με κλίση 20 - 40 %, καλυπτόμενη με δασική βλάστηση, κυρίως φίδες, σε ποσοστό 50 - 60 %, με εξαίρεση ένα τμήμα, εμβαδού 14.000 τ.μ.
περίπου, με μέτρια κλίση και εμΦ. τα στοιχεία καλλιέργειας στο παρελθόν (βαθμίδες στο σύνολό του) και δασική βλάστηση πολύ αραιότερη από την υπόλοιπη έκταση και β) την έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών της περιοχής (των ετών 1988 : 188389, 188320, 1983 : 151392, 151393, 1960 : 478 και 1945 : 16849, 16850) της δασολόγου Ε. Γ., από τις οποίες προέκυψε, σύμφωνα με την έκθεση, ότι το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης ήταν ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα και τμήμα στη δυτική πλευρά της καλλιεργούταν το 1945, από δε το 1960 έως σήμερα (ήτοι, έτος 2002, οπότε συντάχθηκε η έκθεση φωτοερμηνείας) εγκαταστάθηκε δασική βλάστηση στο αγροτικό αυτό τμήμα και η έκταση αγροτικής μορφής περιορίζεται όπως αυτή εμφαίνεται με καφέ περίγραμμα στο επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ενόψει δε των ευρημάτων αυτών η τελική πρόταση της έκθεσης φωτοερμηνείας ήταν ότι η εν λόγω έκταση είναι μικτής μορφής:
α) έχει δασικό χαρακτήρα, εμπίπτουσα στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, από άποψη ωφελιμότητας εμπίπτει στην παρ. 1ε του άρθρου 4 του ν. 998/1979 και από άποψη θέσης στην παρ. 2β του άρθρου 4 του ν. 998/1979 και β) έχει αγροτικό χαρακτήρα, εμπίπτουσα στην 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, με την με αριθ. 1604/19.4.2002 πράξη αναφορικά με το (δεύτερο) γεωτεμάχιο στη θέση "..." της νήσου ..., όπως αυτό απεικονίζεται στο ως άνω από 10.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα, προέβη στον ακόλουθο χαρακτηρισμό της συνολικής έκτασης των 76.495,97 τ.μ., με βάση το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 998/1979, σε εφαρμογή του άρθρου 3 του ίδιου νόμου: 1) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε1 = 1.000 τ.μ. (καφέ περίγραμμα), δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των παρ. 1- 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, γιατί είναι αγροτικής μορφής, με αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής, εμπίπτουσα έτσι στις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979. 2) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2 = 75.495,97 τ.μ. (πράσινο περίγραμμα) αποτελεί δασική έκταση, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (μέσο ποσοστό εμφάνισης της θαμνώδους δασικής βλάστησης 50 - 60%, κυρίως άρκευθου), χωρίς να αναγνωρίζονται ικανά στοιχεία παλαιότερης αγροτικής δραστηριότητας, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της.
Η εν λόγω πράξη χαρακτηρισμού έλαβε υπόψη, α) την με αριθ. πρωτ. 181/19.3.2002 εισήγηση των υπαλλήλων του ... ... ..., ..., ... - δασονόμου, που συντάχθηκε κατόπιν διενέργειας αυτοψίας στο επίδικο από τον πρώτο, σύμφωνα με την οποία (εισήγηση), η έκταση είναι δασικού χαρακτήρα με κλίση 20 - 30 %, καλυπτόμενη με δασική βλάστηση, κυρίως φιδές, σε ποσοστό 50 - 60 %, με εξαίρεση ένα τμήμα βορειοανατολικά της έκτασης, εμβαδού 1.000 τ.μ.
περίπου, με ελάχιστη κλίση και δασική βλάστηση, με δύο κτίσματα αναπαλαιωμένα, εμβαδού 200 τ.μ., που εμπίπτει στην παρ. 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και β) την έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών της περιοχής (των ετών 1945 : 168050, 1960 : 76479, 76478, 1988 : 188320) της δασολόγου Ε. Γ., από τις οποίες προέκυψε, σύμφωνα με την έκθεση, ότι, κατά το έτος 1945 το σύνολο της έκτασης εμφανίζεται να έχει δασικό χαρακτήρα με εξαίρεση έκταση στο κέντρο και δυτικά, η οποία είναι αγροτικής μορφής, το έτος 1960 είναι δασικού χαρακτήρα το σύνολο της έκτασης και η προαναφερθείσα έκταση στο κέντρο και δυτικά έχει αρχίσει να καλύπτεται από δασική βλάστηση και το 1988 η έκταση εμφανίζεται δασική στο σύνολό της, εκτός μικρού τμήματος βορειοανατολικά, όπου διακρίνεται μικρό κτίσμα, η δε έκταση στο κέντρο και δυτικά καλύπτεται από δασική βλάστηση σε ποσοστό άνω του 15%, ενόψει δε των ευρημάτων αυτών η τελική πρόταση της έκθεσης φωτοερμηνείας ήταν ότι η εν λόγω έκταση είναι δασικής μορφής, εμπίπτουσα στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, με εξαίρεση τμήμα στα βορειοανατολικά της, το οποίο είναι αγροτικής μορφής, εμπίπτον στην 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979.
Οι ενάγοντες δεν άσκησαν αντιρρήσεις κατά των πιο πάνω πράξεων χαρακτηρισμού ενώπιον της Α'βάθμιας επιτροπής του άρθρου 10 του ν. 998/1979 εντός της νόμιμης προθεσμίας, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από αυτούς. Σύμφωνα δε με το με αριθ. πρωτ. 2123/14.11.2008 έγγραφο του Διευθυντή Δασών Ν. ..., που αφορούσε πιστοποιητικό ….κατ' άρθρο 35 του ν. 998/1979 (κατά την παρ. 2 του οποίου, στις δικαιοπραξίες στη ζωή περί μεταβίβασης ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης ολόκληρου/ης, μέρους αυτών ή ιδανικού μεριδίου, προσαρτάται πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενο δεν καταστράφηκε από πυρκαγιά μετά την 11η.6.1975 και σε κάθε εφεξής περίπτωση κατά την τελευταία τριακονταετία από της 11ης.6.1975, διαφορετικά η δικαιοπραξία είναι άκυρη) επί σχετικής αίτησης ενδιαφερομένου ενάγοντας, oι εν λόγω πράξεις χαρακτηρισμού κατέστησαν (με βάση την δασική νομοθεσία και νομολογία) τελεσίδικες, ενόψει της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση αντιρρήσεων, μολονότι έως το χρόνο κατάρτισης του εγγράφου τούτου δεν είχαν εκδοθεί τα σχετικά πιστοποιητικά τελεσιδικίας από την Διεύθυνση Δασών Ν. ....
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 998/1979, ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως έχουσας δασικό χαρακτήρα ή μη καθίσταται οριστικός και αμετάκλητος, όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων ενώπιον της επιτροπής του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, η οποία είναι εξήντα (60) ημερών από την επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης χαρακτηρισμού κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 14, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 33 παρ. 2 του ν. 4280/2014 (ήτοι, κοινοποίηση της πράξης σ' εκείνον που υπέβαλε τη σχετική αίτηση, αποστολή αυτής στον οικείο δήμο ή κοινότητα και έκθεση επί ένα μήνα με μέριμνα του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα, περαιτέρω δε δημοσίευση της ανακοίνωσης περί της σύνταξης της ως άνω πράξης και της αποστολής της στον οικείο δήμο ή κοινότητα, με περίληψη του περιεχομένου της, σε δυο τουλάχιστον τοπικές εφημερίδες ή σε μια τοπική και μια εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά το όπως παραπάνω με αριθ. πρωτ. 2123/14.11.2008 έγγραφο περί πιστοποιητικού ακαϊας, αφού οι ως άνω με αριθ. 1605/21.6.2002 και 1604/19.4.2002 πράξεις χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. ... δημοσιεύθηκαν στις τοπικές εφημερίδες Κοινή Γνώμη και Αρχιπέλαγος στις 29.3.2006 και ολοκληρώθηκε η ευρεία δημοσίευση αυτών, ακολούθησε η υποβολή αίτησης ενδιαφερομένης για έκδοση τελεσιδικίας αυτών (με αριθ.
πρωτ. 5376/24.10.2008), αλλά και υποβολή αίτησης ενδιαφερομένων για ανάκληση αίτησης τελεσιδικίας (με αριθ. πρωτ. 2156/3.4.2008), ενόψει δε της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση αντιρρήσεων ενώπιον της Α'βάθμιας επιτροπής, οι εν λόγω πράξεις χαρακτηρισμού κατέστησαν τελεσίδικες, παρά την μη έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών τελεσιδικίας.
Τέλος, κατά το με αριθ. πρωτ. 37841/2980 /3.10.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... προς τη ΔΟΥ ..., μετά από συμπληρωματική φωτοερμηνεία διαπιστώθηκε πως και οι δύο εκτάσεις που χαρακτηρίστηκαν οριοθετούνται στην πλειονότητά τους με ξηρολιθιά (η οποία εμφανίζεται σαφώς από το 1945) και αιγιαλό. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν με την αγωγή τους, όπως προαναφέρθηκε κατά την έκθεση του ιστορικού της, ότι τα επίδικα περιέχουν τμήματα καλλιεργήσιμα και τμήματα μη καλλιεργήσιμα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοί τους ως βοσκότοπους για τα πρόβατα και τις κατσίκες.
Όσον αφορά τα τμήματα των επιδίκων που κρίθηκαν ότι έχουν αγροτική μορφή με τις όπως παραπάνω πράξεις χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Ν. ..., ήτοι το τμήμα εμβαδού 9.200 τ.μ. του πρώτου επιδίκου και το τμήμα εμβαδού 1.000 τ.μ. του δευτέρου επιδίκου, ως προς τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, για το λόγο ότι δεν αμφισβητήθηκε η κυριότητά τους από το εναγόμενο (ενόψει του ότι οι ενάγοντες ζητούσαν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο σύνολο των επιδίκων, συνεπώς περιελάμβαναν και τα μη αμφισβητούμενα λόγω της αγροτικής μορφής τους ως άνω τμήματα), και ως προς τα οποία δεν ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες, δεν μεταβιβάστηκε η αγωγή ως προς αυτά στο Δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο και, συνεπώς, δεν ερευνάται η μορφή και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς στον δεύτερο βαθμό.
Περαιτέρω, όσον αφορά τα τμήματα των επιδίκων, εμβαδού 282.772,73 τ.μ. και 75.495,97 τ.μ., ο δασικός χαρακτήρας τους κρίθηκε με τις με αριθ. 1605/21.6.2002 και 1604/19.4.2002 πράξεις χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. ... αντίστοιχα, οι οποίες έχουν καταστεί τελεσίδικες σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω. Άλλωστε, ο δασικός χαρακτήρας αυτών έχει ήδη συνομολογηθεί εξωδίκως, αφενός μεν από ορισμένους των εναγόντων από το γεγονός ότι υπέβαλαν αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού …., που εκδίδεται στην περίπτωση ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης, ολόκληρων ή μέρους τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 του ν.998/1979, αφετέρου δε από τις όπως παρακάτω συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, με τις οποίες αποδέχθηκαν ως κληρονομιαία τα δύο επίδικα γεωτεμάχια, στις οποίες τα περιγράφουν όπως οι παραπάνω πράξεις χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. ..., των οποίων και κάνουν ρητή αναφορά.
Ωστόσο, ο δασικός χαρακτήρας των επιδίκων αφορά στην πραγματική κατάσταση αυτών κατά την εξετασθείσα χρονική περίοδο, ήτοι από το 1945 και μετά που υφίστανται αεροφωτογραφίες των περιοχών στις οποίες βρίσκονται (σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη) και, μολονότι δεν αναιρείται αυτός λόγω του τελεσιδίκου ως προς την παρούσα κατάσταση, δεν καλύπτει την απώτερη πριν το 1945 χρονική περίοδο, για την οποία δεν υπάρχουν αεροφωτογραφίες, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τα ευρήματα των εκθέσεων αυτοψίας και φωτοερμηνείας στα επίδικα, α) ως προς το πρώτο (στη θέση ...), τμήμα στη δυτική του πλευρά καλλιεργούταν το 1945, ενώ από το 1960 έως το 2002 εγκαταστάθηκε δασική βλάστηση στο τμήμα αυτό, έτσι ώστε η αγροτική έκταση του όλου επιδίκου περιορίστηκε στο τμήμα εμβαδού 9.200 τ.μ.
και β) ως προς το δεύτερο (στη θέση ...), για το οποίο κρίθηκε ότι μόνο ένα τμήμα του, εμβαδού 1.000 τ.μ., κείμενο βορειοανατολικά, είναι αγροτικής μορφής, το 1945 έκταση στο κέντρο και δυτικά ήταν αγροτικής μορφής και στη συνέχεια περιορίστηκε, αυξηθείσας αντίστοιχα της δασικής βλάστησης. Δηλαδή, προκύπτει η ύπαρξη περισσοτέρων τμημάτων εντός των επιδίκων που είχαν αγροτική μορφή στο παρελθόν (και δη το 1945 για το οποίο υφίστανται αεροφωτογραφίες), ο υφιστάμενος των οποίων τώρα δασικός χαρακτήρας δεν αποτελεί τεκμήριο για την κυριότητα τους από το εναγόμενο εάν δεν είχαν δασικό χαρακτήρα κατά την έναρξη ισχύος του β.δ.
της 17 (29).11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών". Ερευνητέο δε είναι εάν τα επίδικα στο σύνολό τους εμπίπτουν στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, δεδομένης της άρνησης της αγωγής από το εναγόμενο και, σε κάθε περίπτωση, εάν ως προς τα τμήματα εκείνα των επιδίκων που είχαν ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα - για τα οποία υφίσταται το τεκμήριο κυριότητας του εναγομένου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατέστησαν κύριοι τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό ισχύον τότε δίκαιο έως 11.9.1915.
Τούτο δε, καθώς στην αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων, εμπεριέχεται (κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου τους) καθ' υποφορά η αντένσταση στην ένσταση του εναγομένου περί ίδιας κυριότητας των επιδίκων λόγω της δασικής μορφής τους, της κτήσης της κυριότητας αυτών (επιδίκων, κατά το μέρος που είχαν δασικό χαρακτήρα) από τους απώτατους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου έως την 11η.9.2015.
Οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγόντων, με βάση τους οποίους επικαλούνται ότι νέμονται τα επίδικα με διάνοια συγκυριών, νόμιμους τίτλους και καλή πίστη, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της αγωγής, αλλά και ότι πριν από αυτούς ασκούσαν όμοιες πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι και απώτεροι, συνεχώς και αδιαλείπτως για το για το χρονικό διάστημα από το 1875 τουλάχιστον και έως την άσκηση της αγωγής, έχουν ως εξής:
Με τις με αριθ. 14177/31.5.2010 και 14178/31.5.2010 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Φ. Κ. - Γ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών τουΥποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 78, αριθ. 56 και 57 αντίστοιχα), οι ενάγοντες, πλην του δέκατου πέμπτου και της δέκατης έκτης, αποδέχθηκαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, την κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 6.4.2001, στη νήσο ...
Ν. ..., προγόνου τους Ν. Σ. του Ι. και της Σ. και, συγκεκριμένα, η έβδομη ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά του με την δεύτερη ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς και οι λοιποί ενάγοντες αποδέχθηκαν αυτήν με την πρώτη από τις εν λόγω συμβολαιογραφικές πράξεις. Ειδικότερα, ο Ν. Σ. δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε ως ακολούθως:
Α) από τις αμφιθαλείς αδελφές του 1) Ε. σύζ. Ν. Π., το γένος Ι. και Σ. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45, πλην όμως αυτή αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 14/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθε στην κληρονομική της μερίδα η κόρη της και πρώτη των εναγόντων Σ. - Α., θυγ.
Ν. Π., 2) Π. σύζ. Ι. Χ., το γένος Ι. και Σ. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45, πλην όμως αυτή αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 12/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθαν στην κληρονομική της μερίδα τα τέκνα της 2α) Κ. Χ. του Ι. και 2β) Σ. Χ. του Ι., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/45 ο καθένας, 3) Φ.
σύζ. Μ. Τ., το γένος Ι. και Σ. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45, πλην όμως και αυτή αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 13/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθαν στην κληρονομική της μερίδα οι τρεις θυγατέρες της, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/3 η καθεμία, δηλαδή, 3α) Α.
θυγ. Μ. Τ., σύζ. Γ. Κ., πρώην σύζ. Τ. Ζ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/45, που επίσης αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 19/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθε στην κληρονομική της μερίδα η θυγατέρα της Ρ. - Φ. θυγ. Τ. Ζ., κατά το ίδιο ποσοστό, 3β) Σ. θυγ. Μ. Τ., σύζ. Ι. Α., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/45, η οποία επίσης αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 18/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθαν στην κληρονομική της μερίδα οι δύο θυγατέρες της, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/2 η καθεμία, δηλαδή, 3β.1) Δ.
θυγ. Ι. Α., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στην όλη κληρονομιά 1/45 και 3β.2) Φ. θυγ. Ι. Α., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στην όλη κληρονομιά 1/45 και 3γ) Ε. θυγ. Μ. Τ., σύζ. Γ. Κ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/45, 4) Ε. σύζ. Ε. Σ., το γένος Ι. και Σ. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45 και 5) Α. σύζ. Δ. Κ., το γένος Ι. και Σ. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45, που επίσης αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθ. 15/12.7.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς και έτσι υπεισήλθαν στην κληρονομική της μερίδα τα δύο τέκνα της Α.
Κ. του Δ. και Σ. Κ. του Δ. κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου % το καθένα, δηλαδή, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/45 στην όλη κληρονομιά, την οποία όμως δεν αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη για φορολογικούς λόγους. Β) από τα τέκνα των προαποβιωσάντων αμφιθαλών αδελφών του και συγκεκριμένα από: 1) τα τέκνα της αδελφής του Α.
συζ. Α. Φ., το γένος Ι. και Σ. Σ., που απεβίωσε στις 10.1.1976, δηλαδή από τους: α) Δ. - Π. Φ. του Α. και β) Β. - Α. Φ. του Α., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45 κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/45 από τον καθένα, 2) την θυγατέρα της αδελφής του Ε. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ι. και Σ. Σ., που απεβίωσε στις 6.9.1997, δηλαδή, την Μ.
θυγ. Γ. Ζ., σύζ. Δ. Γ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/45 και Γ) από τις τρεις θυγατέρες της ετεροθαλούς αδελφής του Μ. ς Ν. Σ., το γένος Κ. και Σ. Ρ., που απεβίωσε στις 29.2.1980, δηλαδή, τις, α) Κ. θυγ. Ν. Σ., β) Κ. θυγ. Ν. Σ. και γ) Α. θυγ. Ν. Σ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/45 κοινά, αδιαίρετα και κατ' ίση μοίρα, δηλαδή κατά ποσοστό 1/45 εξ αδιαιρέτου από την καθεμία.
Στην κληρονομιά του περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με τις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής, τα δύο επίδικα γεωτεμάχια, όπως αυτά περιγράφονται, κατά τα προαναφερθέντα, στα από 10 και 11.11.2001 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π., τα οποία είχαν περιέλθει στον αποβιώσαντα, κατά τις συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις, με το με αριθ. ...
συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αναστασάκη, από δωρεά του πατέρα του Ι. Σ.υ του Ν. και της Φ.. Σύμφωνα με το ως άνω ... συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 63, αριθ- 122), μεταβιβάστηκαν στον κληρονομηθέντα εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες Ν.
Σ. του Ι.. από τον πατέρα του Ι. Σ. του Ν., μεταξύ άλλων, τα εξής ακίνητα, κείμενα στη νήσο ... Ν. ...: Α) (με αριθ. 1 στο συμβόλαιο) Ένας ... ονομαζόμενος "...", βοσκότοπος, τριάντα (30) περίπου στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον ή όσης έκτασης και αν είναι στην πραγματικότητα, συνορευόμενος βόρεια με κτήματα του δωρητή, ανατολικά με κτήματα κληρονόμων Ε.
Θ. Ν., νότια και δυτικά με θάλασσα, που περιήλθε στον δωρητή από αγορά, με το με αριθ. 3012/2.9.1916 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Π. Α. Κ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 33, αριθ. 161). Πρόκειται για το δεύτερο από τα επίδικα γεωτεμάχια, στη θέση "...", έκτασης κατά την αγωγή 76.495,97 τ.μ., από τα οποία έχει κριθεί τελεσίδικα ότι 1.000 τ.μ.
είναι αγροτικής μορφής και τα υπόλοιπα ότι είναι δασική έκταση. Β) (με αριθ. 3 στο συμβόλαιο) Ένας βοσκότοπος, περιτοιχιζόμενος και ονομαζόμενος "...", έκτασης είκοσι πέντε (25) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενος βόρεια με κτήματα του δωρητή, νότια με αγρό "...", ανατολικά με κτήματα Α. Ν. Ν., Ν. Γ. Κ. και δυτικά με κληρονόμους Ε.
συζ. Ε. Σ., που περιήλθε στον δωρητή με το με αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 39, αριθ. 240). (με αριθ. 4 στο συμβόλαιο) Ένας βοσκότοπος περιτοιχιζόμενος, ονομαζόμενος "... - ...", έκτασης τριάντα (30) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενος βορειοανατολικά με κτήματα του δωρητή και "γύρωθεν" με θάλασσα, που περιήλθε στον δωρητή με το με αριθ. 2.506/17.10.1933 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 37, αριθ. 210). Και (με αριθ. 5 στο συμβόλαιο) ένας βοσκότοπος περιτοιχιζόμενος, ονομαζόμενος "...", έκτασης είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενος βόρεια με κτήματα Η. Ν. Ν., νότια με κτήματα του δωρητή, ανατολικά με κτήματα Α. Ν. Ν. και δυτικά με θάλασσα, που περιήλθε στον δωρητή με το με αριθ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., νόμιμα μεταγραμμένο στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών, σε συνδυασμό προς την με αριθ. ... πράξη εξόφλησης του συμβολαιογράφου Τ. Λ. Γ. Τ.. Πρόκειται για το πρώτο από τα επίδικα γεωτεμάχια, συνολικής έκτασης 291.972,73 τ.μ., από τα οποία έχει κριθεί τελεσίδικα ότι 9,200 τ.μ.
είναι αγροτικής μορφής και τα υπόλοιπα ότι είναι δασική έκταση, και το οποίο, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, προέκυψε από τη συνένωση των με αριθμ. 3, 4 και 5 στο δωρητήριο τούτο συμβόλαιο βοσκοτόπων. Ακολούθως, όσον αφορά την κτήση των επιδίκων από τον δωρητή Ι. Σ. του Ν. και της Φ. με τους αναφερόμενους στο δωρητήριο συμβόλαιο τίτλους ιδιοκτησίας, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και δη τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εν αγόντων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Α) Ως προς το δεύτερο γεωτεμάχιο στη θέση "...": Σύμφωνα με το με αριθ. 3012/2.9.1916 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Π. Α. Κ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 33, αριθ. 161), μεταβιβάστηκε στον (μετέπειτα δωρητή) Ι. Σ. του Ν. από τον πατέρα του Ν. Σ. του Ν., λόγω πώλησης, μεταξύ άλλων, ένας αγρός στη θέση "...", διηρημένος σε δύο, περιτοιχισμένος, έκτασης έξι κιλών σποράς και συνορευόμενος ολόγυρα με αγρούς Α.
Α. Μ., Α. Ι. Μ., Γ. Α. Μ. και παραλία, που είχε περιέλθει στον πωλητή από κληρονομιά του εξ αδιαθέτου προ εξηκονταετίας αποβιώσαντος πατέρα του Ν. Σ. (ήτοι, το 1856), όπως ο ίδιος δήλωσε κατά την σύνταξη του συμβολαίου τούτου. Από τους ως άνω παρατιθέμενους τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι έχουν μεταξύ τους αλληλουχία, αναφέρονται στην ίδια τοποθεσία, με ένα εκ των ορίων τη θάλασσα και, σε συνδυασμό, αφενός με το ότι το γεωτεμάχιο τούτο ήταν περιτοιχισμένο ήδη από το 1945, όπως διαπιστώθηκε από τη συμπληρωματική φωτοερμηνεία της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... (βλ.
το ανωτέρω με αριθ. πρωτ. 37841/2980/3.10.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... προς τη ΔΟΥ ...), η οποία περιτοίχιση μνημονεύεται και στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1916 και, αφετέρου με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Ι. Μ., Γ. Η.. Ν. και Α. Γ.. Ν., οι οποίοι ήταν κάτοικοι της περιοχής από τη γέννησή τους και μεγάλης ηλικίας κατά το χρόνο που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις και θυμούνταν και από προσωπική τους αντίληψη και από διηγήσεις προγενεστέρων τις πράξεις νομής με διάνοια κυρίου που ασκούνταν στο ως άνω επίδικο τον περασμένο αιώνα και ακόμη παλαιότερα (οι οποίες δεν μπορούν να αναιρεθούν από την ένορκη βεβαίωση του δασολόγου Ι.
Δ., που δόθηκε για λογαριασμό του εναγομένου, ο οποίος γνώριζε και αναφέρθηκε μόνο στη μορφή του εδάφους του επιδίκου), το Δικαστήριο οδηγείται στη δικανική πεποίθηση ότι το επίδικο τούτο εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, οι οποίοι ανάγονται σε χρόνο προ του 1875, με απώτατο δικαιοπάροχό τους τον Ν.
Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τον γιο του Ν. Σ. του Ν., αυτός δε το πώλησε στο δικό τού γιο Ι. Σ. του Ν. με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο του 1916, στο οποίο και γίνεται αναφορά για την κτήση της κυριότητας του πωλητή από κληρονομιά του προ εξηκονταετίας αποβιώσαντος πατέρα του. Η απόκλιση που υπάρχει μεταξύ των τίτλων ιδιοκτησίας ως προς την έκταση του επιδίκου (ήτοι, ενώ έχει εμβαδόν το αμφισβητούμενο τμήμα του 75.495,97 τ.μ. [πλέον 1.000 τ.μ.
το μη αμφισβητούμενο, αγροτικής μορφής τμήμα αυτού], φαίνεται στο δωρητήριο συμβόλαιο του ... να έχει εμβαδόν 30 στρέμματα ή όσης, περισσότερης ή λιγότερης, έκτασης είναι και στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1916 να έχει έκταση έξι κιλών σποράς) δεν αναιρεί την ταυτότητά του με βάση τ' ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο υπολογισμός της έκτασης των γεωτεμαχίων στο παρελθόν γινόταν κατά προσέγγιση, με βάση τα καλλιεργούμενα τμήματά τους, ενώ δεν συνοδεύεται ο νεότερος τίτλος ιδιοκτησίας του ... (το συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή) από τοπογραφικό διάγραμμα που να περιέχει με μεγαλύτερη ακρίβεια την έκτασή του, πλέον δε τούτων, ενώ αναφέρεται στο εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο του ...
ως βοσκότοπος εν γένει, περιέχει καλλιεργήσιμα κατά το παρελθόν (έως το 1945 οπωσδήποτε) τμήματα προς το κέντρο και δυτικά (όπως προαναφέρθηκε). Επρόκειτο, πάντως, για έκταση κατά το μεγαλύτερο μέρος της δασική, με βάση την κλίση του εδάφους και την δασική της βλάστηση. Όπως δε προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο οδηγείται στη δικανική πεποίθηση ότι οι ενάγοντες και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι και απώτεροι, καθ' όλο το διάστημα που αφορούν οι προπαρατεθέντες τίτλοι ιδιοκτησίας τους (αναγόμενοι σε χρόνο προ του 1875), με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, ως αγροτικού ακινήτου κατά το καλλιεργήσιμο μέρος του, που καλλιεργούσαν με σιτηρά, ενώ το χρησιμοποιούσαν για την παραμονή και βόσκηση των ζώων τους - προβάτων και αιγών - κατά το μη καλλιεργήσιμο μέρος, αρχικά ο απώτατος και ο απώτερος και, ακολούθως, ο άμεσος δικαιοπάροχός τους και εν τέλει οι ίδιοι, οι οποίοι το επισκέπτονται, επιτηρούν, έχουν προβεί στην εμβαδομέτρησή του και σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, έτσι ώστε τούτο είχε περιέλθει στην κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Ν.
Σ. και κατά το μέρος που ήταν δασική έκταση στις 11.9.1915, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το βρδ., ήτοι με άσκηση των ως άνω εμφανών πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς κατά την προηγηθείσα του χρονικού τούτου σημείου τριακονταετία, περαιτέρω δε περιήλθε στο σύνολό του στους ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας στον καθένα, με παραγωγό και πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας (για την τελευταία ανεξαρτήτως καλής πίστης από 23.2.1946 και εντεύθεν), με την προσμέτρηση του δικού τους χρόνου σύννομης στο χρόνο νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους, ειδικά δε ως προς την δέκατη πέμπτη και τον δέκατο έκτο των εναγόντων, που δεν αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη, νόμιμα μεταγραμμένη, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, περιήλθε τούτο κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας μόνο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Μετά από αυτά, η εκκαλουμένη δεν έσφαλε που έκρινε μεν τα ίδια, με συνοπτικότερη όμως, αλλά και διάφορη εν μέρει αιτιολογία και δέχθηκε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά στο ως άνω, στη θέση "..." της νήσου ... Ν. ... κείμενο γεωτεμάχιο, εμβαδού 75495,97 τ.μ., και αναγνώρισε τους ενάγοντες ως συγκυρίους τούτου, απορριπτομένης της ένστασης περί ίδιας κυριότητας του εναγομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Γι' αυτό πρέπει να συμπληρωθεί και αντικατασταθεί η εκκαλουμένη κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, να απορριφθούν δε οι υπό κρίση λόγοι έφεσης και πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν ως προς το γεωτεμάχιο τούτο. Β) Ως προς το πρώτο γεωτεμάχιο στη θέση "..." οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγόντων έχουν ως εξής:
Βα) Ως προς το επιμέρους γεωτεμάχιο - βοσκότοπο, με αριθ. 3 στο δωρητήριο συμβόλαιο και με το ειδικότερο τοπωνύμιο "...": Σύμφωνα με το με αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ. Α., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 39, αριθ. 240), μεταβιβάστηκε στον (μετέπειτα δωρητή) Ι.
Σ. του Ν. από τους Θ. Α. Μ., Ά. Α. Μ., Α. χήρα Χ. Σ., το γένος Α. Μ., Ά. σύζ. Ρ. Μ., το γένος Α. Μ., Α. σύζ. Α.. Κ., το γένος Α. Μ. και Μ. σύζ. Δ. Δ., το γένος Α. Μ., κατά ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 8/9, ένας βοσκότοπος ακαλλιέργητος (δέμα) στη θέση "..." ή "..." της νήσου ..., έκτασης του όλου στρεμμάτων είκοσι πλέον ή έλαττον και συνορευόμενος ολόγυρα με Ι.
Ν. Σ., Η. Α. Ν., Ν. Ε. Σ. και δημόσιο δρόμο, στους οποίους (πωλητές) είχε περιέλθει από κληρονομιά του προ τριακονταπενταετίας (ήτοι το 1311) αποβιώσαντος πατέρα τους Α. Μ.. Ββ) Ως προς το επιμέρους γεωτεμάχιο - βοσκότοπο, με αριθ. 4 στο δωρητήριο συμβόλαιο και με το ειδικότερο τοπωνύμιο "... ...": Σύμφωνα με το με αριθ. 2.506/17.10.1933 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 37, αριθ. 210), μεταβιβάστηκε στον (μετέπειτα δωρητή) Ι. Σ. του Ν., λόγω πώλησης, από τους συγκύριους Μ. Ν.. Μ., το γένος Μ. Ο., Ι. Ν. Μ., Μ. Ν. Μ., Α. Ν.-. Μ., Μ. Ν. Μ.., κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου 25/28, ένας αγρός περιτοιχισμένος, καλούμενος "...", ευρισκόμενος στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας ..., έκτασης του όλου τριών κιλών σποράς μετά της συνεχόμενης νομής και συνορευόμενος ολόγυρα με κτήματα Γ. Σ. και Ι. Μ., στους οποίους (πωλητές) είχε περιέλθει κατά τα παρακάτω ποσοστά συγκυριότητας, ως εξής: Ββα) στην Μ. Ν.. Μ. κατά ποσοστό 7/28 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1911 συζύγου της Ν.
Μ., Βββ) στον Ι. Ν. Μ. κατά ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου (σύμφωνα με το ως άνω ... πωλητήριο συμβόλαιο), δυνάμει του με αριθ. ..., νόμιμα μεταγραμμένου (στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., τόμ. 39, αριθ. 209), πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Β. από την Ά. σύζ. Γ. Β., το γένος Ν. Μ., (κατά το οποίο μεταβιβάστηκε το ποσοστό συγκυριότητάς της 1/8 εξ αδιαιρέτου) και στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1911 πατέρα της Ν.
Μ., στον δε τελευταίο δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου ... Ε. Λ., κατά ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου (σύμφωνα με το ως άνω ... πωλητήριο συμβόλαιο), δυνάμει του με αριθ. 479/14.6.1930, νόμιμα μεταγραμμένου (στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. 39, αριθ. 210), πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από τον Ε.
Μ.. (κατά το οποίο μεταβιβάστηκε το ποσοστό συγκυριότητάς του 1/8 εξ αδιαιρέτου) και στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1911 πατέρα του Ν. Μ., στον δε τελευταίο δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου ... Ε. Λ., και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1911 πατέρα του Ν.
Μ., και Ββγ) στους λοιπούς Μ. Ν. Μ., Ά. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ.., κατά το ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου στον καθένα (το εν λόγω ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου του καθενός πωλήθηκε, σύμφωνα με το ως άνω ... πωλητήριο συμβόλαιο, στον μετέπειτα δωρητή Ι. Σ. του Ν.), από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1911 πατέρα τους Ν. Μ.. Περαιτέρω, στον αποβιώσαντα το 1911 Ν.
Ι. Μ. είχε περιέλθει, σύμφωνα με το με αριθ. ... συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Λ., το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι έχει μεταγράφει, από τον πατέρα του Ι. Α. Μ. ο προπεριγραφόμενος αγρός με την περαιτέρω αναφορά ότι η δίοδος του αγρού τούτου είναι δια της παρακείμενης χορτονομής του ίδιου δωρητή, η οποία "παρακείμενη χορτονομή" περιγράφεται παρακάτω ως περιτοιχισμένη, κείμενη στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας της ερημονήσου ..., όσης έκτασης και αν είναι, συνορευόμενη (το εμπρόσθιο μέρος αυτής) με Ν. Σ., δωρητή και παραθαλάσσιους, αλλά και κτήματα Ν. Μ., Γ. Σ., Α. Ν. και Ε. Κ. (το μέσα μέρος αυτής). Τέλος, κατά τη δήλωση του δωρητή αιτία θανάτου στο εν λόγω με αριθ. ... συμβόλαιο, όλα τα δωρούμενα ακίνητα, μεταξύ των οποίων ο προπεριγραφόμενος αγρός, περιήλθαν στην κυριότητα του δωρητή από αγορά και ότι είναι ελεύθερα από κάθε βάρος, κάθε εν γένει υποχρέωση και εκνίκηση.
Bγ) Ως προς το επιμέρους γεωτεμάχιο - βοσκότοπο, με αριθ. 5 στο δωρητήριο συμβόλαιο και με το ειδικότερο τοπωνύμιο "...": Σύμφωνα με το με αριθ. 12.551/24.9.1937 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τ. Λ. Γ. Τ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. 38, αριθ. 170), μεταβιβάστηκε στον (μετέπειτα δωρητή) Ι.
Σ. του Ν. από τον Α. Ν. του Ν., λόγω πώλησης, μεταξύ άλλων, κατά ποσοστό συγκυριότητας 14/48 εξ αδιαιρέτου, ένας αγρός περιτοιχισμένος, καλούμενος "...", στη θέση ... της νήσου ..., όσης έκτασης και αν είναι, και συνορευόμενος "γύρωθεν" με Ν. Ν., Μ. Μ.. και Ι. Μ., μετά του δικαιώματος που είχε, δυνάμει του αμέσως παρακάτω με αριθ. ...
πωλητηρίου συμβολαίου, να λάβει κατά την διανομή που θα γινόταν ως μερίδιό του ολόκληρο τον ως άνω αγρό "...", τον οποίο ήδη κατείχε και νεμόταν ως ίδιον, και ο οποίος (αγρός "...") είχε περιέλθει στον πωλητή, α) κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/48 με το με αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ.
Α., λόγω πώλησης από τον Δ. Γ. Σ. και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου 8/48 με το με αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ. Μ., λόγω πώλησης από τον Ν. Α. Κ.. Περαιτέρω, σύμφωνα με το με αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. 38, αριθ. 51), στον (πωλητή προς τον Α.
Ν. του Ν.) Δ. Γ. Σ. είχε περιέλθει, κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/8 (ή 6/48) εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του κατά το έτος 1913 αποβιώσαντος πατέρα του Γ. Σ., μεταξύ άλλων, αγρός (...) στη θέση ... της νήσου ..., όσης έκτασης είναι, συνορευόμενος με Ν. Ν., Μ. Μ.. και Ι. Μ.. Επίσης, σύμφωνα με το με αριθ, ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. 38, αριθ. 58), στον (πωλητή προς τον Α. Ν. του Ν.) Ν. Α. Κ. είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 1/6 (ή 8/48) εξ αδιαιρέτου, αφενός από αγορά από τον Θ. Γ. Σ., δυνάμει του με αριθ. 17935/24.4.1930 συμβολαίου, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου (και ήδη τότε Κοινότητας) ...
και, αφετέρου, από αγορά επίσης από την Ά. Σ., στους οποίους είχε περιέλθει, από κληρονομιά του κατά το έτος 1913 αποβιώσαντος πατέρα των τελευταίων Γ. Σ., μεταξύ άλλων, αγρός ... στη θέση ... της νήσου ..., όσης έκτασης είναι, συνορευόμενος με Ν. Ν., Μ. Μ.. και Ι. Μ., μετά του δικαιώματος να λάβει ως μερίδιό του ολόκληρο τον ως άνω αγρό "...", κατά την διανομή που θα γινόταν μεταξύ του πωλητή και των συγκληρονόμων του Γ.
Σ. του κληρονομιαίου τούτου ακινήτου. Από τους ως άνω παρατιθέμενους τίτλους ιδιοκτησίας και την αντιπαραβολή μεταξύ τους και με το από 11.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π. συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Υφίσταται ιδιαίτερα μεγάλη, σχεδόν τετραπλάσια, απόκλιση της έκτασης που έχει το επίδικο στο σύνολό του (282.772,73 τ.μ.
το αμφισβητούμενο τμήμα, πλέον 9.200 τ.μ. το μη αμφισβητούμενο, αγροτικής μορφής τμήμα) από εκείνη που έχουν, αθροιζόμενα, τα επιμέρους γεωτεμάχια που το απαρτίζουν, με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου τους (το δωρητήριο συμβόλαιο του ...), ήτοι 25 περίπου στρέμματα ο βοσκότοπος με την ονομασία "...", 30 περίπου στρέμματα ο βοσκότοπος με την ονομασία "... ...υ" και 20 περίπου στρέμματα ο βοσκότοπος στη θέση "..." και συνολικά 75 περίπου στρέμματα, ενώ δεν έχει αποτυπωθεί στο ως άνω από 11.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα η έκταση του καθενός από τα τρία συνεχόμενα γεωτεμάχια, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η ακριβής απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη ή μικρότερη ως προς κάποιο από αυτά. 2) Ως προς το γεωτεμάχιο με την ειδικότερη ονομασία "...", δεν προκύπτει ταύτιση του ακινήτου που περιέχεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων (δωρητήριο συμβόλαιο του ...) με τον επικαλούμενο ως τίτλο ιδιοκτησίας στο συμβόλαιο αυτό, ήτοι το προαναφερόμενο με αριθ. 41343/1946 πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς, α) η θέση των δύο ακινήτων είναι διαφορετική ("..." στο πρώτο, "..." ή "..." στο δεύτερο), β) διαφέρουν επίσης και τα όρια αυτών, ενόψει του ότι, ενώ το επιμέρους τούτο επίδικο συνορεύει δυτικά με θάλασσα, δεν αναφέρεται αυτή καθόλου ως όριο του ακινήτου στον πρώτο τίτλο, αντίθετα αναφέρεται ότι συνορεύει δυτικά με κληρονόμους Ε.
συζ. Ε. Σ., στο δε πωλητήριο συμβόλαιο του 1946 επίσης δεν αναφέρεται θάλασσα ως όριο του πωλουμένου και, γ) ενώ είναι περιτοιχισμένος κατά το δωρητήριο συμβόλαιο του ... και συνάδει προς τούτο και η προαναφερθείσα συμπληρωματική φωτοερμηνεία της Διεύθυνσης Δασών Ν. ... που μνημονεύει υπάρχουσα περιτοίχιση ήδη από το 1945, στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1946 αναφέρεται ότι πωλείται βοσκότοπος ακαλλιέργητος (δέμα) χωρίς μνεία περιτοίχισής του.
Σημειώνεται επίσης ότι με το πωλητήριο τούτο συμβόλαιο πωλήθηκε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 8/9 και όχι το σύνολο του ακαλλιέργητου βοσκότοπου και ότι αυτός είχε περιέλθει στους πωλητές, κατά την καταχωρισθείσα στο συμβόλαιο δήλωσή τους, από κληρονομιά του προ τριακονταπενταετίας (ήτοι, το 1911) πατέρα τους Α.
Μ. χωρίς περαιτέρω, κρίσιμη για την έρευνα της υπόθεσης, μνεία για τον χρόνο και τον τρόπο περιέλευσης αυτού στον δικαιοπάροχό τους και, ειδικότερα, για την απόδειξη της αντένστασης κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων έως τις 11.9.1915, ενόψει του δασικού, μη αμφισβητούμενου από αυτούς χαρακτήρα του. 3) Ως προς το γεωτεμάχιο με την ειδικότερη ονομασία "... ...υ", στο οποίο εμπεριέχεται το μη αμφισβητούμενο από το εναγόμενο τμήμα αγροτικής μορφής, εμβαδού 9.200 τ.μ., στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ι.
Σ. (που το δώρισε το ... στον άμεσο δικαιοπάροχό τους Ν. Ι. Σ.) πωλήθηκε το 1933 αγρός περιτοιχισμένος, έκτασης του όλου τριών κιλών σποράς, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 25/28 (όχι το σύνολο), που περιήλθε στους πωλητές από κληρονομιά του πατέρα τους Ν. Ι. Μ., σ' αυτόν δωρήθηκε με το άνευ μεταγραφής με αριθ. ... συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου από τον δικό του πατέρα Ι.
Α. Μ. και στον τελευταίο, κατά την γενόμενη στο συμβόλαιο τούτο μνεία, περιήλθε από αγορά, χωρίς περαιτέρω αναφορά του χρόνου, του συμβολαίου και του πωλητή. Με τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαμορφώσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για το ότι το επιμέρους τούτο επίδικο ταυτίζεται στο σύνολό του με το ακίνητο που αναφέρεται στον απώτατο τίτλο ιδιοκτησίας των εναγόντων, ήτοι το δωρητήριο συμβόλαιο του 1908, λαμβανομένου υπόψη ότι σ' αυτό γίνεται μνεία για έκταση του όλου τριών κιλών σποράς, από την οποία διατύπωση συνάγεται ότι το δωρηθέν δεν περιελάμβανε και μη καλλιεργήσιμα τμήματα, η δε έκταση των τριών κιλών σποράς συνάδει με την έκταση των 9.200 τ.μ., της οποίας η κυριότητα δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο λόγω της αγροτικής μορφής της.
Εξάλλου, ενόψει του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και της συνακόλουθης υποχρέωσης των εναγόντων να αποδείξουν την αντένστασή τους περί κτήσης της κυριότητας από τους απώτατους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βρδ. έως 11.9.1915, δεν προκύπτει από τους ως άνω παρατιθέμενους τίτλους ιδιοκτησίας, έστω ως προς το ποσοστό 25/28 εξ αδιαιρέτου που πωλήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχό τους Ι.
Σ. το 1933, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι, παρά τα προαναφερθέντα, το επίδικο ταυτίζεται ως προς την έκταση με τον δωρηθέντα αιτία θανάτου αγρό το 1908, ότι πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις της αντένστασης αυτής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αφενός το δωρητήριο αιτία θανάτου συμβόλαιο του 1908 δεν έχει μεταγράφει και αφετέρου δεν προκύπτει ο χρόνος αγοράς του δωρούμενου από τον (δωρητή) Ι.
Α. Μ., ούτε ο πωλητής τούτου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι ασκήθηκαν και από ποιον πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για μια τριακονταετία συνεχώς έως 11.9.1915. 4) Ως προς το γεωτεμάχιο με την ειδικότερη ονομασία "...", δεν προκύπτει ταύτιση του ακινήτου που περιέχεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων (δωρητήριο συμβόλαιο του ...) με τον επικαλούμενο ως τίτλο ιδιοκτησίας στο συμβόλαιο αυτό, ήτοι το προαναφερόμενο με αριθ. 12.551/24.9.1937 πωλητήριο συμβόλαιο, παρά το ότι αναφέρεται η αυτή τοποθεσία του ακινήτου, καθώς διαφέρουν τα όριά τους, ενόψει του ότι, ενώ το επιμέρους τούτο επίδικο συνορεύει με θάλασσα επί πλευράς μεγάλου μήκους (βόρεια, σύμφωνα με το από 11.11.2001 τοπογραφικό διάγραμμα, δυτικά κατά το δωρητήριο συμβόλαιο του ...), δεν αναφέρεται αυτή καθόλου ως όριο του ακινήτου στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1937, αλλά μόνον ότι το πωλούμενο συνορεύει "γύρωθεν" με Ν.
Ν., Μ. Μ.. και Ι. Μ., ούτε προκύπτει από αναφορά κάποιου άλλου ορίου η εν μέρει έστω ταύτισή τους. Εξάλλου, στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ι. Σ. πωλήθηκε με το ως άνω συμβόλαιο του 1937 όχι το σύνολο του ακινήτου, αλλά μόνο ποσοστό 14/48 εξ αδιαιρέτου τούτου, ενώ ο απώτατος δικαιοπάροχος αυτών στο επίδικο ήταν ο Γ.
Σ., όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα αλληλοδιαδοχή αλλεπάλληλων πωλητηρίων συμβολαίων, ο οποίος απεβίωσε το 1913 και στην κληρονομιά του οποίου περιλαμβανόταν ένας αγρός στη θέση "..." με τα όρια που προαναφέρθηκαν (ήτοι, Ν. Ν., Μ. Μ.. και Ι. Μ.), χωρίς να προκύπτει περαιτέρω από τα ως άνω πωλητήρια συμβόλαια ή άλλο τίτλο, ο χρόνος και ο τρόπος (κτήσης) που περιήλθε το επίδικο στον εν λόγω Γ.
Σ., στοιχείο κρίσιμο για την απόδειξη της αντένστασης κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων έως τις 11.9.1915, κατά τα προαναφερθέντα, ενόψει του δασικού, μη αμφισβητούμενου από αυτούς χαρακτήρα του. Επομένως, με βάση τ' ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται από τους ενάγοντες που έχουν το βάρος απόδειξης ότι τα τρία ως άνω επιμέρους γεωτεμάχια που απαρτίζουν το ευρύτερο γεωτεμάχιο στη θέση "..." της νήσου ..., πλην του αγροτικής μορφής τμήματος εμβαδού 9.200 τ.μ.
που βρίσκεται εντός του γεωτεμα... "... ...υ" και δεν αμφισβητείται, εμπεριέχονται στους τίτλους ιδιοκτησίας τους. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες συνομολογούν εξωδίκως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τον δασικό χαρακτήρα τούτων με την προαναφερθείσα περιγραφή τους στην συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς από τον καθένα τους (πλην του δέκατου πέμπτου και της δέκατης έκτης που δεν αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη την επαχθείσα κληρονομιά) και, ενώ στην αγωγή τους αρνούνται ότι τα επίδικα ήταν δάσος ή δασική έκταση, αναφέρουν περαιτέρω ότι οι δικαιοπάροχοί τους καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα και χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπους τα μη καλλιεργήσιμα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζουν κατά θέση και έκταση τα καλλιεργήσιμα μέρη εντός των επιδίκων, αλλά και δεν προσκόμισαν με επίκληση και δική τους επιμέλεια έκθεση φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών του 1945 (ήτοι, των παλαιοτέρων) για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και να αποδείξουν με βεβαιότητα ότι μεγαλύτερη έκταση εντός των επιδίκων ήταν κατά το απώτερο παρελθόν αγροτικής μορφής.
Επομένως, ενόψει του δασικού χαρακτήρα που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είχαν τα τρία συνεχόμενα επίδικα κατά την έναρξη ισχύος του β.δ. της 17 (29). 11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" (πλην των τμημάτων που έχουν κριθεί ως αγροτικής μορφής και δεν αμφισβητούνται) και της συνακόλουθης ισχύος του τεκμηρίου κυριότητας του εναγομένου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη και, συνεπώς, και απόδειξης της ένστασής του περί ίδιας κυριότητας των συνεχόμενων τριών γεωτεμαχίων για τον ως άνω λόγο, οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της αντένστασής τους περί κτήσης της κυριότητας αυτών από τους απώτατους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως 11.9.1915, πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, η εν λόγω αντένσταση δεν αποδεικνύεται για κανένα από τα τρία επιμέρους γεωτεμάχια.
Σημειώνεται δε ότι δεν αμφισβητείται η αξιοπιστία και η γνώση του μάρτυρα απόδειξης και των όπως παραπάνω κατοίκων στο παρελθόν της νήσου ... που έδωσαν τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις σχετικά με τις πράξεις νομής που ασκούνταν στα επίδικα και, ιδίως, τη βόσκηση των ζώων στο άμεσο και απώτερο παρελθόν από τους απώτερους, κατά τους τίτλους κτήσης, δικαιοπαρόχους των εναγόντων, ωστόσο δεν αρκούν για την απόδειξη της αντένστασης κυριότητας που προβάλουν οι ενάγοντες, αφού ούτε από τους ίδιους, ούτε από τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων - αν ήθελε γίνει δεκτό ότι εμπεριέχονται σ' αυτούς τα τρία γεωτεμάχια - προέκυψε ποιοι συγκεκριμένα και για ποιο χρονικό διάστημα ασκούσαν πράξεις νομής σ' αυτά, έτσι ώστε να έχει συμπληρωθεί συνεχής τριακονταετία έως την κρίσιμη ημερομηνία της 11ης.9.1915.
Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που έκρινε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου γεωτεμα... στη θέση "..." της νήσου ... Ν. ..., που απαρτίζεται από τρία συνεχόμενα γεωτεμάχια με τα τοπωνύμια "...", "... ...υ" και "..." και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος τούτο. Γι' αυτό πρέπει, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, αλλά και τους πρόσθετους λόγους έφεσης που συνέχονται με τους πρώτους, να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση και να γίνουν εν μέρει δεκτοί και οι πρόσθετοι σχετικοί λόγοι έφεσης και να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση.
Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το ως άνω επίδικο γεωτεμάχιο".
Το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί τη βάσει των επισκοπηθεισών παραδοχών με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δέχθηκε από ουσιαστικής άποψης την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε εν μέρει την εκκληθείσα 78/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., απέρριψε την αγωγή ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο στη θέση "...", ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ειδικότερα σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης το Εφετείο δέχθηκε: α) ως αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής για παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας από τους ενάγοντες, β) το χαρακτήρα του επίδικου γεωτεμα... ως δασικό, γ) την ισχύ του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, δ) την εντεύθεν τεκμαρτή κυριότητα του τελευταίου (χωρίς να ερευνήσει άλλο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας από αυτό) και δ) περιόρισε την έρευνα για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία από τους ενάγοντες αναιρεσείοντες στο μέχρι το έτος 1915 διάστημα.
Κατά τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε την ως άνω αναφερθείσα διάταξη, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν εγκαθιδρύεται τεκμαρτή κτήση της κυριότητος των δασικών εκτάσεων, μεταξύ άλλων, και στις νήσους των ..., όπως στη προκείμενη περίπτωση. Επομένως, είναι βάσιμος ο προμνησθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης, ενώ μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως (κυρίων και προσθέτων), καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο του προσβαλλόμενου μέρους της αναιρεσιβληθείσας απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν κεφάλαιό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΙΙ. Επί της δευτέρας των ως άνω αιτήσεων.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αυτής από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", λόγω της μη εφαρμογής του υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητος επί των δασών, καθόσον αφορά το έτερο γεωτεμάχιο στη θέση ..., ως προς το οποίο κρίθηκε βάσιμη και έγινε δεκτή η αγωγή.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που παρατίθενται παραπάνω, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον, κρίθηκε μεν εφαρμοστέο το τεκμήριο, αλλά η αγωγή έγινε δεκτή ως προς το δασικό μέρος του εν λόγω επιδίκου γεωτεμα..., με βάση την χρησικτησία των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων μέχρι το έτος 1915.
Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, εφόσον ως προς το επίδικο αυτό η αγωγή έγινε δεκτή πρωτίστως κατά την κύρια βάση της, με κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο. Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 του ΚΠολΔ. που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1494/2017, ΑΠ 286/2013, ΑΠ 66/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, αλλά και χωρίς να προσδιορίζεται το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως.
Πέραν δε τούτου με τον λόγο αυτό το αναιρεσείον βάλλει (απαραδέκτως κατ'αρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ) κυρίως κατά της εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με την χρησικτησία των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους επί του εν λόγω επιδίκου. Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Με το τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη στοιχείων και συγκεκριμμένα: α) τη με αριθμό ... πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών ..., β) την με αριθμό ...
έκθεση αυτοψίας του ... Θ. Ν. και την έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου Ε. Γ. της Δ/νσης Δασών ..., με συνημμένες ορθοφωτογραφίες 2007-2009, ορθοφωτοχάρτη 1996, 1960, 1945 και συνημμένο το από Νοεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π., γ) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Ι. Δ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη ....
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπ' όψη η ένορκη κατάθεση του εξεταθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρος, που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις (μεταξύ των οποίων και η ως άνω), καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον αναιρετικό αυτό λόγο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλλαν και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 14-6-2021 (αρ. κατ. 21/2021), μετά των από 11/1/23 και με αρ. κατ. 8/2023 προσθέτων λόγων της, και από 11-5-2021 (αρ. κατ. 12/2021) αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 78/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Δέχεται την από 14-6-2021 (αρ. κατ. 21/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαλιου.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 78/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, και μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 11-5-2021 (αρ. κατ. 12/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ