Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late supplementary arguments and contradictory ruling claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. The appellant submitted supplementary arguments late and claimed the lower court's ruling was contradictory between its reasoning and operative part. The court held that such arguments must be filed within strict statutory deadlines and that a contradiction between reasoning and the operative part does not constitute a valid ground for cassation unless it creates legal uncertainty.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 559(17) of the Code of Civil Procedure; Supplementary arguments must be filed within thirty days prior to the hearing, and a contradiction between the reasoning and operative part of a judgment does not constitute a ground for cassation unless it creates legal uncertainty or prevents enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1800 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1800/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγο της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε το αρχικά 2ο αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.)" ως καθολικός διάδοχος του πρώην Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 και 75 του Ν 4387/2016 ως καθολικός διάδοχος του αρχικά 1ου αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πυργάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4309/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2015 αίτησή του και τους από 3-1-2017 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, ενώ κατά την δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-11-2015 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για την σημερινή δικάσιμο, ενώ την 3-1-2017 άσκησε προσθέτους λόγους τους οποίους επέδωσε στο αναιρεσίβλητο την 20-1-2017 ( βλ. τη με αριθμό .../2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ.).
2. Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον.".
Από τις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδ. Περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Σύμφωνα με το άρθρο 170 του κώδικα περί δικηγόρων "Εάν υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής ανακληθεί η προς τον δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δικαιολογημένη, αλλά εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρον 56 της Πολιτικής Δικονομίας (ήδη άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, που προβλέπει την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου) ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου δια τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τα άρθρα 167 και 724 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εντολέας (πελάτης), ενόψει της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολοδόχου δικηγόρου, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Το δικαίωμα ανακλήσεως ασκείται με μονομερή δήλωση βουλήσεως που απευθύνεται στο δικηγόρο. Με την περιέλευση της δήλωσης σ’ εκείνον, επέρχεται η λύση της υφιστάμενης έμμισθης εντολής για το μέλλον (ex nunc), εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Η άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, όπως και κάθε δικαιώματος, είναι δυνατό να ελεγχθεί στο πλαίσιο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύσεως της κατάχρησης (ΑΠ 555/1974).
και στο δικαστήριο της ουσίας απόκειται κάθε φορά να κρίνει πότε υπάρχει ή όχι ανάκληση της εντολής (ΑΠ 1309/2012, ΑΠ 1278/2010, ΑΠ 193/2008). Με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της δικηγορικής εντολής, ακόμη και αν αποδειχθεί η κατάχρηση, δεν ανατρέπεται το ήδη επελθόν αποτέλεσμα της ανακλήσεως (λόγω της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης), αλλά ανακύπτουν οι ως άνω, ειδικώς προβλεπόμενες οικονομικές συνέπειες της αδικαιολόγητης ανάκλησης.
Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, δηλαδή, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής. Πάντως, από τη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτου προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ’ άρθρο 57 του ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ΑΚ.
Εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 328/2003), όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου. (ΑΠ 1388/2015).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, σ’ αυτό εκτίθενται τα εξής: ότι ο ενάγων τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών νόμιμα διορισμένος στον οικείο ΔΣΑ και από το έτος 1988 απασχολήθηκε υπό την παραπάνω ιδιότητά του, ως δικηγόρος με σύμβαση - πλαίσιο για παροχή νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών, στο ασφαλιστικό ταμείο με την επωνυμία "Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ" ΝΠΔΔ, καθολικοί διάδοχοι του οποίου τυγχάνουν τα εφεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υπαγόμενα στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως.
Ότι η εν λόγω συμφωνία συνεργασίας επικυρώθηκε το έτος 1995, με την υπογραφή μεταξύ των μερών (το Ταμείο ως "εντολέας" και ο ενάγων ως εντολοδόχος) του από 15-5-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο καθορίστηκαν οι αμοιβές του ενάγοντα. Ότι το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ, κατά την διάρκεια της ως άνω συνεργασίας, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιστημονικές και επαγγελματικές ικανότητες του ενάγοντα, του ανέθεσε τη διεκπεραίωση μεγάλου αριθμού υποθέσεών του, κυρίως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, απλών αλλά και σοβαρών και μεγάλου αντικειμένου, που αφορούσαν την υπεράσπιση των συμφερόντων του Ταμείου, σε δίκες που είχαν ανοιγεί για απαιτήσεις και διαφορές με τους ασφαλισμένους του Ταμείου.
Ότι ενόψει της πολύ καλής συνεργασίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ενάγοντα εκκαλούντα και του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ, και της συνεχίσεως αυτής στο διηνεκές ο πρώτος, από το έτος 2003, δέχθηκε προς όφελος του τελευταίου να περιορίσει τις δικαιούμενες αμοιβές του κάτω από τα ελάχιστα εκ του νόμου όρια τα προβλεπόμενα από το άρθρο 100 του Κώδικα των Δικηγόρων, υπολογιζόμενα με την εκάστοτε ισχύουσα για τους δικηγόρους ΠΟΑ ή ΚΥΑ.
Ότι με βάση τη συμφωνία αυτή, συνέχισε να παρέχει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ με τους ακόλουθους όρους όπως αυτοί διαμορφώθηκαν με προφορική μεταξύ τους συνεννόηση: α) για τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί οικονομικών, ασφαλιστικών ή συνταξιοδοτικών θεμάτων, που αφορούν τη Διεύθυνση Ασφάλισης - Παροχών ΟΤΕ - ΕΛΤΑ συμφωνήθηκε ο ενάγων να μην λαμβάνει αμοιβή, β) για τη σύνταξη αιτήσεων, αγωγών κλπ δικογράφων προς τα αρμόδια Δικαστήρια της χώρας, συμφωνήθηκε ο ενάγων να λαμβάνει την ελάχιστη προβλεπόμενη από τον Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή, όπως αυτή διαμορφώνεται με τους ισχύοντες πίνακες του ΔΣΑ, παραιτούμενος οιασδήποτε άλλης αμοιβής, γ) για τη σύνταξη προτάσεων κλπ δικογράφων προς υποστήριξη των ανατιθέμενων σε αυτόν υποθέσεων στα ακροατήρια των αρμοδίων ως άνω Δικαστηρίων συμφωνήθηκε να λαμβάνει ο ενάγων την ελάχιστη προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή, όπως αυτή διαμορφώνεται με τους ισχύοντες πίνακες του ΔΣΑ, δ) οι ανωτέρω αμοιβές του ενάγοντα συμφωνήθηκε να προσαυξάνονται από τα πραγματοποιούμενα από τον ενάγοντα έξοδα (παραστάσεων, χαρτοσήμανση δικογράφων κλπ) και ε) σε περίπτωση αναβολών δικών συμφωνήθηκε ο ενάγων να μη λαμβάνει αμοιβή.
Ότι η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε και μετά την 1-10-2008, οπότε το "Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ" το διαδέχθηκε ως καθολικός του διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ν. 3655/2008, το Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (...) - πρώτο εναγόμενο εφεσίβλητο, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 35 του κεφαλαίου ΙΑ του ν. 4052/2012, συστάθηκε και λειτουργεί, από 1-7-2012, το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) - δεύτερο εναγόμενο εφεσίβλητο, στο οποίο λόγω καθολικής διαδοχής, εντάχθηκαν από την έναρξη λειτουργίας του και οι Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ... - πρώτου εναγόμενου εφεσίβλητου.
Ότι μετά την ενοποίηση των Ταμείων και δη την 26- 2-2009 υπεγράφη μεταξύ του ... αφενός και του ενάγοντα νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον τέταρτο όρο του οποίου ορίσθηκε ότι η αμοιβή για καθένα από τους αφετέρου συμβαλλομένους Δικηγόρους, ρητά συμφωνείται ότι θα είναι αυτή που ορίζεται σύμφωνα με την ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ 2422 Β/24-12-2007).
Ότι πράγματι το ... συνέχισε να αναθέτει υποθέσεις στον ενάγοντα μέχρι τις 10-3-2010. Ότι το ΔΣ του ... κατά την ...-3-2010 συνεδρίασή του και παρά την θετική εισήγηση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων Σ. Κ., δεν προχώρησε στην ανανέωση της συμφωνίας με τον ενάγοντα- εκκαλούντα, ενώ έλαβε την ...2010 απόφαση με την οποία ανέθεσε τις υποθέσεις των Τομέων Επικουρικής Ασφάλισης - Πρόνοιας Προσωπικού ΟΤΕ και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΕΛΤΑ σε δικηγόρους του Ταμείου (χωρίς να αναφέρει ονομαστικά τον ενάγοντα εκκαλούντα), με την εντολή αν κάποια υπόθεση που αφορά το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του αριθμού των μονάδων χορηγίας που καταβάλλονται από τον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού ΟΤΕ που τους ανατίθεται, εκδικάζεται πριν τον Απρίλιο (Ολομέλεια του Α’ Τμήματος του ΣΤΕ) να ζητούν αναβολή για ένα εξάμηνο.
Ότι μετά την παρέλευση του ως άνω εξαμήνου, το ... σταμάτησε να αναθέτει στο γραφείο του ενάγοντα νέες υποθέσεις σχετικές με τον Τομέα Προνοίας και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ, τις οποίες πλέον συνέχισε να αναθέτει στους έμμισθους πλέον δικηγόρους του, αν και ο ενάγων παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 10-5-2010, κατά τη συζήτηση επί αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ, εκπροσωπώντας το Ταμείο.
Ότι στις 18-11-2010 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων του ... ζήτησε από τον ενάγοντα εκκαλούντα να του παραδώσει το φάκελο με τα σχετικά έγγραφα υπόθεσης Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ κατά ασφαλισμένης και στις 19-11-2010 ο εν λόγω Προϊστάμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα: 1) το πρακτικό της υπ’ αριθμ. ...-12-2008 συνεδρίασης του ΔΣ του ..., κατά την οποία το ΔΣ του με την με .../2008 απόφασή του αποφάσισε:
α) τη λύση του ως άνω από 15-5-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού και β) την κατά πράξη και περίπτωση ανάθεση υποθέσεων στον ενάγοντα, 2) το πρακτικό της με αρ. ...-3-2010 συνεδρίασης του ΔΣ κατά την οποία έλαβε την πιο πάνω ...2010 απόφασή του και 3) το με αρ. ... 18-11-2010 έγγραφο του με το οποίο κάλεσε τον ενάγοντα όπως: α) απέχει ως δικηγόρος από την εκδίκαση της υπόθεσης Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ κατά Δ.
Κ. - Δ., β) παραδώσει άμεσα όλα τα έγγραφα που έχει στα χέρια του για την εν λόγω υπόθεση και γ) παραδώσει άμεσα στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του ... όλες τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις του πρώην Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ, που έχει στα χέρια του ο ενάγων - εκκαλών. Ότι πράγματι, ο τελευταίος με το από 26-11-2010 έγγραφο του - αναφορά ενημέρωσε το Ταμείο για τις εκκρεμείς υποθέσεις που βρίσκονταν στα χέρια του.
Ότι εν συνεχεία ο ενάγων εκκαλών με την από 31- 3-2011 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκλησή του προς το ... διαμαρτυρήθηκε και ισχυρίσθηκε ότι η διακοπή ανάθεσης στον ίδιο υποθέσεων του Ταμείου συνιστά ενέργεια αντίθετη των συμφωνηθέντων, ότι η ενέργεια δε αυτή, μειώνει την επαγγελματική του πίστη και αξιοπρέπεια και προσβάλλει την προσωπικότητά του.
Ότι η εν λόγω στάση του Ταμείου, ήτοι η διακοπή της συνεργασίας συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Ότι η εν λόγω μεταβολή του προκάλεσε άμεση υλική, αλλά και ηθική ζημία. Ότι ο ίδιος εμμένει στην εν λόγω σύμβαση. Ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστά και αδικοπραξία, καθότι με την αναιτιολόγητη διακοπή και μεταβολή από τον μήνα Μάρτιο 2010 της συνεργασίας προσεβλήθη η προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και τις παραπάνω αιτίες, ζήτησε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να άρει την εν λόγω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και να συνεχίσει να τον απασχολεί σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στις υπογραφείσες συμφωνίες, ενώ κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι τα εναγόμενα - εφεσίβλητα υποχρεούνται να του καταβάλλουν το ποσό των 75.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής" 4.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "η με το παραπάνω περιεχόμενο αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη ..... καθόσον η σύμβαση παροχής υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς επί της σχέσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.
Μοναδική περίπτωση ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 που ισχύει στις εργασιακές συμβάσεις αορίστου χρόνου, περί μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη βλαπτικής μεταβολής των όρων της υπαλληλικής σύμβασης, συνδυαζόμενη και προσαρμοζόμενη προς τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, είναι αυτή κατά την οποία ο δικηγόρος παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος αμειβόμενος με πάγια ετήσια ή μηνιαία αντιμισθία.
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μεταβάλλεται βεβαίως ο χαρακτήρας της σχέσης ως αμειβόμενης εντολής και δεν αποκτά αυτός ιδιότητα υπαλλήλου, πλην όμως γίνεται δεκτό ότι μπορεί να παρασχεθεί μείζονα προστασία των σχετικών δικαιωμάτων του έναντι του πάντοτε ισχυρότερου εργοδότη τους και δεν αντίκειται η ευνοϊκή αυτή αντιμετώπιση στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.
Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υφίσταται παρόμοια σχέση μεταξύ του ενάγοντα και των εναγόμενων εφεσιβλήτων, αφού ο ενάγων δεν παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος αμειβόμενος με πάγια ετήσια ή μηνιαία αντιμισθία. Αντίθετα, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην αγωγή, η αμοιβή του ενάγοντα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται με βάση τις αμοιβές που ορίζονταν από τις οικείες ΚΥΑ και ΠΟΑ που ίσχυαν κάθε φορά, για κάθε υπόθεση που θα του ανατίθονταν και θα διεκπεραίωνε χωριστά και συνεπώς η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο Ταμείο είναι αυτή της σύμβασης αμειβόμενης εντολής ορισμένου χρόνου και όχι παγίας αντιμισθίας, η οποία και μόνο φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, η οποία πράγματι δίνει την δυνατότητα στον εργαζόμενο να εμμείνει στην σύμβαση και να αιτηθεί την τήρηση των συμφωνηθέντων (ΑΠ 195/2015, 1252/2014), αλλά και να αξιώσει από τον υπαίτιο εργοδότη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 251/2008).
Αντίθετα, το δικαίωμα του εντολέα να αφαιρέσει από τον εντολοδόχο την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επήλθε με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται" Με βάση την αιτιολογία αυτή, το εφετείο δικάζοντας επί εφέσεως του ενάγοντα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, αφού έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, απέρριψε την έφεση.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 170 και 248 παρ. 1 του Κώδ. Περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 167, επ. και 713 επ. του ΑΚ αφού έκρινε ότι με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε πιο πάνω η αγωγή, δεν αφορούσε καταγγελία συμβάσεως πάγιας αντιμισθίας δικηγόρου, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο ενάγων, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, που δεν εφάρμοσε, περί βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας του ενάγοντα, που θα είχαν αναλογική εφαρμογή.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή η σύμβαση του ενάγοντα με τους αρχικά εναγομένους ήταν σύμβαση εντολής που μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε, οι δε εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής δεν συνιστούν ούτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα-δικηγόρου, ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ούτε οι εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις αυτές συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του 281 ΑΚ, αλλά ανάκληση εντολής που μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε.
Επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή, ως προς όλα τα αιτήματά της ήταν μη νόμιμη. Συνακόλουθα ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά δύο σκέλη του, καθώς και πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε ως προς ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμοι. 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που επιδιώχθηκε και στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. για το ορισμένο δε και παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, καθώς και ότι αυτές εμποδίζουν την εκτελεστότητα της αποφάσεως ή τις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. (ΑΠ 140/2010, ΑΠ 1231/2006, ΑΠ 157/2004) Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι ενώ στο αιτιολογικό της απόφασης η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την αγωγή του ως μη νόμιμη στο διατακτικό αφού δέχθηκε τυπικά την έφεσή του, απέρριψε αυτή κατ’ ουσία, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί για ποιόν λόγο τελικά απορρίφθηκε η αγωγή του.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού δεν αρκεί για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ενώ επίσης ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι από την αντίφαση αυτή δημιουργείται αοριστία του διατακτικού ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση ή ότι δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση της εννόμου σχέσεως και στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. 6.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 4309/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 24 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ