Legislator Case Law & Legislation
1800/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a negligence homicide verdict citing insufficient grounds and procedural compliance.

Case Number 1800/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against a second-instance verdict for negligent homicide. The appellants argued for lack of reasoning and procedural errors regarding unexamined documents, but the court found their claims baseless. The court determined that the lower court's reasoning was sufficient and that the defendants had access to the relevant medical documents through the primary judgment, negating any procedural defect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 28 and 302 of the Penal Code; Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A doctor is criminally liable for negligent homicide when death results from a violation of universally recognized medical standards without room for doubt, and the failure to exercise due care is causally linked to the outcome; appeals based on lack of reasoning or unexamined documents are inadmissible if the reasoning is adequate and the documents were accessible via the primary judgment.

Keywords

AI generated
negligent homicide medical malpractice criminal liability appeal admissibility procedural defect due care standard causal link

Cited Legislation

AI generated
Articles 28 and 302 of the Penal Code
Articles 329, 331, 333(2), 364 and 369 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1800 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1800/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσάκο και 2. Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 200/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....

Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2015 και 4 Δεκεμβρίου 2015 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β)να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από την έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Συνεπώς, ο ιατρός ευθύνεται, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησιά του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση, για να αποτρέπονται προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β)από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ] από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.

Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, για να έχει η απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα εξ αμελείας, πρέπει, 1] ενόψει της προαναφερθείσας διακρίσεως σε μη συνειδητή και ενσυνείδητη, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, 2] επί ιατρικής αμέλειας, να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και στοιχειοθετούν την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 200/2014 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ιδία δε την υπ’ αριθμ. πρωτ.: ...13-4-2011 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ...

και την προσκομισθείσα από τους κατηγορούμενους από 29-10-2014 Ιατροδικαστική Πραγματογνωμοσύνη του Φ. Γ. Χ., Ιατροδικαστή, Επίκουρου Καθηγητή Ιατροδικαστικής Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκης, τις απολογίες των κατηγορούμενων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Την 20η Απριλίου 2010 και περί ώρα 01:00 με 01:30 π.μ., ο Κ.

Μ. του Θ., που γεννήθηκε στη Λευκίμμη την 4η Μαρτίου 1947, παραπονέθηκε στη σύζυγο του ότι ένιωθε έντονους πόνους στην περιοχή του όσχεου και στην κοιλιά. Κατά τις 03:00 π.μ. τα ξημερώματα, συνοδεία της συζύγου του Μ. Μ., μετέβη με ίδια μέσα και οδικώς στο Γενικό Νοσοκομείο .... Ο ασθενής και η σύζυγος του εισήλθαν στο Νοσοκομείο περιπατητικώς και ανέφεραν τα ως άνω συμπτώματα στη νοσοκόμα Ε.

Μ., η οποία του μετέφερε στα εξωτερικά ιατρεία και συγκεκριμένα στο χειρουργικό τμήμα. Τον ασθενή εξέτασε ο Π. Μ., ειδικευόμενος ιατρός ορθοπεδικής σήμερα, ο οποίος κατά το χρόνο προσέλευσης του αποβιώσαντος στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. ... διένυε τον τέταρτο μήνα της ειδίκευσης του στο χειρουργικό τμήμα και ο οποίος ενημερώθηκε για τα συμπτώματα και για το γεγονός ότι ο ασθενής προ μηνός είχε παρουσιάσει επιδιδυμίτιδα και ελάμβανε μέχρι προ δεκαημέρου από την προσέλευση στο νοσοκομείο σχετική αντιβίωση, διαπίστωσε δε μετά από ψηλάφηση ότι ο αριστερός όρχις του ασθενούς ήταν πρησμένος και ότι ο ασθενής πονούσε λόγω δημιουργηθείσας φλεγμονής.

Αποδείχθηκε δε ότι ο αποβιώσας είχε παραπονεθεί κατά την προσέλευση του στο νοσοκομείο ... και για πόνο στο όσχεο παρά τις περί αντιθέτου ένορκες καταθέσεις των συγγενών του θανόντος μαρτύρων και ιδίως της συζύγου του, η αβασιμότητα των οποίων ως προς το σκέλος αυτό επιβεβαιώνεται αφενός μεν από την ίδια την κατάθεση της συζύγου του θανόντος Μ.

Μ., η οποία επιβεβαιώνει το προϋπάρχον πρόβλημα υγείας και δεν μπορεί να είναι βέβαιη για τα συμπτώματα που ανέφερε ο σύζυγος της στον εφημερεύοντα ιατρό Π. Μ. και τον τρόπο εξέτασης του, καθόσον κατά την επίμαχη εξέταση η ίδια δεν ήταν παρούσα αλλά ανέμενε έξωθεν του χώρου των εξωτερικών ιατρείων, αλλά και από την εξέταση του μάρτυρα Σ.

Γ., ο οποίος και στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του ανέφερε πως γνώριζε ότι ο θανών είχε προ ημερών πρόβλημα επιδιδυμίτιδας το οποίο είχε ήδη ξεπεράσει και ότι από την πεθερά του και σύζυγο του θανόντος ενημερώθηκε ότι κατά την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο ... δεν πονούσε στο όσχεο.

Επιπλέον ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας Γ. Μ. ανέφερε στην ένορκη κατάθεση του ότι κατά την προσπάθειά του να εξετάσει τον ασθενή με ψηλάφηση τον απώθησε, λέγοντας του ότι πονούσε πάρα πολύ, ενώ στα παραπάνω συνηγορούν και το ενημερωτικό σημείωμα του Γ.Ν. ..., το φύλλο ιστορικού ασθενούς και το αντίγραφο του μητρώου εξωτερικών ιατρείων, όπου γίνεται αναφορά σε άλγος στο όσχεο ή τον όρχι του ασθενούς σε έκαστο εξ αυτών των εγγράφων, όπως και η ιστολογική εξέταση όπου αναφέρονται "αλλοιώσεις κοκκιωματώδους ορχίτιδας".

Ο εφημερεύων ειδικευόμενος ιατρός Π. Μ., αφού εξέτασε τον ασθενή, επικοινώνησε με τον δεύτερο των κατηγορουμένων Κ. Σ., ο οποίος βρισκόταν σε ενεργή εφημερία. Ο τελευταίος του συνέστησε να κάνει στον ασθενή παυσίπονη ένεση και να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις αίματος και βιοχημικός έλεγχος. Ο ιατρός Π. Μ., έδωσε εντολή στη νοσηλεύτρια Μ.

Ε. να κάνει στον ασθενή μία παυσίπονη ένεση και εν συνεχεία όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων ενημέρωσε τηλεφωνικά εκ νέου τον επιμελητή του και ήδη δεύτερο των κατηγορουμένων Σ. Κ., για τα ευρήματα των εξετάσεων και του ανέφερε ότι ο ασθενής έχει 38.000 λευκά αιμοσφαίρια, τιμή που κατά τη γνώμη του ήταν συμβατή με τη φλεγμονή.

Ενόψει αυτής της εξέλιξης και εκτίμησης των συμπτωμάτων του ασθενούς, ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ., υπέδειξε από το τηλέφωνο και χωρίς να προσέλθει ο ίδιος για να εξετάσει τον ασθενή ή να δει τις εξετάσεις του, την εισαγωγή του στην ουρολογική κλινική και ζήτησε να γίνουν συμπληρωματικά οι εξετάσεις που προβλέπονται από το πρωτόκολλο εισαγωγής στην κλινική, ήτοι ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα, οι οποίες και πραγματοποιήθηκαν από τη νοσοκόμα Ε.

Μ.. Όπως αποδείχθηκε ιδίως από τις καταθέσεις των στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετασθέντων μαρτύρων Δ. Μ. και Δ. Μ. καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της επιστήμης, οι εν λόγω εξετάσεις αποτελούν απαραίτητο βήμα για την εισαγωγή του ασθενούς σε νοσοκομειακή κλινική, καθώς σκιαγραφούν την εικόνα του ασθενή κατά την έναρξη της θεραπείας του και αποτελούν σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της μετέπειτα πορείας του.

Αποτελούν δε μέρος του ιατρικού του φακέλου, προσβάσιμο στους θεράποντες ιατρούς μαζί με το ιστορικό του ασθενούς και άλλα έγγραφα ενδεικτικά της κλινικής του κατάστασης και της ιατροφαρμακευτικής του αγωγής που τυχόν έχει λάβει. Είναι δε επιστημονικώς τεκμηριωμένο ότι η λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού, η προσεκτική κλινική εξέταση και ο κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος αποτελούν τον ακρωγονιαίο λίθο της κλινικής, προχειρουργικής και προαναισθητικής εκτίμησης.

Ειδικότερα το καρδιογράφημα ως προληπτική εξέταση έχει ιδιαίτερη σημασία για την εικόνα του ασθενή και καθίσταται ιδιαιτέρως χρήσιμο ενόψει ενδεχόμενης χειρουργικής επέμβασης, ώστε ενόψει των ευρημάτων να σταθμιστεί η αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης, να επιδιωχθεί η μείωση της νοσηρότητας από το χειρουργείο με τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς και η ελάττωση των επιπλοκών.

Εν προκειμένω, μέχρι να ολοκληρωθεί η ακτινολογική εξέταση του ασθενούς και οι αιματολογικές εξετάσεις ο ειδικευόμενος εφημερεύων ιατρός Π. Μ. εξέτασε το καρδιογράφημα χωρίς να εντοπίσει κάτι ανησυχητικό σε αυτό. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις ο Λ ασθενής εισήχθη στην ουρολογική κλινική για περαιτέρω παρακολούθηση περί τις 04:00 π.μ.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ. και εφημερεύων χειρουργός αποδείχθηκε ότι προσήλθε να τον εξετάσει μεταξύ 10:00π.μ. και 12:00μ. της 20ης Απριλίου 2010, ήτοι 6-8 ώρες μετά την εισαγωγή του και αφού τον εξέτασε και έλαβε υπόψιν του το καρδιογράφημα και τις αιματολογικές εξετάσεις, διέγνωσε πιθανή συστροφή όρχεως, που χρειάζονταν κατά την κρίση του άμεση χειρουργική αντιμετώπιση λόγω του οξύ άλγους που προκαλούσε στον ασθενή.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είδε το καρδιογράφημα και εκτίμησε ότι η διαφαινόμενη σε αυτό ανάσπαση, είχε αιτία το οξύ άλγος. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι το ως άνω καρδιογράφημα του ασθενούς (βλ. το επισκοπηθέν από 20-4-2010 και ώρα 03:02π.μ. καρδιογράφημα του Γενικού Νοσοκομείου ...) εμφάνιζε τον ασθενή πάσχοντα από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ήδη κατά την εισαγωγή του στο άνω Νοσοκομείο, γεγονός που δεν διαγνώσθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο.

Εν τέλει περί τις 12:00μ. ο δεύτερος κατηγορούμενος ενημέρωσε τους συγγενείς του ασθενούς ότι επρόκειτο να τον χειρουργήσει διερευνητικώς για πιθανή συστροφή όρχεος. Τότε οι συγγενείς του ζήτησαν να διακομιστεί ο παθών στην Αθήνα στο νοσοκομείο ..., όμως ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν επέτρεψε τη μεταφορά αυτή ισχυριζόμενος ότι κινδύνευε ο ασθενής από σηψαιμία.

Εν τέλει η εγχείριση έγινε στις 14:30μ.μ. της ίδιας ημέρας και διήρκησε 15 λεπτά. Στην εγχείριση αυτή παρέστη με την ιδιότητα του αναισθησιολόγου ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ., ο οποίος επίσης έλαβε γνώση του καρδιογραφήματος του ασθενούς, πλην όμως δεν διαπίστωσε ούτε εκείνος κάτι ανησυχητικό. Περαιτέρω, ούτε κατά τη διάρκεια της επέμβασης οπότε και ο ασθενής ήταν συνδεδεμένος με μόνιτορ, διαπίστωσε κάποια δυσλειτουργία στην καρδιακή λειτουργία.

Ο πρώτος κατηγορούμενος χορήγησε κατ’ αρχήν αγχολυτικό φάρμακο στον ασθενή για προνάρκωση και εν συνεχεία χορήγησε ραχιαία αναισθησία. Παρούσα στην επέμβαση ήταν και η ειδικευόμενη ιατρός Θ. Ζ., η οποία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ως μάρτυρας ότι τόσο η ίδια όσο και ο χειρουργός και δεύτερος κατηγορούμενος Σ.

Κ., δεν έβλεπαν το μόνιτορ στο οποίο ήταν συνδεδεμένος ο ασθενής, αλλά ότι το παρακολουθούσε ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ., χωρίς να τους ενημερώσει για κάτι ιδιαίτερο. Όταν ολοκληρώθηκε η επέμβαση και ο ασθενής εξήλθε του χειρουργείου και μεταφέρθηκε στο θάλαμο νοσηλείας, ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ.

καθησύχασε απολύτως τους συγγενείς του παθόντος λέγοντάς τους ότι όλα πήγαν καλά, ότι ο παθών είχε επιδιδυμίτιδα και αφαιρέθηκε το υγρό από τους όρχεις και ότι κατά πάσα πιθανότητα ο ασθενής θα ελάμβανε εξιτήριο την επόμενη ημέρα. Μετά την επέμβαση δε αποχώρησε και δεν επέστρεψε για να διαπιστώσει την ομαλή εξέλιξη της μετεγχειρητικής πορείας του παθόντος παρά πολύ αργότερα και δη περί τις 18:30μ.μ.

της ίδιας ημέρας όταν κλήθηκε από τους συγγενείς του ασθενούς. Όμως, ο παθών, ήδη κατά το χρόνο που άρχισε να συνέρχεται από τη νάρκωση διαμαρτύρονταν ότι είχε έντονους πόνους στο στήθος, στο στομάχι και δη στο σημείο του επιγάστριου καθώς και ότι δεν ένοιωθε τα πόδια του. Επανειλημμένα και επίμονα οι συγγενείς του ασθενή ζητούσαν από τις νοσοκόμες να ειδοποιήσουν τους κατηγορούμενους, χωρίς να μπορούν να εντοπίσουν τον δεύτερο από αυτούς.

Σημειούται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ. δεν ήταν εφικτό κατά το χρονικό αυτό σημείο να εξετάσει τον ασθενή διότι ήταν σε προγραμματισμένο χειρουργείο. Εν τέλει προσήλθε μετά τις 16:30μ.μ. μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ., ο οποίος θεώρησε ότι η μετεγχειρητική εικόνα του παθόντος ήταν ικανοποιητική, ότι είναι φυσιολογικό ο ασθενής να μη νοιώθει τα πόδια του αμέσως μετά τη νάρκωση και ότι ο πόνος στην κοιλιά είναι από την πείνα και αφού έδωσε εντολή να δώσουν στον παθόντα να φάει μία κρέμα, αποχώρησε λέγοντάς στους συγγενείς του παθόντος ότι θα περάσει κάποια στιγμή να τον δει ο δεύτερος κατηγορούμενος.

Ο ασθενής, όμως, δεν μπόρεσε να φάει, τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν και άρχισε να πρήζεται, να μελανιάζει και να ιδρώνει και οι συγγενείς του μόλις στις 17:30μ.μ. μπόρεσαν να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με τον θεράποντα ιατρό (δεύτερο κατηγορούμενο), ο οποίος είχε αποχωρήσει από το νοσοκομείο και βρίσκονταν σπίτι του, οπότε και τον ενημέρωσαν για την επιδείνωση του ασθενούς.

Όταν περί ώρα 18:30μ.μ. (ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ., προσήλθε, είδε ότι ο παθών είχε όψη πάσχοντος, ήταν πρησμένος και πονούσε η κοιλιά του. Τότε ζήτησε τη συμβουλή του χειρουργού Ε. Δ., ο οποίος ζήτησε να γίνει καρδιολογικός έλεγχος και αξονική τομογραφία στον ασθενή, καθώς υπέθεσε ότι μπορεί να έχει συμβεί ρήξη αορτίου ή διάθριση, όπως ο τελευταίος ανέφερε στην ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο ασθενής τότε υπεβλήθη σε δεύτερο καρδιογράφημα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος λίγο πριν τις 19:00μ.μ. κάλεσε την ειδικευόμενη ιατρό της καρδιολογικής κλινικής Μ. Ζ. και της επέδειξε το δεύτερο καρδιογράφημα που έγινε στον ασθενή, στο οποίο η τελευταία αμέσως μόλις το είδε, διέγνωσε ότι υπάρχει έμφραγμα σε εξέλιξη.

Η ιατρός εξέτασε τον ασθενή και διαπίστωσε μετεωρισμό, χαμηλή πίεση και σφυγμό και παράπονο για έντονο πόνο στο επιγάστριο. Ενημέρωσε τότε τον Α. - Φ. Δ., Δ/ντη της καρδιολογικής κλινικής και εκείνος υπέδειξε άμεση εισαγωγή του στην καρδιολογική κλινική. Ο ανωτέρω αφού εξέτασε τον ασθενή και ερεύνησε τα δύο καρδιογραφήματα, ήτοι το πρώτο που έγινε τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ης Απριλίου 2010, ότε και ο ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο, και το δεύτερο που έλαβε χώρα μετά την επιδείνωση της μετεγχειρητικής πορείας του ασθενούς, διαπίστωσε ότι ήδη το πρώτο καρδιογράφημα του ασθενούς κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο έδειχνε έμφραγμα δεξιάς κοιλίας και ότι πλέον στο δεύτερο καρδιογράφημα καταγραφόταν έμφραγμα ωρών σε πλήρη ανάπτυξη.

Στη συνέχεια, εντός της καρδιολογικής κλινικής έγινε υπερηχογραφική εξέταση και αμέσως ο ασθενής εισήλθε στη μονάδα για τα εμφράγματα. Κατόπιν έγιναν εξετάσεις για τα ένζυμα, συνδέθηκε στο μόνιτορ, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και πραγματοποιήθηκε εξέταση αξονικής τομογραφίας για να αποκλειστεί η ύπαρξη ανευρύσματος αορτής (βλ.

κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα Κ. Ε. και την απολογία του Α. - Φ. Δ., ο οποίος κρίθηκε αθώος με την εκκαλουμένη απόφαση). Εν συνεχεία ο Α. - Φ. Δ., Δ/ντης της Καρδιολογικής Κλινικής κάλεσε τους κατηγορούμενους προκειμένου να ενημερωθεί από τους ίδιους για την μέχρι τότε αντιμετώπιση του ασθενούς, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα τον τρόπο αντιμετώπισης του περιστατικού.

Διαπιστώθηκε ακολούθως ότι ο ασθενής είχε ήδη υποστεί καρδιογενές σοκ, εξαιτίας του εξελιχθέντος εμφράγματος, δηλαδή η καρδιά του ήδη παρουσίαζε αδυναμία να δώσει αίμα στα ζωτικά όργανα. Ήδη, όμως, λόγω του ότι το έμφραγμα είχε εξελιχθεί πλήρως και δεν ήταν πια στην αρχή του ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί πλέον με θρομβολυτική αγωγή και καθίστατο πλέον αναγκαία και επείγουσα η αγγειοπλαστική του αντιμετώπιση, για την οποία όμως δεν είναι εξοπλισμένο το Γ.Ν. ..., που δεν έχει εξοπλισμό ούτε για την απαραίτητη στεφανιογραφική εξέταση, με αποτέλεσμα να κριθεί αναγκαία η αεροδιακομιδή του ασθενούς στα ...

από το ΕΚΑΒ. Ο ιατρός Α. - Φ. Δ. μαζί με την ειδικευόμενη Μ. Ζ. κατόρθωσαν να ανατάξουν τον ασθενή από το καρδιογενές σοκ, προκειμένου να μεταφερθεί στα ..., πλην όμως δεδομένου ότι το αίτιο του καρδιογενούς σοκ είχε εξελιχθεί πλήρως και δεν μπορούσε πια να αντιμετωπιστεί από τους ίδιους, η ανάταξη ήταν προσωρινή.

Ο ασθενής κατά τη μεταφορά του στο αεροδρόμιο συνοδεύτηκε από την ειδικευόμενη Μ. Ζ. και τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Χ., όμως ο ιατρός του ΕΚΑΒ αρνήθηκε να τον παραλάβει γιατί δεν ήταν διασωληνωμένος. Αποδείχθηκε ότι ο ασθενής κατά τη μεταφορά του δεν ήταν σε κώμα και αυτό γιατί η αιτία που ο ιατρός του ΕΚΑΒ αρνήθηκε να τον παραλάβει, ήταν η απουσία διασωλήνωσης, που καταστέλλει τον ασθενή και το γεγονός ότι ο τελευταίος ήταν τόσο διεγερτικός, που κατά τη μεταφορά του χρειάστηκε να δεθεί με ιμάντες (βλ.

κατάθεση Μ. Ζ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), χαρακτηριστικά τα οποία αποδεικνύουν ότι ο ασθενής είχε τις αισθήσεις του. Ο ιατρός Α. - Φ. Δ., επέλεξε να μη διασωληνωθεί ο ασθενής καθώς ενόψει του άρτι αναταχθέντος εμφράγματος, έκρινε ότι η χορήγηση ινοτρόπων (κατασταλτικών φαρμάκων), που χρησιμοποιούνται κατά τη διασωλήνωση για την καταστολή του ασθενούς εγκυμονούσε κινδύνους για επιδείνωση της κατάστασης του.

Μπροστά όμως στην επίμονη άρνηση του ιατρού του ΕΚΑΒ να παραλάβει τον ασθενή μη διασωληνωμένο και διεγερτικό και εκτιμώντας ότι ο κίνδυνος από την καθυστέρηση στη μεταφορά του θα ήταν μεγαλύτερος μετέβαλε τη γνώμη του και έδωσε εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο Π. Χ. να διασωληνώσει τον παθόντα. Η διασωλήνωση έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο Π.

Χ., που ως αναισθησιολόγος ήταν ο ειδικός ιατρός για να εκτελεστεί η διασωλήνωση, εντός του ασθενοφόρου. Εν τέλει ο ιατρός του ΕΚΑΒ δέχθηκε να παραλάβει τον διασωληνωμένο πλέον ασθενή και μετά από πτήση 3Θ λεπτών ο παθών αφίχθη στα ... περί τις 03:30 της 20ης Απριλίου 2010. Ο ιατρός Α. - Φ. Δ. είχε ήδη επικοινωνήσει, με τον καθηγητή καρδιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ...

κ. Γ., ο οποίος παρέλαβε τον παθόντα, διασωληνωμένο, σε καταστολή και σε πολύ σοβαρή κατάσταση και προκειμένου να προβεί στην αναγκαία αγγειοπλαστική εκτέλεσε στεφανιογραφία στον ασθενή. Όμως κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας ο ασθενής υπέστη ανακοπή, από την οποία ανατάχθηκε με καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (ΚΑΡ.Π.Α.), έκτοτε όμως ουδέποτε ανέκτησε τις αισθήσεις του.

Ο ασθενής νοσηλεύθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ... μέχρι τις 04.08.2010 οπότε και επέστρεψε στο Γ.Ν. ..., όπου και απεβίωσε στις 20-8-2010 συνεπεία πρόσφατων ισχαιμικών αλλοιώσεων, επί εδάφους παλαιού εμφράγματος του μυοκαρδίου (βλ. την αναγνωσθείσα υπ’ αριθμ. ...13-4-2011 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστή Χ.

Τ.).

Από το ως άνω περιγραφέν ιστορικό αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι στην αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο του Κ. Μ. του Θ., το πιο κρίσιμο γεγονός, το οποίο επηρέασε αναπόδραστα την αιτιακή διαδρομή προς τον επερχόμενο θάνατο, ήταν η μη έγκαιρη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου που είχε υποστεί ο παθών ήδη κατά το χρόνο της εισαγωγής του στο Γενικό Νοσοκομείο ....

Συγκεκριμένα ήδη από το πρώτο καρδιογράφημα του ασθενούς (βλ. επισκοπηθέν από 20-4-2010 και ώρα 03:02 π.μ. καρδιογράφημα του Γενικού Νοσοκομείου ...] αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι ο ασθενής έπασχε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ήδη κατά την εισαγωγή του στο άνω Νοσοκομείο και ειδικότερα εμφάνιζε "ηλεκτροκαρδιογραφική εικόνα οξέως εμφράγματος κατώτερου τοιχώματος εν εξελίξει με α’ βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό" (βλ.

γνωμάτευση επί του ιδίουυ ηλεκτροκαρδιογραφήματος του Δ/ντη του Β’ Καρδιολογικού Τμήματος του ... Νοσοκομείου του ... Σ. Ζ. Κ., το οποίο είχε προσκομισθεί και αναγνωσθεί στην πρωτόδικη διαδικασία από τον εκεί παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγων - μάρτυρα κατηγορίας Θ. Μ.) γεγονός, που δεν διαγνώσθηκε ούτε αντιμετωπίσθηκε έγκαιρα.

Άλλωστε την καταγραφή του εμφράγματος στο ως άνω καρδιογράφημα δεν αμφισβήτησαν ούτε οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι αναφερόμενοι σε αυτό κατά την απολογία τους ανέφεραν ότι εμφανίζεται μία ισχαιμία ή ανασπάσεις αντίστοιχα, ο δε ιατρός Α. - Φ. Δ. ήταν εκείνος που αμέσως μόλις ανέλαβε το περιστατικό διέγνωσε ότι "το πρώτο καρδιογράφημα έδειχνε έμφραγμα δεξιάς κοιλιάς".

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τη γνωμάτευση του καθηγητή καρδιολογίας και Δ/ντη της Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ... I. Γ. επί αντιγράφου του άνω καρδιογραφήματος, - η οποία είχε προσκομισθεί και αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη από τον παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγοντα και εδώ μάρτυρα κατηγορίας Θ.

Μ. - όπου βεβαιώνεται, ότι από το καρδιογράφημα αυτό προκύπτει, ότι ο εν λόγω ασθενής εισήχθη στο Γ.Ν.Κ. πάσχων από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα στοιχεία που φανερώνουν την ύπαρξη εμφράγματος του μυοκαρδίου ήταν ευχερώς διαγνώσιμα από το μέσο ιατρό και επέβαλαν αφενός την άμεση αντιμετώπιση του καρδιολογικού προβλήματος, αφετέρου την παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό καρδιολόγο ή έστω τη συνδρομή του τελευταίου για να αποφασιστεί η αναγκαιότητα και η σκοπιμότητα της επέμβασης στο όσχεο.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι εξετασθέντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρες που είχαν την ιδιότητα του ιατρού, οι οποίοι ανεξαρτήτως ειδικότητας, εμπειρίας ή γνώσης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό διέγνωσαν ότι στο επισκοπηθέν και επιδειχθέν σ’ αυτούς καρδιογράφημα υπήρχαν τόσο σαφή ευρήματα τα οποία θα τους οδηγούσαν στην απόφαση να συμβουλευθούν ειδικό καρδιολόγο πριν προχωρήσουν σε άλλη ιατρική πράξη.

Ειδικότερα ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας Δ. Ε., γενικός χειρουργός, κατέθεσε ότι στο καρδιογράφημα διαπιστώνονται αρρυθμίες και σε κάθε περίπτωση, εκείνος συμβουλεύεται ειδικό καρδιολόγο. Τις αυτές αλλοιώσεις διέγνωσε (και ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ., ο οποίος κατά την ενώπιο του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του ανέφερε: "Το καρδιογράφημα εγώ το είδα το πρωί και θεώρησα ότι κάποιες αλλοιώσεις οφείλονται στον οξύ πόνο".

Περαιτέρω η στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξετασθείσα μάρτυρας υπεράσπισης Π. Χ., αναισθησιολόγος, παρά την προσπάθεια υποβάθμισης της αξίας της διάγνωσης του εμφράγματος, δήλωσε ότι η ίδια γνωρίζει να διαβάζει καρδιογράφημα και ότι στο επιδειχθέν σε αυτήν ως άνω καρδιογράφημα φαίνεται ισχαιμία, στην ίδια Μ διαπίστωση οδηγήθηκε και ο μάρτυρας Δ.

Κ., ουρολόγος, που ‘ κατέθεσε ότι με τέτοιο καρδιογράφημα θα ζητούσε τη συμβουλή καρδιολόγου. Η δε μάρτυρας Μ. Ζ., ειδικευόμενη στη γενική ιατρική, που κατά το χρόνο που συνέβη το περιστατικό, βρισκόταν στην καρδιολογική κλινική για ειδίκευση, κατέθεσε στο ακροατήριο ότι στο πρώτο καρδιογράφημα φαίνονται ανασπάσεις και πρώτες απαγωγές και ότι σε μια τέτοια περίπτωση η ίδια θα ζητούσε τη γνώμη καρδιολόγου πριν χειρουργηθεί κάποιος ασθενής.

Το αυτό επιβεβαίωσε και ο κληθείς από τους κατηγορούμενους εδώ εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας Φ. Χ., ο οποίος ανέφερε: "Ήταν εμφανές ότι είχε έμφραγμα". Όμως τόσο ο δεύτερος, όσο και ο τρίτος των κατηγορουμένων, από αμέλεια (μη συνειδητή), ήτοι από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής που επιβάλλεται από την ιατρική τους ιδιότητα, την οποία όφειλαν να καταβάλλουν και μπορούσαν εν προκειμένω, αφενός δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη εμφράγματος (σε αντίθεση με τους ως άνω αναφερθέντες μάρτυρες συναδέλφους τους), αφετέρου, παρόλο που διαπίστωσαν ότι στο καρδιογράφημα υπήρχαν ανασπάσεις ή αρρυθμίες, δεν ζήτησαν την παραπομπή του ασθενή σε ειδικό καρδιολόγο ή έστω τη συνδρομή του τελευταίου για να αποφασιστεί η αναγκαιότητα και η σκοπιμότητα της επέμβασης στο όσχεο, αλλά αντίθετα εκτίμησε ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος την αιτιολογία των ανασπάσεων, τις οποίες απέδωσε στο οξύ άλγος του ασθενούς, αν και δεν είχε όχι μόνο την ειδική γνώση που απαιτείται προς τούτο, λόγω διαφορετικής ειδικότητας, αλλά ούτε και τις γνώσεις του μέσου ιατρού της ειδικότητάς του, ως όφειλε.

Περαιτέρω, ο δεύτερος των κατηγορουμένων αρνήθηκε τη μεταφορά του ασθενούς και ήδη θανόντος σε νοσοκομείο της Αθήνας, ισχυριζόμενος ότι ο ασθενής κινδύνευε από σηψαιμία. Πλην, όμως, όπως αποδείχθηκε η διάγνωση του δεύτερου κατηγορουμένου για σηψαιμία ήταν λανθασμένη και μάλλον αυθαίρετη, καθώς πιθανολογήθηκε μόνο από την αυξημένη τιμή των λευκών αιμοσφαιρίων του ασθενή και χωρίς να γίνουν ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις (αιμοκαλλιέργεια), και να αξιολογηθεί η έλλειψη συνηθισμένων συμπτωμάτων της σηψαιμίας, όπως πυρετός και ταχυκαρδία (οράτε σχετικά κατάθεση Μ.

Δ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), η δε επιμονή του σε αυτήν του την απόφαση, απέκλεισε την πιθανότητα να αποφευχθεί η άμεση χειρουργική επέμβαση στο όσχεο του ασθενούς, αλλά και την εμπλοκή έτερου ιατρού, που θα μπορούσε ευχερώς, όπως ως άνω αποδείχθηκε, να διαπιστώσει την ύπαρξη του εμφράγματος. Η ως άνω αμέλεια των κατηγορουμένων και η επιμονή σε αυτήν, ήταν η αιτία που εν τέλει ο ασθενής χειρουργήθηκε από τον δεύτερο με την παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου.

Παρόλο, όμως που κατά τη διάρκεια της επέμβασης ο ασθενής ήταν, συνδεδεμένος με μόνιτορ και ήδη αποδείχθηκε ότι υπήρχε εξελισσόμενο έμφραγμα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Π. Χ., ουδέν ύποπτο διαπίστωσε σε σχέση με την καρδιακή λειτουργία, ενώ δεν τον ανησύχησε ούτε η μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς, ο οποίος κατά το χρόνο εξόδου από το χειρουργείο, πονούσε και διαμαρτύρονταν ότι δε αισθάνονταν καλά, καθώς το έμφραγμά του εξελισσόταν σε καρδιογενές σοκ.

Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν να χαθεί πολύτιμος χρόνος, καθώς όπως αποδείχθηκε το έμφραγμα υπήρχε ήδη περί της 04:00 π.μ. κατά τη εισαγωγή του ασθενούς και εν τέλει διαπιστώθηκε περί τις 19:00 μ.μ. από την ειδικευόμενη της γενικής ιατρικής Μ. Ζ. και αντιμετωπίσθηκε από τον Δ/ντη της καρδιολογικής κλινικής Α. - Φ.

Δ. και την ως άνω ειδικευόμενη. Ήδη όμως η διαδρομή αυτού του χρόνου επέτρεψε το έμφραγμα να εξελιχθεί σε καρδιογενές σοκ, ήτοι σε αδυναμία της καρδιάς να τροφοδοτήσει με αίμα τα ζωτικά όργανα του ασθενούς [βλ. κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μ. Ζ. που συγκρίνει το αρχικό καρδιογράφημα με το πιο βεβαρημένο δεύτερο), ενώ η χειρουργική επέμβαση που προηγήθηκε σε συνδυασμό με την καθυστέρηση κατέστησε αδύνατη την αντιμετώπιση του εμφράγματος με θρομβόλυση και έγινε έτσι αναγκαία και επείγουσα η αγγειοπλαστική του αντιμετώπιση, για την οποία όμως δεν είναι εξοπλισμένο το Γ.Ν. ..., που δεν έχει εξοπλισμό ούτε για την απαραίτητη στεφανιογραφική εξέταση (βλ.

κατάθεση Μ. Ζ.). 0 ιατρός Α. - Φ. Δ. επικοινώνησε με τον καθηγητή καρδιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ... κ. Γ., ενημερώνοντάς τον για την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του ασθενούς. Πλην, όμως αποδείχθηκε ότι οι βλάβες που είχε υποστεί η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς ήταν τόσο εκτεταμένες που εν τέλει ο ασθενής δεν κατάφερε να αντέξει ούτε την αναγκαία στεφανιογραφική εξέταση, που προηγείται της αγγειοπλαστικής αντιμετώπισης του καρδιογενούς σοκ, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις 20-8-2010.

Περαιτέρω, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης που κλήθηκε από τους κατηγορούμενους, Α. Α., ιατρός χειρουργός - ουρολόγος, πριν την εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο και εφόσον έχουν παρέλθει ώρες από την διενέργεια του πρώτου κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο καρδιογράφημα, αιτείται την διενέργεια νέου καρδιογραφήματος, προκειμένου τόσο ο αναισθησιολόγος όσο και ο ιατρός να έχουν σαφή εικόνα της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.

Οι ως άνω παραλείψεις και ενέργειες των κατηγορουμένων, είχαν, όπως προαναφέρθηκε, ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Κ. Μ. του Θ., ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτές και αποτελεί επακόλουθό τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου του ασθενούς, οι κατηγορούμενοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν ως ιατροί, δεν το προέβλεψαν, παρόλο που όφειλαν και που μπορούσαν να τον πράξουν.

Αν όμως, οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι είτε, α) επιδείκνυαν την επιμέλεια του μέσου ιατρού, είτε β) είχαν ειδοποιήσει ως όφειλαν και μπορούσαν τον ιατρό Καρδιολόγο, το ιατρικό πρόβλημα του ασθενούς θα είχε επακριβώς διαγνωσθεί, θα είχε ακολουθηθεί διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισής του και ο θάνατος του ασθενούς θα είχε αποφευχθεί, γεγονός που ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχτηκε κατά την απολογία του, όπου ανέφερε ότι εάν είχε διαγνωστεί το υπάρχον έμφραγμα τότε πρωτίστως θα έπρεπε να σταθεροποιηθεί η καρδιά και, ακολούθως να αντιμετωπιστεί οποιοδήποτε άλλο ιατρικό πρόβλημα.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως της ανθρωποκτονίας από (συγκλίνουσα) ιατρική αμέλεια κατά παραυτουργία, ως πρωτοδίκως και να αναγνωριστεί στο πρόσωπο καθενός από αυτούς η ελαφρυντικής περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφιο α’ Π.Κ. καθόσον από την ίδια ως άνω αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι αυτοί έως τον χρόνο που έγινε η αξιόποινη πράξη έζησαν έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 §2 ε’ ΠΚ θεωρείται και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, υπό την έννοια, ότι πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλη διάσταση και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και την κοινωνική προδιάθεσή του, ενώ δεν αρκεί η απλή συμπεριφορά, δηλαδή η μη κακή συμπεριφορά του υπαιτίου (ΑΠ 195/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις για την αναγνώριση εις έκαστο των κατηγορουμένων αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως, καθόσον στο σχετικό αίτημά τους, όπως παραπάνω έχουν αναφερθεί, αορίστως προβάλλονται μετ’ επικλήσεως μόνης της σχετικής ποινικής διατάξεως παρεκτός του ότι σε κάθε περίπτωση αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον και εάν ακόμη αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά μετά την τέλεση της πράξης τούτο δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής τους, αλλά της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ώστε να δύνανται ευπροσώπως να υποστηρίξουν αίτημα περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο τους αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως.

Ακολούθως, κήρυξε τους παραπάνω κατηγορούμενους ένοχους του ότι στην Κέρκυρα στις 20 και 21-4-2010, οι κατηγορούμενοι από αμέλειά τους, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν δεν προέβλεψαν, το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων τους και επέφεραν το θάνατο του Κ.

Μ. του Θ. (ετών 63), που εισήχθη εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο ..., αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ. του Σ., αναισθησιολόγος και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Σ. Κ. του Ν., ουρολόγος - χειρουργός, εργαζόμενοι στο Γενικό Νοσοκομείο ...

κατά την ανωτέρω ημερομηνία, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης τους δεν ενήργησαν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, όπως θα εκτεθεί ακολούθως, αλλά προέβησαν στις ακόλουθες πράξεις και παραλείψεις τους που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο του Κ.

Μ. του Θ. (ετών 63). Τούτο δε παρά το γεγονός ότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (από τα άρθρα 2 και 9 του Ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας" με την ιδιότητά τους ως αρμόδιοι θεράποντες ιατροί του ανωτέρω Νοσοκομείου που ανέλαβαν την αντιμετώπιση ενός επείγοντος περιστατικού και τη διενέργεια των παρακάτω ιατρικών πράξεων) και στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσαν να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος του θανάτου.

Ειδικότερα:

Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Χ. του Σ., αναισθησιολόγος του Γενικού Νοσοκομείου ...: α) αφενός από την επισκόπηση του πρώτου καρδιογραφήματος του ασθενή (Κ. Μ.) δεν διαπίστωσε την ύπαρξη εμφράγματος, αφετέρου παρόλο που διαπίστωσε ότι στο καρδιογράφημα υπήρχαν αρρυθμίες, δεν ζήτησε την παραπομπή του ασθενή σε ειδικό καρδιολόγο ή έστω τη συνδρομή του τελευταίου για να αποφασιστεί η αναγκαιότητα και η σκοπιμότητα της επέμβασης στο όσχεο, επιβαρύνοντας την υγεία του ασθενούς με μία άστοχη και περιττή εγχείριση και καθιστώντας αδύνατη τη μεταγενέστερη αντιμετώπιση του καρδιογενούς σοκ, που επήλθε εξαιτίας της εξέλιξης του εμφράγματος, με θρομβολυτική φαρμακευτική αγωγή, β) παρά το γεγονός ότι τα συμπτώματα του ασθενούς δεν υποχωρούσαν μετά την εγχείριση (συνεχιζόμενος έντονος πόνος στο επιγάστριο και έντονο μελάνιασμα από το λαιμό έως το στέρνο], εκείνος θεώρησε εσφαλμένα ότι η μετεγχειρητική εικόνα του παθόντος ήταν ικανοποιητική, ότι είναι φυσιολογικό ο ασθενής να μη νοιώθει τα πόδια του αμέσως μετά τη νάρκωση και ότι ο πόνος στην κοιλιά είναι από την πείνα, καθησυχάζοντας τους συγγενείς του παθόντος και επιτείνοντας την καθυστέρηση στην ορθή διάγνωση αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος για την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του επείγοντος περιστατικού και να επιδεινωθεί περαιτέρω η υγεία του ασθενούς.

Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ. του Ν., ουρολόγος - χειρουργός του Γενικού Νοσοκομείου ...: α) προσήλθε για να αναλάβει την ιατρική επιμέλεια και φροντίδα του ασθενούς με καθυστέρηση τουλάχιστον έξι (6] ωρών μετά τη διάγνωση της αυξημένης τιμής των λευκών αιμοσφαιρίων, με αποτέλεσμα να απολεσθεί πολύτιμος χρόνος και να επιβαρυνθεί η κατάσταση της υγείας του, β) αφενός από την επισκόπηση του πρώτου καρδιογραφήματος του ασθενή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη εμφράγματος, αφετέρου, παρόλο που διαπίστωσε ότι στο καρδιογράφημα υπήρχαν ανασπάσεις, δε ζήτησε την παραπομπή του ασθενή σε ειδικό καρδιολόγο ή έστω τη συνδρομή του τελευταίου για να αποφασιστεί η αναγκαιότητα και η σκοπιμότητα της επέμβασης στο όσχεο, αλλά αντίθετα εκτίμησε ο ίδιος την αιτιολογία των ανασπάσεων, τις οποίες απέδωσε εσφαλμένα σε οξύ άλγος του ασθενούς, αν και δεν είχε την ειδική γνώση που απαιτείται προς τούτο, λόγω της ειδικότητάς-του ως χειρουργού, γ) με πρόσθετη καθυστέρηση τεσσάρων (4) περίπου ακόμη ωρών παρήγγειλε εσφαλμένα και αντίθετα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης την άμεση εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο για επέμβαση συστροφή όρχεος, αρνούμενος να επιτρέψει τη μεταφορά του ασθενή σε νοσοκομείο της Αθήνας, ισχυριζόμενος εσφαλμένα ότι ο ασθενής κινδύνευε από σηψαιμία και δ) παρά το γεγονός ότι τα συμπτώματα του ασθενούς δεν υποχωρούσαν μετά την εγχείρηση, εγκατέλειψε τον ασθενή, αδιαφορώντας για την μετεγχειρητική του πορεία.

Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί πολύτιμος χρόνος για την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του επείγοντος περιστατικού και να επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο η υγεία του ασθενούς από μία περιττή ιατρική επέμβαση, καθιστώντας αδύνατη την μεταγενέστερη αντιμετώπιση του καρδιογενούς σοκ, που επήλθε εξαιτίας της εξέλιξης του εμφράγματος, με θρομβολυτική φαρμακευτική αγωγή.

Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της μη παροχής προς τον παθόντα της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας, υπήρξε να υποστεί η καρδιακή λειτουργία του παθόντος τόσο εκτεταμένες βλάβες ώστε εν τέλει ο ασθενής να μην είναι δυνατόν να αντέξει ούτε την αναγκαία στεφανιογραφική εξέταση, που προηγείται της αγγειοπλαστικής αντιμετώπισης του καρδιογενούς σοκ, να πάθει ανακοπή, που ανατάχθηκε μεν, δεν ήταν δυνατόν όμως να εμποδίσει την αναπόδραστη αιτιακή διαδρομή προς το θάνατο του παθόντος Κ. Μ. του Θ., λόγω ισχαιμικών αλλοιώσεων επί εδάφους παλαιού εμφράγματος του μυοκαρδίου, που εν τέλει επήλθε την 20-8-2011 στο Γενικό Νοσοκομείο ... στο οποίο επανεισήχθη επιστρέφοντας από τα ....

Δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι έως τον χρόνο που έγινε η αξιόποινη πράξη έζησαν έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια άνευ συνειδήσεως με παράλειψη, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.ιβ, 28, 51, 53,79, 83,84 παρ.2α και 302 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών ή διατάξεων και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως που αναγνώσθηκαν, απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά.

Επίσης, αναφέρονται τόσο ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το επελθόν αποτέλεσμα, όσο και η έννομη θέση τους, ως νοσοκομειακών ιατρών στο Κρατικό Νοσοκομείο .... Περαιτέρω, παρατίθενται στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του ασθενούς, οι οφειλόμενες σε αμέλεια με παραλείψεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) που επέδειξαν αυτοί, για την ορθή και έγκαιρη διάγνωση της παθήσεως του Κ.

Μ. [που είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου], τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά τους, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του αποτελέσματος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων [που αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες], με τις οποίες, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι των αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331, 333 παρ.2,364 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικος, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στη προκείμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής: 1] στη σελίδα 18 της δευτεροβάθμιας [προσβαλλομένης] αποφάσεως προκύπτει ότι, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, περιλαμβάνεται και το με αριθμό 13] η υπ’ αριθμ. 1244/2013 πρωτόδικη εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, 2] στη σελίδα 27 της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 16] καρδιογράφημα με γνωμάτευση του Δ/ντού του καρδιολογικού τμήματος του ... Νοσοκομείου Ζ. Κ. και 17] καρδιογράφημα με γνωμάτευση του Δ/ντού της Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ... Ι.Γ..

Συνεπώς [αφού το περιεχόμενο των δυο εγγράφων προέκυπτε από την αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση], ο ήδη αναιρεσείων Σ.Κ. είχε, μέσω του συνηγόρου του, τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ και ως εκ τούτου δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Κατ’ ακολουθία, ο περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Συνεπώς, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί κάθε ένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις αιτήσεις 1] του Π. Χ. του Σ. και 2] Σ. Κ. του Ν., για αναίρεση της με αριθμό 200/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ