Legislator Case Law & Legislation
1800/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment regarding TV presenter's identity in a broadcast.

Case Number 1800/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding damages to a TV presenter. The appellants, a company and an individual, argued the lower court erred in identifying the presenter and misapplied defamation statutes. The court held that the appellate judgment sufficiently identified the plaintiff in its reasoning, rendering the alleged procedural errors inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59 of the Civil Code; Article 367 of the Penal Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on procedural defects or misapplication of law is inadmissible if the lower court's decision clearly identifies the aggrieved party through sufficient factual premises.

Keywords

AI generated
defamation appeal identity identification procedural defect civil code liability penal code defamation appeal admissibility court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 367 of the Penal Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 362 of the Penal Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 681D of the Code of Civil Procedure
Article 666 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1800 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1800/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 2. Εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακού.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Πολδασέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6091/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5191/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 28-5-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 666 επ. ΚΠολΔικ, με αριθμό 5191/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [όπως αυτή διορθώθηκε με την 3252/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου], η οποία έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 6091/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αφενός μεν υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να της καταβάλουν το ποσό των 70. 000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ` αυτόν από τους άλλους. Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει τη τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις ... (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσει (παρ.1).

Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. [ΑΠ 19/2012]. Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ.1β του ν.2328/1995: " Οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου, μεταδίδονται".

3. Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνος που όμως δεν εφαρμόσθηκε [πρβλ ΑΠ 1758/2009].

Τέλος ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθές με αποτέλεσμα, εξαιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προ κύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθές περιεχόμενό του, έστω κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, προϋπόθεση της βασιμότητας του λόγου αυτού είναι το να έχει στηρίξει το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του, έγγραφο, και όχι να έχει συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο [ΑΠ 1449/2008].

4. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30-9-1983, η ενάγουσα, γεννηθείσα την 27-8-1963 ... εργαζόταν ως οικιακή βοηθός ... στην Εκάλη Αττικής, όπου και είχε προσληφθεί προ μηνών. Την παραπάνω ημερομηνία και ενώ ... είχε σχολάσει από τη εργασία της ... περί ώρα 23.00 περίπου, ανέμενε στην περιοχή της Εκάλης σε στάση το λεωφορείο για να επιστρέψει στο σπίτι της ...

Κάποια στιγμή, το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε μπροστά στην ενάγουσα, με την πλευρά του συνοδηγού προς το μέρος του πεζοδρομίου, όπου αυτή στεκόταν, ο δε οδηγός άνοιξε την πόρτα και έσκυψε προς το μέρος της δίνοντας της την εντύπωση ότι ήθελε να ρωτήσει κάτι, Η ενάγουσα αρχικώς αρνήθηκε να συνομιλήσει μαζί του αλλά στη συνέχεια, όταν ο οδηγός την παρακάλεσε να τον βοηθήσει, αυτή έσκυψε προς το μέρος του και αυτός τραβώντας την από το χέρι την έβαλε με βία μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε.

Όπως προέκυψε εκ των υστέρων, ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Σ. Μ., ο οποίος μετά την επιβίβαση της, αρχικά προσπάθησε να συνομιλήσει μαζί της, λέγοντας ότι αυτός ονομάζεται "Γ." και είναι έμπορος ειδών υγιεινής, της πρόσφερε να πιει από μπουκάλι ουίσκι το οποίο αυτή αρνήθηκε και μετά από λίγα μέτρα, κάνοντας αιφνίδια αναστροφή στο αντίθετο ρεύμα τη μετέφερε ...

σε ερημικό σημείο της περιοχής, στο οποίο στάθμευσε, όπου, επιδιώκοντας να συνουσιασθεί μαζί της εξαναγκαστικά και αποδεχόμενος τη θανάτωση της με στραγγαλισμό της επιτέθηκε και περιέσφυξε αιφνιδιαστικά και ισχυρά το λαιμό της με σχοινί, της έφερε τα χέρια πίσω και τα έδεσε με σχοινί και την γύμνωσε προκαλώντας έτσι παρατεταμένη αναισθησία και την εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία.

Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να αρθρώσει η ενάγουσα, πριν χάσει τις αισθήσεις της ήταν να τον ρωτήσει με τρόμο που πηγαίνει. Κάποια στιγμή, που συνήλθε λίγο η ενάγουσα, τον παρακάλεσε να την αφήσει εκλιπαρώντας τον να την λυπηθεί γιατί είχε ανήλικο παιδί στο νοσοκομείο με προβλήματα καρδιάς, εκείνος δε της είπε ότι συνουσιάσθηκε μαζί της δύο φορές κατά τη διάρκεια που αυτή ήταν αναίσθητη με τον βρόγχο στο λαιμό.

Στη συνέχεια της είπε ότι την συμπάθησε και ότι θα την βοηθούσε με το παιδί της, την πήγε δε, περί ώρα 02.00', στο σπίτι της σε αθλία κατάσταση, όπου αυτή ήταν αδύνατο να μιλήσει ... Την επομένη του βιασμού της, η ενάγουσα προσήλθε στην Αστυνομία, όπου κατήγγειλε το περιστατικό ... Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών ...

ο Σ. Μ. είχε τελέσει δύο ανθρωποκτονίες, από πρόθεση, 14 απόπειρες ανθρωποκτονίας, 6 βιασμούς και 2 απόπειρες βιασμού, ανάμεσα δε στα θύματα του Σ. Μ. ήταν και ιερόδουλες και κρίθηκε ένοχος των ανωτέρω πράξεων, πρωτοδίκως δε του είχε επιβληθεί η ποινή θανάτου για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και συνολική πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών για τις λοιπές πράξεις ...

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ομοίως ένοχο τον Σ. Μ., δύο ανθρωποκτονιών από πρόθεση ιδιαιτέρως απεχθών από δράστη επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, 14 αποπειρών ανθρωποκτονιών από πρόθεση, 6 βιασμών, 2 αποπειρών βιασμών και 7 ληστειών και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για κάθε μία από τις πράξεις ανθρωποκτονίας από πρόθεση και σύνολο πρόσκαιρης κάθειρξης 25 ετών.

Στις 3-2-2006 και περί ώρα 24.00 μεταδόθηκε από την συχνότητα του δευτέρου των εναγομένων εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού ή εκπομπή με τον τίτλο "ΕΠ' ΑΥΤΟΦΩΡΟ" την οποία παρουσιάζει και επιμελείται ο δημοσιογράφος Ε. Γ. και πρώτος των εναγομένων. Κεντρικό θέμα της εκπομπής αυτής ήταν η δράση "δράκων", που είχαν κακοποιήσει, βιάσει και σκοτώσει ανυποψίαστες γυναίκες.

Κατά τη διάρκεια της εκπομπής προβλήθηκαν video - αναπαράσταση με δραματοποίηση, που αφορούσαν τη ζωή και τη δράση ορισμένων δραστών - βιαστών, των οποίων η εγκληματική δραστηριότητα είχε απασχολήσει έντονα την κοινή γνώμη ... Περαιτέρω προβλήθηκε video, από κρυφή κάμερα από το φυσικοθεραπευτήριο που διατηρεί ήδη ο Σ.

Μ., όπου και εργάζεται τις πρωινές ώρες, με άδεια από τις Φυλακές, και στη συνέχεια προβλήθηκαν video - αναπαραστάσεις με δραματοποίηση, που αφορούσαν τη δράση του καταδικασθέντος Σ. Μ.. Ειδικότερα, κατά την προβολή του πρώτου video, υπό τον τίτλο "Σεπτέμβριος 1981" ακούγεται ο πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος να αναφέρει ότι ο Μ.

αναζητά τα θύματα του στην παραλιακή λεωφόρο ανάμεσα στις πεταλούδες της νύχτας. Προβάλλεται μαγνητοσκοπημένη ταινία αναπαραστάσεως χωρίς διάλογους, κατά τη διάρκεια της οποίας ηθοποιοί αναπαριστούν το βιασμό και το φόνο γυναίκας ιερόδουλης, η οποία εμφανίζεται να επιβιβάζεται οικειοθελώς στο όχημα του δράστη και να γδύνεται σε ερημική τοποθεσία, προκειμένου να έρθει σε ερωτική επαφή με τον τελευταίο, ο οποίος ωστόσο την στραγγαλίζει ... .

Ακολούθως, προβλήθηκε και τρίτο video - αναπαράσταση της επίθεσης που είχε δεχθεί η ενάγουσα από τον Σ. Μ., κατά τη διάρκεια του οποίου, εμφανίζεται η ηθοποιός που υποδύεται την ενάγουσα αρχικώς να αναμένει μπροστά σε στάση αργό τη νύχτα να περάσει ίο λεωφορείο της γραμμής και εν συνέχεια να εμφανίζεται ο δράστης, ο οποίος ακινητοποίησε το όχημα του έμπροσθεν του θύματος του, προσφερόμενος να την μεταφέρει στην οικία της.

Η ηθοποιός που υποδύεται την ενάγουσα αρνείται αρχικώς να επιβιβαστεί στο όχημα του δράστη, πείθεται ωστόσο από τη επιμονή του να την μεταφέρει στο σπίτι της και επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο του. Πλην όμως, ενώ βρίσκεται εντός του οχήματος του δράστη, δέχεται επίθεση απ' αυτόν, ο οποίος προσπάθησε να την στραγγαλίσει, με αποτέλεσμα παρά την αντίσταση της να χάσει τις αισθήσεις της, οπότε και τη βίασε, ακούγεται δε η φωνή του πρώτου εναγομένου δημοσιογράφου να αναφέρει ότι ένα από τα θύματα του Μ., η Κ., κατάλαβε πως ο άνθρωπος που ήταν δίπλα της ήταν δράκος.

Κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου video προβλήθηκε επίσης στιγμιότυπο από αρχειακό υλικό από τη δίκη του Μ., όπου εμφανίζεται μία γυναίκα (η ενάγουσα) που καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία η κάμερα παρακολουθεί από πίσω και πλαγίως, χωρίς να φαίνεται ευκρινώς το πρόσωπο της δηλώνει: "Εγώ έχασα τις αισθήσεις μου.

Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου ένιωσα έναν άνδρα να είναι επάνω μου και να προσπαθεί να με πνίξει". Στη συνέχεια της αναπαράστασης - δραματοποίησης η ηθοποιός που υποδύεται την ενάγουσα ανακτά τις αισθήσεις της και υποκύπτει έντρομη στις ορέξεις του δράστη, προκειμένου να σώσει τη ζωή της, ενώ ακούγεται η φωνή του πρώτου εναγομένου δημοσιογράφου ο οποίος αναφέρει ότι "εκείνη τη στιγμή εκείνο που ενδιέφερε την Κ.

ήταν ένα, να ζήσει. Κοίταξε στα μάτια το δράκο και του είπε "έλα να κάνουμε έρωτα". Στην ταινία της αναπαραστάσεως ο υποδυόμενος τον Σ. Μ. ηθοποιός εμφανίζεται να ερωτοτροπεί με το θύμα του το οποίο κλαίει. Στο τέλος της προβολής προβάλλεται ο τίτλος "Η κατάθεση της Κ. βοήθησε στην σύλληψη του Μ.". Στη συνέχεια επακολούθησε, με προτροπή του δημοσιογράφου - πρώτου εναγομένου, συζήτηση μεταξύ των καλεσμένων της εκπομπής αναφορικά με την φερόμενη παράκληση της ενάγουσας προς τον δράστη: "έλα να κάνουμε έρωτα", οπότε και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η παραπάνω φράση και η απόφαση του θύματος (ενάγουσας) να παραδοθεί αυτοβούλως στις ορέξεις του δράστη, την έσωσαν από τον θάνατο ...

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι, συνοπτικά, το περιεχόμενο της εκπομπής συγκροτείται από τα εξής στοιχεία και κυρίως από την εισαγωγή αυτής, στην οποία προέβη ο εναγόμενος - δημοσιογράφος, όταν επρόκειτο να ασχοληθεί και να σκιαγραφήσει τον Σ. Μ. όπου και τον παρουσιάζει με τις φράσεις: "Ο Μ. αναζητά τα θύματα του στην παραλιακή λεωφόρο ανάμεσα στις πεταλούδες της νύχτας" ...

και επακολουθούν οι αναφορές και η προβολή των δραματοποιημένων αναπαραστάσεων, όπως λεπτομερώς περιγράφηκαν, αναφορικά με την ενάγουσα, χωρίς όμως να γίνει καμία διευκρίνιση ή διόρθωση ότι η Κ., το τελευταίο θύμα του Μ., που βοήθησε στον εντοπισμό και τη σύλληψη του. δεν ανήκε στις "πεταλούδες της νύχτας" ανάμεσα στις οποίες ο Μ.

αναζητούσε τα θύματα του, όπως είχε παρουσιασθεί εισαγωγικά από τον εναγόμενο - δημοσιογράφο, ενώ παράλληλα προβλήθηκε και αρχειακό υλικό από τη πρωτοβάθμια δίκη, ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, στην οποία παρουσιαζόταν η ενάγουσα να καταθέτει ως πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς ποτέ αυτή να ενημερωθεί, να της ζητηθεί η συναίνεση της ή να δώσει την άδεια της για την προβολή του σχετικού αποσπάσματος που την εμφάνιζε.

Από το περιεχόμενο του video, σε συνδυασμό τα αναφερόμενα από τον δημοσιογράφο - όπως αναλυτικά προτέθηκαν - δημιουργείται η εντύπωση στον τηλεθεατή ότι και η ενάγουσα ήταν ιερόδουλη, (όπως ο δράστης κυρίως επιθυμούσε να είναι τα θύματα του), που, μετά από μικρό δισταγμό τελικώς πείθεται και εισέρχεται οικειοθελώς στο όχημα του δράστη ενώ αντιθέτως, ουδόλως εκφέρεται η αλήθεια ούτε γίνεται αντιληπτό ότι επρόκειτο για μια νεαρή διαζευγμένη μητέρα, η οποία περίμενε στη στάση για το λεωφορείο, μετά από ολοήμερη εργασία της σε περιοχή πολύ μακριά από την κατοικία της, όταν την εντόπισε ο Μ.

και με τη βία την επιβίβασε στο αυτοκίνητο του, την οδήγησε σε ερημική τοποθεσία, όπου αποπειράθηκε αρχικά να την σκοτώσει με στραγγαλισμό, όταν όμως αυτή έχασε κάποια στιγμή τις αισθήσεις της, μετά τη σθεναρή της αντίσταση, τη βίασε. Όσον αφορά δε επίσης το φερόμενο ως λεχθέν, από την ενάγουσα προς ίο βιαστή της, "έλα να κάνουμε έρωτα" δεν προέκυψε από κανένα σημείο των πρακτικών τόσον της πρωτοβάθμιας όσον και της δευτεροβάθμιας δίκης ότι είχε κατατεθεί από την ενάγουσα αλλά ούτε και από κανένα άλλο στοιχείο.

Οι εναγόμενοι αορίστως ισχυρίζονται ότι διαμόρφωσαν την προβληθείσα εκπομπή με βάση το αρχειακό υλικό και δημοσιεύματα της εποχής εκείνης, πλην όμως ουδέν στοιχείο προσκόμισαν σχετικό. Με τα δεδομένα αυτά, προκύπτει αφ' ενός ότι ταυτοποιήθηκε η ενάγουσα με την αναφορά του αληθούς μικρού ονόματος της "Κ.", δοθέντος, ότι κανένα άλλο από τα θύματα του Μ.

δεν είχε αυτό το όνομα, ήταν το τελευταίο θύμα του και ήταν αυτή που με την κατάθεση της βοήθησε στον εντοπισμό και τη σύλληψη του ενώ παράλληλα προβλήθηκε και η εικόνα της καταθέτοντας στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. αφ' ετέρου δε ο εναγόμενος - δημοσιογράφος έπλασε μια "άλλη φιγούρα" στη θέση της ενάγουσας τόσον από την άποψη της προσωπικότητας της, της επαγγελματικής καταστάσεως της, των κοινωνικών συνθηκών της αλλά και εν γένει των επί μέρους περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σε βάρος της απόπειρα ανθρωποκτονίας και ο βιασμός της από τον δράστη Σ.

Μ.. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο 25χρονος πρωτότοκος γιος της ενάγουσας, που παρακολούθησε την επίμαχη εκπομπή και οργίσθηκε με τα ψεύδη που διατυπώνονταν για τη μητέρα του τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό - δεύτερο εναγόμενο ζητώντας να παρέμβει στη συζήτηση για να εκφράσει την έντονη δυσαρέσκεια του πλην όμως κανένας από τους υπεύθυνους εκεί δεν του έδωσε τέτοια δυνατότητα ούτε τον πληροφόρησαν ότι η εκπομπή ήταν μαγνητοσκοπημένη, όπως οψίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι για να αντικρούσουν το παραπάνω, προβάλλοντας, αλυσιτελώς, ότι τα αναγραφόμενα στην εκπομπή τηλέφωνα ανήκαν στο γραφείο παραγωγής της εκπομπής κλπ.

Συνακόλουθα τούτων τα αναφερθέντα στην παραπάνω εκπομπή καθώς και τα προβληθέντα, μέσω της δραματοποιημένης αναπαράστασης, ήσαν ψευδή, υπό τις ειδικότερες και αναλυτικώς εκτεθείσες εκφάνσεις. Τα γεγονότα δε αυτά ήσαν ψευδή, το δε ψεύδος τούτων οι εναγόμενοι γνώριζαν και παρά ταύτα διέδωσαν ενώπιον τρίτων ήτοι των παρισταμένων καλεσμένων τους αλλά και του τηλεοπτικού τους κοινού ενώ τα ψευδή αυτά γεγονότα ήσαν κατάλληλα να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί παρακάτω, την τιμή και την υπόληψη άλλου και δη εν προκειμένω της ενάγουσας.

Τα παραπάνω γεγονότα δηλονότι ήσαν δυσφημιστικά για την ενάγουσα, με την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ, ενόψει του ότι η παραπάνω ιδιότητα της «πεταλούδας της νύχτας" (ιερόδουλης), που αποδίδεται στην ενάγουσα από τους εναγομένους, κατά τη διάρκεια της εκπομπής είναι σαφώς καταφρονητική και ικανή να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτής ως κοινωνικού ανθρώπου, συζύγου, μητέρας ήδη δύο (2) τέκνων και αποσκοπούσε εν τέλει στο να την εμφανίσει ως τοιαύτη.

Περαιτέρω από όλες τις πιο πάνω πράξεις των εναγομένων οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες, συνάγεται σαφώς, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξία που αναλύεται στη μείζονα πρόταση, και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα αυτής ως προς την τιμή και την υπόληψη της, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας της και η καταβολή προς αυτήν χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έπαθε από τις προσβολές απτές.

Επίσης τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκαν ο πρώτος από τους εναγόμενους κατά την εκπομπή, διαδόθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την περιφρόνηση της ενάγουσας και όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι, αφού το επικαλούμενο από αυτούς καθήκον τους, ως δημοσιογράφου και τηλεοπτικού σταθμού αντίστοιχα, προς ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού αναφορικά με θέματα αστυνομικού ή δικαστικού ενδιαφέροντος δεν θα θιγόταν ούτε θα περιοριζόταν από την εκφορά των στοιχείων της υποθέσεως Μ., όπως τούτα αληθώς συνέβησαν, στην έκταση τουλάχιστον που αφορούσαν την ενάγουσα.

Τα παραπάνω γεγονότα δηλονότι που διαδόθηκαν από τους εναγομένους δεν αποτελούσαν το αναγκαίο περιεχόμενο της εκπομπής κατ' αντικειμενική αξιολόγηση των αναφερομένων ειδικών περιστάσεων και συνθηκών, η προσβολή δε της τιμής της ενάγουσας, δεν είναι κατάλληλη, πρόσφορη και αναγκαία για την επιτέλεση με την επίμαχη εκπομπή, του καθήκοντος των εναγομένων προς ενημέρωση του κοινού, ούτε ισοσταθμίζεται, αλλά είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του καθήκοντος αυτού των εναγομένων.

Αντίθετα αυτοί είχαν πρόθεση, αμφισβητώντας την ηθική και κοινωνική αξία της ενάγουσας, να εξάψουν το ενδιαφέρον των τηλεθεατών και να επιτύχουν υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, με την αναφορά των θυμάτων των βιασμών του δράστη Μ. προερχομένων από τη χωρεία των ιερόδουλων, αποκαλουμένων ως "πεταλούδων της νύχτας".

Ενισχυτικό τούτου είναι και η προβολή, ολίγα δευτερόλεπτα από την έναρξη της επίμαχης εκπομπής, και δη 00,47 δευτερόλεπτα μετά την έναρξη, μικρού αποσπάσματος παλαιάς συνέντευξης άλλου δράστη, του Κ. Π., ο οποίος είπε: "Βασικά από μικρός μου είχε δημιουργηθεί ανάλογο κόμπλεξ πάλι με μια ιερόδουλη η οποία με κατηγόρησε ότι δεν έχω την δυνατότητα να κάνω έρωτα μαζί της, δεν είμαι κανονικός άνδρας και τα λοιπά ...".

Συνακόλουθα τούτων είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων για άρση του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμισης κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 γ του ΠΚ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε εν όλω την αγωγή, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 γ του ΠΚ, έσφαλε, κατά τους βάσιμους αντίστοιχους λόγους της κρινόμενης εφέσεως της ενάγουσας, η οποία μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση στο σύνολο της.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ... πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι υπάρχει αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2 και 3 πιο πάνω νομικές σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου- ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες-τις ως άνω, θεμελιωτικές της ευθύνης των αναιρεσειόντων, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 362, 363 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ.1β ν. 2328/1995, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, στα πλαίσια τηλεοπτικής εκπομπής, διέδωσε στο τηλεοπτικό κοινό, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, ψευδή πραγματικά περιστατικά σε βάρος της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ότι αυτή υπήρξε θύμα βιασμού με την ιδιότητα της "ιερόδουλης", προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά, την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ότι τα στοιχεία τα οποία εμφανίσθηκαν στα πλαίσια της τηλεοπτικής εκπομπής, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που τέθηκαν ενώπιον του, ήταν επαρκή για τον προσδιορισμό της ταυτότητας της αναιρεσίβλητης.

Τα πραγματικά δε περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, αρκούσαν για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, στις οποίες το Εφετείο ορθά τα υπήγαγε, επιδικάζοντας έτσι στη συνέχεια, χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την προσβολή τη προσωπικότητάς της.

Τέλος ορθά απέρριψε και την προβληθείσα εκ του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων, αφού δέχθηκε ότι η αδικοπρακτική τους συμπεριφορά, πληροί το πραγματικό της συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι της απλής.

Ενόψει αυτών είναι αβάσιμοι: α] Ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι τη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υλικού φορέα εγγραφής της επίδικης εκπομπής [DVD] καθώς και το έγγραφο κείμενο μεταφοράς του έναρθρου λόγου των προσώπων που μίλησαν στην εκπομπή.

Τούτο δε καθόσον οι παραδοχές του Εφετείου ως προς το περιεχόμενο αυτών δεν οφείλεται σε διαγνωστικό του λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση τούτου (μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία), β] Ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔικ, αναφέροντες αιτιάσεις ταυτόσημες με εκείνες του πρώτου αναιρετικού λόγου, γ] Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος κατά το μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς αιτιολογίες, σχετικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας της αναιρεσίβλητης στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή.

Η μη αναγραφή δε της λέξεως "επαρκή" στην μείζονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, δε ιδρύει τις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες, αφού για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, αρκεί η παραδοχή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, πραγματικών περιστατικών, επαρκών για να προσδιορίσουν την ταυτότητα της αναιρεσίβλητης, πράγμα που συντρέχει εν προκειμένω.

δ] Ο τέταρτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2β ΠΚ, σε αντίθεση με τις ουσιαστικές παραδοχές το και συνεπώς δεν έπρεπε να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων η οποία στηρίζονταν στο άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ.

Τούτο δε επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δεδομένου ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, πληροί το πραγματικό της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τέλος, ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 362 ΠΚ περί απλής δυσφημήσεως και δη το στοιχείο του δόλου του παρουσιαστή [πρώτου αναιρεσείοντα], υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ., καθώς και οι λοιποί κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, αφού αποδίδουν πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση των Γ. Ε. και της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV ΑΕ", για αναίρεση της 5191/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700 ] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουλίου 2014

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ