Legislator Case Law & Legislation
1800/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against perjury conviction, upholding court's finding of defendants' knowledge of falsity.

Case Number 1800/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four defendants against their conviction for perjury regarding false witness testimony. The court found the lower court's assessment of evidence valid, noting the defendants held specific public office positions that gave them direct knowledge of the falsity of their statements. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the defendants were ordered to pay the procedural costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63, 64, 65, 68 of the Code of Criminal Procedure; Articles 914, 932 of the Civil Code; Articles 321-324 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may reject an appeal against a perjury conviction if the lower court's finding that the accused knowingly testified falsely is based on established facts and the appellant fails to demonstrate a violation of law or procedural error.

Keywords

AI generated
perjury conviction false witness testimony knowledge of falsity public office holders appeal dismissal procedural costs evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 66 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 68 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Articles 63, 64, 65 and 68 of the Code of Criminal Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 321 to 324 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1800 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1800/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλο (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3)Π. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 4)Α. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Ξανθόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2506/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Τ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2018 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2 Φεβρουαρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2-2-2018 και στους από 1 Φεβρουαρίου 2018 προσθέτους λόγους, που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 5 Μαρτίου 2018, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 1-2-2018 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-2-2018 και οι επ' αυτής από 1-2-2018 πρόσθετοι λόγοι των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 5-3-2018, για αναίρεση της 2506/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Με το άρθρο 66 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται, ότι "η πολιτική αγωγή, που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία" και με το άρθρο 68 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται, ότι "κατ' εξαίρεση, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του Κ.Ποιν.Δ., των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ., καθώς και εκείνες των άρθρων 321 έως 324 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αποκλείεται η εισαγωγή της πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μόνον εφόσον αυτή ασκήθηκε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και εκδόθηκε για αυτήν οριστική απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά και των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, που επισκοπούνται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων, Π.

Τ. του Π., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας την με αριθμό καταθέσεως ...-9-2016 αγωγή του, ζητώντας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και νυν αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 20.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις και αδικοπραξίες που κατηγορούνται ότι τέλεσαν σε βάρος του, δίχως στην αγωγή αυτή να γίνεται οποιαδήποτε επιφύλαξη ποσού ή αναφορά σε ποσό 44 ευρώ, για το οποίο παρέστη αυτός ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης στο πρωτοβάθμιο ποινικό Δικαστήριο, όπου παρέστη, ποσό το οποίο και του επιδικάστηκε, ενώ στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός επανέλαβε την παράσταση πολιτικής αγωγής, ζητώντας να του καταβάλουν οι κατηγορούμενοι ποσό 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του στα πολιτικά δικαστήρια.

Κατά της παράστασης αυτής οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι πρόβαλαν αντιρρήσεις και ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αυτής αγωγής, για το λόγο ότι ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την αστική αυτή αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας, ζητώντας 20.000 ευρώ, χωρίς στην σχετική αγωγή του να γίνει οιαδήποτε επιφύλαξη για κάποιο ποσό, ώστε να το διεκδικήσει στο ποινικό δικαστήριο.

Από τα πρακτικά του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει, ότι οι αντιρρήσεις αυτές των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον επί της σχετικής αγωγής του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος δεν είχε εκδοθεί μέχρι και τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, γεγονός που συνομολογούσαν και οι κατηγορούμενοι.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού η πολιτική αγωγή ασκήθηκε μεν στο πολιτικό Δικαστήριο χωρίς καμία επιφύλαξη, αλλά δεν προέκυπτε και ούτε προκύπτει και έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής, δεν υπήρχε και ούτε υπάρχει ζήτημα παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως, ο οποίος και είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικά ψευδές και αυτός που μήνυσε ή ανακοίνωσε να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμήνυσε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 περ. α του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 1 του Ν. 3327/2005 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως (2012), με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης απαιτείται: α) ο διάδικος ή ο μάρτυρας να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε, να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Τέλος, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του Π.Κ., με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή και στη θέλησή του να τα καταθέσει ή στη γνώση του περί των αληθινών πραγματικών περιστατικών και στη θέλησή του σκόπιμα να τα αποκρύψει ή να αρνηθεί να τα καταθέσει.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.

Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως του γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που, όπως προαναφέρθηκε, συμβαίνει στο πλημμέλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι μήνυση είναι ψευδής, αλλά και σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του μηνυομένου με τη ψευδή μήνυση, αλλά και στα πλημμελήματα της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος.

Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της κατά την ανωτέρω έννοια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενέργειας του δράστη.

Όμως, και στην περίπτωση αυτή, υπάρχει η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με την ψευδή καταμήνυση, την ψευδή ανώμοτη κατάθεση και τη ψευδορκία μάρτυρα ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η από μέρους του γνώση του ψευδούς της καταμηνύσεως, της ανώμοτης καταθέσεως και της ψευδορκίας, αλλά και ο σκοπός του με τη ψευδή καταμήνυση να προκαλέσει την πειθαρχική ή ποινική δίωξη του μηνυομένου, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων περιστατικών σχετικών με την ως άνω γνώση του και τον ως άνω σκοπό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2506/2017 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της παρούσης απόφασης, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 150/9-3-2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που λεπτομερώς, αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Τ. στις 29-10-2010, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας την με ίδια ημερομηνία έγκληση του, μεταξύ άλλων και κατά του εγκαλούντος Π. Τ., στην οποία εν γνώσει του τον καταμήνυσε ψευδώς ότι τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, τελούμενου κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία.

Συγκεκριμένα στην ανωτέρω έγκληση του διέλαβε μεταξύ άλλων ότι ο νυν εγκαλών στις 16-9-2010 με την ιδιότητα του ως δημοτικού συμβούλου του ... Πέλλας, συνέταξε από κοινού με άλλους ένα κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε στην τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα "..." που κυκλοφορεί στην Αριδαία, και στο οποίο ισχυρίστηκε ψευδώς γι' αυτόν (τον κατηγορούμενο) ότι ως δήμαρχος του ...

εκταμίευσε ποσό 100.000€ της τελευταίας δόσης της ... του 2006, και κανείς ποτέ δεν έμαθε πού πήγαν τα λεφτά, ότι εκταμίευσε επίσης το ποσό των 120.000€ για χαλικοστρώσεις, ότι χαλικοστρώσεις δεν έγιναν και τα λεφτά κρατήθηκαν από τον δήμαρχο, δήθεν για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι υπό καθεστώς μαύρης εργασίας της προηγούμενης διοίκησης, και ότι ωστόσο οι εργαζόμενοι δεν πληρώθηκαν ποτέ, ότι εκταμίευσε το ποσό των 141.000 ευρώ για πληρωμή έργου ασφαλτόστρωσής στα διαμερίσματα του δήμου, χωρίς ωστόσο να εκτελεστεί ποτέ το έργο, ότι εκταμίευσε αλλεπάλληλες φορές ποσά ύψους 6.900€ με απευθείας αναθέσεις σε ημέτερους και ότι όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά είναι απολύτως ψευδή, ότι ο εγκαλών γνώριζε εκ της ιδιότητας του ως δημοτικού συμβούλου ότι αυτά είναι ψευδή και παρόλα αυτά τα ισχυρίστηκε διά του προαναφερθέντος εντύπου με προφανή σκοπό να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του κατηγορουμένου.

Έπραξε δε τούτο ο κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλόμενων, διότι το αληθές είναι ότι, όσα ισχυρίστηκε ο εγκαλών στο πιο πάνω κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ανωτέρω τοπική εφημερίδα είναι αληθή και σκοπός του κατηγορούμενου ήταν να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, γεγονός που άλλωστε πέτυχε, αφού σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέστηκε δια του τύπου.

Επίσης ο ίδιος κατηγορούμενος στις 19-12-2012, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως διάδικος κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί χωρίς όρκο εξέταση, κατά την εκδίκαση της εναντίον του εγκαλούντος Π. Τ. κατηγορίας, για την ως άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, κατέθεσε μεταξύ άλλων ψευδώς και ότι τα χρήματα δόθηκαν στους εργολάβους, ότι η ασφαλτόστρωση είναι άλλο έργο που παραδόθηκε μέσα στο έτος 2007 και είναι ψευδές το ότι δεν έπεσε ούτε ένα μέτρο άσφαλτος.

Έπραξε δε τα παραπάνω αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα απ' αυτόν ήταν ψευδή, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή, τα έργα αυτά δεν εκτελέστηκαν ποτέ και ότι τα χρήματα που εκταμιεύθηκαν δήθεν για τη πληρωμή αυτών, διοχετεύτηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Περαιτέρω, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτη των κατηγορουμένων ενώ εξετάζονταν ένορκα ως μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, κατά την εκδίκαση της εναντίον του εγκαλούντος Π.

Τ. κατηγορίας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία: 1) ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Γ. στη συνεδρίαση του ως άνω δικαστηρίου της 19-12-2012 κατέθεσε μεταξύ άλλων ψευδώς και ότι ο ίδιος ως δημοτικός σύμβουλος της παράταξης του Τ., γνωρίζει πολύ καλά ότι έγιναν όλα τα έργα, και υπάρχουν παραστατικά, ότι οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εδώ εγκαλούντος) είχαν ξεκάθαρη ενημέρωση, καθώς ήταν μέλη της δημαρχιακής επιτροπής, ότι χρήματα έρχονταν και έφευγαν με νόμιμες διαδικασίες, ότι υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης τους στα έγγραφα, ότι οι χαλικοστρώσεις έγιναν αφού το ποσό εκταμιεύτηκε κανονικά, ότι οι ασφαλτοστρώσεις έγιναν στη δική τους θητεία, ότι μέσα στο 2007 έπεσε άσφαλτος σε κάποια δημοτικά διαμερίσματα, ότι έγιναν πολλοί δρόμοι, ότι στο ...

έπεσε άσφαλτος, ότι τελευταία μπορεί να έγιναν 10-20 έργα, ότι τα έργα των 6.900 ευρώ ανατέθηκαν από τη δημαρχιακή επιτροπή στον εργολάβο και ότι τα 100.000 ευρώ της ... πήγαν στις χαλικοστρώσεις. 2) ο τρίτος κατηγορούμενος Σ. Π. στη συνεδρίαση δικαστηρίου της 28-12-2012 κατέθεσε μεταξύ άλλων ψευδώς και ότι ως πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου ...

είναι μάρτυρας για τις ασφαλτοστρώσεις, ότι αυτές έγιναν και το διαπίστωσε βάσει του τοπογραφικού του χωριού που του το έδωσε ο δήμαρχος και πήγε και έλεγξε με αυτό, ότι έγιναν με το πρόγραμμα "..." και ήταν ύψους 141.000 ευρώ, ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το ... το Πάσχα του 2007 και είδε τα κομμάτια αυτά, ότι οι δρόμοι ήταν φτιαγμένοι, και η άσφαλτος ήταν φρέσκια, ότι δεν πήγε σε άλλα τοπικά διαμερίσματα, ότι η άσφαλτος έπεσε μόνο στο ..., ότι άσφαλτος έπεσε σε περίπου 15 κομμάτια, μέσα στον οικισμό, 3) η πέμπτη κατηγορουμένη Α.

Κ., στη συνεδρίαση του ως άνω δικαστηρίου της 28-12-2012, κατέθεσε μεταξύ άλλων ψευδώς και ότι ως πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου γνωρίζει πολύ καλά πως το έργο της ασφαλτόστρωσης έγινε κανονικά και με όλες τις διαδικασίες, ότι αυτό το γνωρίζει από το δημοτικό συμβούλιο αλλά επειδή το είπαν και οι κάτοικοι της περιοχής, και ότι για τα έργα μέχρι 6.900 ευρώ, υπήρχε επιτροπή μέλος της οποίας ήταν και η ίδια και είχαν αποφασίσει να ενισχύσουν την περιοχή τους και να αναθέσουν τα έργα αυτά σε εργολάβους της περιοχής.

Έπραξαν δε τα παραπάνω αν και γνώριζαν ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα απ' αυτούς ήταν ψευδή, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή, τα έργα αυτά δεν εκτελέστηκαν ποτέ, και ότι τα χρήματα που εκταμιεύθηκαν δήθεν για τη πληρωμή αυτών, διοχετεύτηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ κανένας από την αντιπολίτευση συμπεριλαμβανομένου και του εγκαλούντος δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα του δήμου.

Ο εγκαλών Π. Τ. δυνάμει της υπ' αριθ. 1024/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέστηκε δια του τύπου, δίωξη η οποία ασκήθηκε κατόπιν της ως άνω έγκλησης του πρώτου κατηγορουμένου, όπως προαναφέρθηκε.

Παρά το γεγονός ότι η αθώωση του καταμηνυθέντος δεν παράγει δεδικασμένο περί του ότι τελέστηκε η ψευδής καταμήνυση (ΑΠ 856/2016 δημ. Νόμος) και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού όσα αναφέρθηκαν στο ως άνω δημοσίευμα ήταν αληθή. Ειδικότερα, οι οικονομικοί επιθεωρητές Α. Τ. και Α. Σ. μετά την έρευνα που διενήργησαν στο Δήμο ..., για τα έτη 2003-2006, αναφορικά με τις χαλικοστρώσεις της αγροτικής οδοποιίας σε διάφορα δημοτικά διαμερίσματα του ανωτέρω Δήμου, συνέταξαν τη με αριθμό πρωτ. .../18-11-2011 πορισματική έκθεσή τους, σύμφωνα με την οποία τα χρηματικά εντάλματα που εκδόθηκαν για να πληρωθούν οι χαλικοστρώσεις του Δεκεμβρίου 2006, ποσού 77.000 ευρώ συνιστούν έλλειμμα για το ..., γιατί με τα εντάλματα αυτά πληρώθηκαν εικονικές δαπάνες για έργα που δεν έγιναν.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση ο πρώτος κατηγορούμενος ως δήμαρχος του ... προέβη στην εκκαθάριση και ενταλματοποίηση των σχετικών δαπανών υπογράφοντας τα σχετικά εντάλματα πληρωμής χωρίς να υφίστανται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή τους, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι τα έργα δεν έχουν γίνει και καλύφθηκε πίσω από τις βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης των έργων, που δεν επιβεβαιώνουν όμως την εκτέλεση αυτών.

Μάλιστα ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Ι. εργολάβος χωματουργικών εργασιών, σχετικά με τις χαλικοστρώσεις, στην κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της διενέργειας της ως άνω έρευνας (σελ. 26), η οποία περιλαμβάνεται στην προαναφερθείσα πορισματική έκθεση, αναφέρει ότι έχει στην κατοχή του ένα σκαπτικό μηχάνημα και ένα μικρό φορτηγό 6 τόνων και αναφορικά με την εκτέλεση των έργων αποκατάστασης χαλικόστρωσης αγροτικής οδοποιίας ΔΔ ..., έργο που φέρεται ότι εκτελέστηκε από τον ίδιο το Δεκέμβριο του 2006, κατέθεσε ότι δεν έχει δουλέψει σε τέτοιο έργο, δεν έχει ρίξει ούτε ένα πετραδάκι χαλίκι, διότι το έργο είναι μεγάλο και με τα μηχανήματα που ο ίδιος έχει, δεν μπορεί να εκτελεστεί σε πέντε - δέκα ημέρες, αφού οι εργασίες αυτές απαιτούν τουλάχιστον δύο μήνες και γίνονται το καλοκαίρι και όχι καταχείμωνο.

Ακόμη κατέθεσε ότι ο δήμαρχος (πρώτος κατηγορούμενος) τον έβαλε να υπογράψει το χρηματικό ένταλμα, εκδόθηκε επιταγή, την οποία εξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα, και τα χρήματα τα παρέδωσε στη γραμματέα του δημάρχου και όλα αυτά τα έκανε γιατί ο δήμαρχος του είπε ότι με τα χρήματα αυτά θα πληρωθούν εργάτες, που παρείχαν "μαύρη εργασία", αλλά παρέμεναν απλήρωτοι, γεγονός που γνώριζε και ο ίδιος ο μάρτυρας.

Τα ίδια κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του συνέστησε να εκδώσει τιμολόγια στο όνομά του με τη συμφωνία να κρατήσει ο ίδιος τα χρήματα του ΦΠΑ, τα οποία όμως ήταν εικονικά αφού δεν αντιστοιχούσαν στις αναφερόμενες σ' αυτά και στα χρηματικά εντάλματα, ως διενεργηθείσες εκ μέρους του χαλικοστρώσεις, προκειμένου να πληρωθούν οι ως άνω εργαζόμενοι, οι οποίοι όμως δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως μέχρι σήμερα.

Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε, καταθέτοντας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1024/2012 αμετάκλητη απόφασή του, με την οποία ο πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκε αθώος της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, και ο έτερος μάρτυρας Β. Α., ο οποίος ήταν εκλεγμένος με την πλειοψηφία και αντιδήμαρχος του πρώτου κατηγορουμένου στον τομέα τεχνικών έργων.

Κατέθεσε δε ότι από το πρώτο διάστημα η αντιπολίτευση έκανε καταγγελίες για τις χαλικοστρώσεις, ότι ήρθαν οι εργολάβοι να επιστρέφουν τα χρήματα για να πληρωθούν εργάτες που εργάστηκαν υπό καθεστώς μαύρης εργασίας, ότι υπήρχαν 13 αναθέσεις για χαλικοστρώσεις που ανατέθηκαν από την προηγούμενη δημοτική αρχή και όφειλε να εκτελέσει η δημοτική αρχή με δήμαρχο τον πρώτο κατηγορούμενο, τα οποία ωστόσο δεν εκτελέστηκαν, ότι τα χρήματα επιστράφηκαν στο Δήμο και ότι ζητήθηκε από τον ίδιο να μοιράσει τα λεφτά που επέστρεφαν οι εργολάβοι για τις χαλικοστρώσεις.

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου ( σελ. 58 ), ο δημοτικός σύμβουλος Α. Τ. και μέλος της Δημαρχιακής Επιτροπής τα έτη 2005 και 2006, αναφορικά με τα έργα χαλικόστρωσης από τον θανόντα εργολάβο Α. Κ. στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι ο θανών (Α. Κ.) του είπε στο γραφείο του Β. Α. ότι "τα χρήματα από τις αναθέσεις των έργων που ανέλαβε να κάνει ο κ.

Κ. το 2006, επί θητείας Π., τα επέστρεψε στο δήμαρχο Τ., το Μάρτιο ή Απρίλιο αν θυμάμαι καλά. Ο λόγος που τα επέστρεψε μπορεί να ήταν ή για να πληρωθούν εργάτες που δούλευαν χωρίς σύμβαση ή πιθανόν να υπήρχε κάποια συμφωνία του με το Δήμαρχο, την οποία δεν γνωρίζω. Βάσει των ανωτέρω υποθέτω ότι τα έργα που ανέλαβε να κάνει ο κ.

Κ. δεν εκτελέστηκαν". Βέβαια ο Δ. Σ. επίσης εργολάβος που ανέλαβε και αυτός χαλικοστρώσεις την επίμαχη περίοδο, στην περιλαμβανόμενη στην ως άνω έκθεση ελέγχου κατάθεσή του, κατέθεσε ότι έχει στην κατοχή του έναν εκσκαφέα και ένα φουξ και ότι τέσσερα έργα χαλικοστρώσεων που του ανατέθηκαν κατάφερε να τα ολοκληρώσει εντός 10 ημερών αφού τον βοήθησαν οι συνάδελφοί του Ι.

Π. και Κ. Λ., οι οποίοι όμως με καταθέσεις τους που επίσης περιλαμβάνονται στην εν λόγω έκθεση ελέγχου, ο μεν πρώτος αρνείται ότι τον βοήθησε το Δεκέμβριο του 2006, σε έργα που επικαλείται ότι έκανε, ο δε δεύτερος ρητά καταθέτει ότι δεν βοήθησε κανέναν εργολάβο ούτε τον Δ. Σ.. Τα προαναφερθέντα δε επιρρωνύονται και από το πρακτικό με αριθμό ...1-2008 της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου ....

Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις υπ' αριθμ. 3730/2014, 3731/2014, 3732/2014, 3733/2014 και 597/2014 αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίες ακύρωσαν τις αντίστοιχες καταλογιστικές πράξεις της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης που εκδόθηκαν σε βάρος του (πρώην) ..., καθόσον οι συγκεκριμένες αποφάσεις κρίνουν κατά πόσο οι αναφερόμενες δαπάνες του Δήμου είναι νόμιμες ή όχι και αν συνιστούν έλλειμμα στη διαχείριση του Δήμου και δεν κρίνουν αν όντως έγιναν τα επίδικα έργα που αφορούν τις χαλικοστρώσεις και συνεπώς δεν κρίνουν την ουσία της υπόθεσης αλλά έγιναν δεκτές οι σχετικές προσφυγές για τυπικούς λόγους.

Άλλωστε, όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν δεν αναιρούνται ούτε από την υπ' αριθμ. 2860/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης , με την οποία αθωώθηκαν κατά πλειοψηφία, ο πρώην δήμαρχος ... Χ. Π. και ο Α. Τ. για παράβαση καθήκοντος, εφόσον το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναθέσεις των έργων που αφορούσαν τις χαλικοστρώσεις έγιναν νομότυπα, ωστόσο δεν έκρινε το επίδικο ζήτημα δηλαδή αν εκτελέστηκαν τα εν λόγω έργα και αν εκταμιεύτηκαν τα ποσά που εγκρίθηκαν για την πραγματοποίηση των έργων αναφέροντας "...το αν στη συνέχεια εκτελέστηκαν τα ως άνω έργα πλημμελώς ή δεν εκτελέστηκαν καθόλου, καθώς και αν εκταμιεύτηκαν τα ποσά που εγκρίθηκαν για την πραγματοποίηση των παραπάνω έργων, χωρίς να εκτελεστούν αυτά, δεν αφορά τα μέλη της προαναφερθείσας δημαρχιακής επιτροπής αλλά το δήμαρχο του ...

ο οποίος όφειλε να παρακολουθεί την εκτέλεσή τους καθώς και τα μέλη των επιτροπών παραλαβής των αντιστοίχων έργων, ιδιότητες που δεν συμπίπτουν με αυτές των εκκαλούντων, καθόσον η θητεία του πρώτου εκκαλούντος (Χ. Π.), ως δημάρχου του παραπάνω δήμου έληξε την 31-12- 2006...". Περαιτέρω, αναφορικά με τις αναφερόμενες στο δημοσίευμα εργασίες ασφαλτόστρωσης αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...2011 έκθεση ελέγχου της επιθεωρήτριας ελεγκτή Κ.

Α. που ερεύνησε τη νομιμότητα ανάθεσης και εκτέλεσης του έργου "ενδοδημοτική οδοποιία από το ..." (ΔΔ ... και ... ) και τα συμπεράσματα αυτής ττροέκυψε ότι "για το συγκεκριμένο έργο δεν εγκρίθηκε η αντίστοιχη, με αριθμό …2006 οικονομοτεχνική μελέτη της ... από το Δημοτικό Συμβούλιο καθώς επίσης δεν καθορίστηκε με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ο τρόπος εκτέλεσής του, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου"... "Η 1η πιστοποίηση-λογαριασμός του έργου υπογράφηκε στις 21 Μαίου 2007 (μόλις δεκατρείς ημερολογιακές ημέρες από τον ορισμό επιβλέποντα) και περιλαμβάνει εργασίες που αγγίζουν το ογδόντα τέσσερα τοις εκατό (84%) των συνολικών εργασιών του έργου δηλαδή το σύνολο του έργου χωρίς το ποσό των απροβλέπτων, χρόνος που εκτιμάται πολύ μικρός και δεν συνάδει με τον προβλεπόμενο (από τη διακήρυξη και το συμφωνητικό) συνολικό χρόνο εκτέλεσης του έργου των 180 ημερολογιακών ημερών"... "Πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν ποσότητες εργασιών οι οποίες παραλήφθηκαν και επιμετρήθηκαν μεταγενέστερα, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου".

Περαιτέρω, από το υπ' αριθμ. πρωτ. .../17-2-2012 έγγραφο του ΣΔΟΕ αναφορικά με καταγγελία σχετικά με την εκτέλεση δημοτικών έργων στον εν λόγω δήμο από τον έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ διαπιστώθηκε ότι "ανάδοχος του έργου ήταν ο Γ. Ε., ο οποίος ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στην εταιρία "... ΕΕ" και ακολούθως η προαναφερόμενη εταιρία ανέθεσε την κατασκευή του έργου στην εταιρία "...

ΑΤΕ", διαπιστώνοντας ότι η χρονική περίοδος της φερόμενης κατασκευής του ήταν 3-5-2007 έως 13-9-2007 και ο έλεγχος κατέληξε ότι το έργο δεν πραγματοποιήθηκε στο χρόνο που αναφέρεται η …2006 τεχνική μελέτη της ... χωρίς να αμφισβητείται ότι στα συγκεκριμένα οδικά τμήματα έχει γίνει οποιαδήποτε εργασία στο παρελθόν και κατέστη απολύτως βέβαιο ότι τα εκδοθέντα και ληφθέντα φορολογικά στοιχεία των πιο πάνω επιχειρήσεων που αναφέρονται στην πιο πάνω τεχνική μελέτη είναι εικονικά.

Από την κατάθεση δε του Β. Α., αντιδημάρχου και μέλους της παράταξης του πρώτου κατηγορουμένου, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1042/2012 αθωωτική απόφαση για τον νυν εγκαλούντα, προέκυψε ότι οι ασφαλτοστρώσεις ήταν έργο που αφορούσε πολλά χωριά και δεν εκτελέστηκαν πουθενά.

Ο εν λόγω μάρτυρας ο οποίος έχει γνώση και αντίληψη, ως αντιδήμαρχος των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι "δεν έπεσε ούτε ένα μέτρο άσφαλτος" και ότι "όλοι γνωρίζουν ότι δεν έγιναν οι δρόμοι στο ...". Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι ότι στο πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής τα μέλη της σχετικής επιτροπής φέρονται εκ παραδρομής να παραλαμβάνουν έργα ασφαλτόστρωσης που αφορούν τα ΔΔ ... (με βάση την ίδια απόφαση ανάθεσης με τα επίμαχα ΔΔ) εν συνεχεία στο σχετικό πρωτόκολλο ανεγράφησαν τα ορθά ΔΔ (...

και ...). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την υπ' αριθμ. 179/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ο Γ. Ε., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "... ΑΤΕ", η οποία ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών οδοστρωσίας και ασφαλτικών, κρίθηκε αθώος για το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων καθώς και από την υπ' αριθμ. 606/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία ο Κ.

Π., ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ως άνω εταιρίας κρίθηκε επίσης αθώος για το ίδιο αδίκημα, αφενός διότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι λόγω αμφιβολιών και αφετέρου διότι δεν αναιρούν το γεγονός ότι δεν εκτελέστηκαν στο σύνολό τους τα έργα σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου κατά το κρίσιμο χρόνο.

Περαιτέρω, τα όσα αναφέρονται στο προαναφερθέν δημοσίευμα σχετικά με απευθείας αναθέσεις σε ημέτερους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, ο μάρτυρας Β. Α. κατέθεσε ότι με έξι έως επτά εργολάβους-εμπειροτέχνες συνεργαζόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, οι οποίοι συνήθως έπαιρναν τα έργα και ότι είχε καταγγελθεί μια απευθείας ανάθεση χωρίς δικαιολογητικά και ότι η δημαρχιακή επιτροπή τυπικά μόνο ελάμβανε τις αποφάσεις, ενώ στην ουσία τις ελάμβανε μόνο ο δήμαρχος (1ος κατηγορούμενος).

Η ανωτέρω κατάθεση ενισχύεται και από την κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος κατονομάζει συγκεκριμένους εργολάβους, τους Κ., Σ., Ι. και Κ., χωρίς τα ανωτέρω να αντικρούονται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Ως προς το αναφερόμενο στο δημοσίευμα ότι "ως δήμαρχος του ... εκταμίευσε ποσό 100.000€ της τελευταίας δόσης της ...

του 2006, και κανείς ποτέ δεν έμαθε πού πήγαν τα λεφτά", πράγματι η εκταμίευση έλαβε χώρα, γεγονός που ουδείς αμφισβητεί αλλά δεν υπήρξε καμία ενημέρωση της αντιπολίτευσης του Δήμου για το συγκεκριμένο θέμα. Ειδικότερα για το πού αναλώθηκαν τα ποσά που προορίζονταν για επενδυτικές δραστηριότητες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοίκησης - ...), ήτοι για να υλοποιηθούν έργα και επενδυτικά προγράμματα, ενόψει του ότι η ...

αποτελεί οικονομική ενίσχυση χωρίς ειδικότερη πρόβλεψη σε ποια έργα θα διατεθούν, η αντιπολίτευση επίμονα και επανειλημμένα ζητούσε να ενημερωθεί σχετικά, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή και πειστική απάντηση, όπως άλλωστε έγινε και με τα υπόλοιπα έργα του Δήμου και για το λόγο αυτό υπέβαλε ο εγκαλών τα σχετικά ερωτήματα μέσω του επίμαχου δημοσιεύματος.

Ενόψει όλων αυτών, αποδεικνύεται ότι τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω δημοσίευμα ήταν αληθή και συνεπώς το περιεχόμενο της έγκλησης του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος του νυν εγκαλούντος Π. Τ., με την οποία τον καταμήνυσε ότι τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου (πράξη για την οποία αθωώθηκε), ήταν αντικειμενικά ψευδές και ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε αυτονόητα γνώση του ψεύδους εφόσον γνώριζε πολύ καλά ότι τα όσα διαλαμβάνονται στο επίμαχο δημοσίευμα είναι αληθή, αφού αναφέρονται σε δικές του πράξεις και παραλείψεις .

Η υποβολή δε της έγκλησής του είχε ως σκοπό να προκληθεί ποινική δίωξη σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, σκοπός που πραγματώθηκε. Επίσης όσα κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στις 19-12-2012, εξεταζόμενος χωρίς όρκο, ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, κατά την εκδίκαση της κατηγορίας σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, είναι εν γνώσει του ψευδή, με την έννοια της βεβαιότητας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω.

Τέλος, όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτη των κατηγορουμένων, όσα κατέθεσαν εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, κατά την εκδίκαση της εναντίον του εγκαλούντος Π. Τ. κατηγορίας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, είναι ψευδή.

Οι ίδιοι δε είχαν πλήρη γνώση της αναλήθειας των όσων κατέθεσαν, αφού γνώριζαν τα αληθή (τα επίμαχα έργα δεν εκτελέστηκαν ποτέ, και τα χρήματα που εκταμιεύτηκαν δήθεν για την πληρωμή τους διοχετεύθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ κανένας από την αντιπολίτευση δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα του Δήμου).

Τη γνώση αυτή είχαν, λόγω της ιδιότητας που είχε ο καθένας, ο μεν δεύτερος ως δημοτικός σύμβουλος της παράταξης του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Τ., ο τρίτος ως πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου ... και η πέμπτη ως γραμματέας (κατ' ακριβέστερο προσδιορισμό της ιδιότητάς της) του δημοτικού συμβουλίου του ... και παράλληλα πρόεδρος δημοτικής επιχείρησης και μέλος της επιτροπής παραλαβής δημοσίων έργων μέχρι 6.900 ευρώ.

Μάλιστα ο τρίτος κατηγορούμενος (Π. Σ.) σε αντίθεση με τα όσα ψευδή ως άνω κατέθεσε, στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου στις 31-1-2008 με θέμα την ενδοδημοτική οδοποιία στα ΔΔ ... και ... (πρακτικό της 5/1-7-2008), όπου απαντώντας σε ερώτηση του νυν εγκαλούντος "έπεσε κ. Σ. άσφαλτος στο ... το 2007", απάντησε "Όχι δεν έπεσε".

Η προσπάθειά του δε να δικαιολογήσει την κατάθεσή του αυτή λέγοντας ότι μπερδεύτηκε και δεν κατάλαβε για ποιο έργο μιλούσαν ενόψει της σαφήνειας της σχετικής ερώτησης, δεν κρίνεται πειστική. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδίδονται".

Με όλα αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 229 παρ.1, 225 παρ. 1 περ.

α' και 224 παρ. 2-1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ελλιπή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.

Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις αμετάκλητες απαλλακτικές και αθωωτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο και από τα ποινικά δικαστήρια και ειδικότερα την υπ' αριθ. 3730/2014 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την υπ' αριθ. 2860/2014 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, την 179/2015 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και την 606/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, κατά το μέρος που με αυτήν παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, και τις ως άνω αποφάσεις είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναφέρονται ότι αναγνώστηκαν στα πρακτικά της συνεδριάσεώς του, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ως άνω αποφάσεις, τις οποίες μάλιστα αναφέρει και κατ' ιδίαν στο σκεπτικό της αποφάσεώς του και αιτιολογεί γιατί αυτές δεν αναιρούν την κρίση του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και δεν ήταν απαραίτητο να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση των ως άνω αποφάσεων με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, ενώ, κατά το μέρος που με αυτήν παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε σωστά τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις είναι απαράδεκτη, αφού με αυτήν, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι κατά ένα μέρος αβάσιμος και κατά ένα μέρος απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του Κ.Ποιν.Δ., "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. ...

Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., υφίσταται, όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη με απόφαση που εκδόθηκε από ποινικό δικαστήριο.

Η απαγόρευση νέας καταδίκης αναφέρεται στην επιβολή ποινής για το ίδιο ποινικό αδίκημα και επομένως πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ ποινικής και διοικητικής απόφασης, ακόμη και αν περιέχεται σ' αυτή διοικητική κύρωση, γιατί η επιβολή ποινής, σε αντίθεση με τη διοικητική κύρωση, αποτελεί απονομή ποινικής δικαιοσύνης και όχι άσκηση διοίκησης, γι' αυτό και η επιβολή της συνοδεύεται από τις εγγυήσεις του όρθρου 96 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή επιβάλλεται από τα τακτικά ποινικά δικαστήρια, αλλά και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα κάθε πολίτη να κριθεί η κατ' αυτού απευθυνόμενη ποινική κατηγορία δικαίως, δημοσίως και σε εύλογη προθεσμία από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.

Εξάλλου, η αρχή ne bis in idem, η οποία προβλέφθηκε από τον ημεδαπό νομοθέτη με την προαναφερθείσα διάταξη, επαναλήφθηκε και με τη διάταξη του όρθρου 4 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου και την παραβίαση της αρχής ne bis in idem, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής διώξεως κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτης, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν.

Συνεπώς, δεν ισχύει η απαγόρευση που καθιερώνεται με την αρχή ne bis in idem και το δεδικασμένο, όταν δεν έχουν εκδοθεί δύο ποινικές αποφάσεις για την ίδια αξιόποινη πράξη, αλλά έχει εκδοθεί διοικητική απόφαση διοικητικού Δικαστηρίου και ποινική απόφαση ποινικού Δικαστηρίου, αφού η απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου δεν αφορά ποινική καταδίκη ή αθώωση για αξιόποινη πράξη και δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με την ποινική απόφαση, ακόμη και αν επιβάλλει διοικητική κύρωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με την καταδίκη τους για ψευδή καταμήνυση, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ψευδορκία μάρτυρα, παρά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παραβίασε τον κανόνα δικαίου ne bis in idem, αλλά και παραβίασε το δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 2860/2014 αμετάκλητη απόφαση του Ποινικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαλλάχθηκε της κατηγορίας για παράβαση καθήκοντος ο πρώην Δήμαρχος Χ.

Π. για εικονικότητα των έργων των χαλικοστρώσεων. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., εκτός του ότι είναι αβάσιμος γιατί στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δηλαδή αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση των αναιρεσειόντων για την ίδια πράξη σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, πρωτίστως προβάλλεται απαραδέκτως διότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αυτοτελής και ως τέτοιος έπρεπε να είχε προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με συνέπεια η προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου να είναι απαράδεκτη.

Τέλος, με τον δεύτερο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απαιτούμενο για τη στοιχειοθέτηση της ψευδορκίας άμεσο δόλο στα πρόσωπα των τριών τελευταίων αναιρεσειόντων, που καταδικάστηκαν για ψευδορκία μάρτυρα.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτοί, τα όσα κατέθεσαν εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, κατά την εκδίκαση της εναντίον του εγκαλούντος Π. Τ. κατηγορίας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, ήταν ψευδή και αυτοί είχαν πλήρη γνώση της αναλήθειας των όσων κατέθεσαν, αφού γνώριζαν τα αληθή, δηλαδή ότι τα επίμαχα έργα δεν εκτελέστηκαν ποτέ, ότι τα χρήματα που εκταμιεύτηκαν δήθεν για την πληρωμή τους διοχετεύθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση και ότι κανένας από την αντιπολίτευση δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα του ...

Πέλλας, τη γνώση τους δε αυτή την είχαν λόγω της ιδιότητας που είχε ο καθένας και συγκεκριμένα ο μεν δεύτερος αναιρεσείων, Γ. Κ., ως δημοτικός σύμβουλος της παράταξης του πρώτου αναιρεσείοντος Σ. Τ., ο τρίτος αναιρεσείων, Π. Σ., ως Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... και η τέταρτη αναιρεσείουσα, Α. Κ., ως γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου του ...

και παράλληλα Πρόεδρος Δημοτικής Επιχείρησης και μέλος της Επιτροπής Παραλαβής Δημοσίων Έργων μέχρι 6.900 ευρώ. Δηλαδή, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι τρεις τελευταίοι αναιρεσείοντες, που καταδικάστηκαν για ψευδορκία, γνώριζαν ότι αυτά που κατέθεσαν ήταν ψευδή, γιατί γνώριζαν από προσωπική αντίληψη την πραγματική κατάσταση ως προς τα έργα που εκτελέστηκαν στο ...

λόγω των ως άνω ιδιοτήτων τους στο .... Μάλιστα, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα αιτιολογεί έτι περαιτέρω τη γνώση του ότι κατέθεσε ως μάρτυρας ψευδή γεγονότα, δεχόμενη ότι αυτός ομολόγησε σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου που έγινε στις 31-1-2008 ότι δεν έπεσε άσφαλτος στο ... το έτος 2007. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού οι λόγοι της αναιρέσεως, αλλά και οι πρόσθετοι λόγοι της, που ασκήθηκαν με ξεχωριστό δικόγραφο, είναι απαράδεκτοι κατά ορισμένες αιτιάσεις τους και αβάσιμοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι συνεκδικαζόμενοι με αυτήν πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως στο σύνολό τους και να επιβληθούν στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2018 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-2-2018 και τους από 1-2-2018 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, των αναιρεσειόντων Σ. Τ. του Ι., Γ. Κ. του Α., Π. Σ. του Μ. και Α. Κ. του Ζ., για αναίρεση της 2506/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Και

Επιβάλλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ