Legislator Case Law & Legislation
1800/2012 AI generated

1800/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1800/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1800/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πράγματι η ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../2-3-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Αθανασοπούλου, όπως αυτό διορθώθηκε με την με αριθμό .../16-10-2001 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, πώλησε το προαναφερθέν διαμέρισμα ιδιοκτησίας της στη νύφη της (σύζυγο του αδελφού της) Μ. Π., αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών.

Keywords

AI generated
extraordinary marital contribution joint household splitting of pensions for spouses division of property pecuniary dispute agreement on devolved inheritance shares
AI generated
1825/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1244/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
587/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2137/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
665/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1800 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1800/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παύλο Τσαμάκο και Αθανάσιο Δημόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ζωή Σπυροπούλου, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 16.11.2012 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8109/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3805/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε κοινό ανοικτό λογαριασμό τράπεζας στο όνομα δύο ή περισσοτέρων είναι εκείνη που περιέχει τον όρο, ότι μπορεί να γίνει χρήση, δηλαδή ανάληψη από τον κοινό αυτό λογαριασμό, από έναν ή περισσότερους από εκείνους στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, γιατί βάση της καταθέσεως αυτής η κυριότητα περιέρχεται μεν στην Τράπεζα, σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 830 του ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ.

της 17-7-/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" (Ολ.ΑΠ 1092/1991), αλλά καθένας από εκείνους, στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, δικαιούται κατ' αρχήν να απαιτήσει και να αναλάβει εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπρόσωπος άλλου, κατ' άρθρο 211 ΑΚ, το σύνολο ή μέρος της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων, οπότε γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ προκύπτει, ότι κατά του αναλαβόντος τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό ο μη αναλαβών έχει αξίωση, λόγω της δημιουργούμενης ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, ποσού ίσου προς το ήμισυ της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ' ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 977 εδ. α', 211 και 1034 του ΑΚ συνάγεται, ότι παράδοση της νομής, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος, συντελείται και με την προαντιφώνηση της νομής του, όταν στα πλαίσια συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος του εντολέα του για ενέργεια νομικών πράξεων διαχειρήσεως της περιουσίας του τελευταίου, αποκτά από κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους τα κατατεθέντα χρήματα, εξ ιδίου μεν δικαίου όσον αφορά τη σχέση με τη θεματοφύλακα τράπεζα, αλλά δυνάμει της έννομης σχέσης εντολής γεννάται αμέσως υποχρέωσή του να παραδώσει την με αντιφώνηση νομής κατοχή των χρημάτων από τον ίδιο προς τον αντιπροσωπευόμενο αληθινό νομέα και κύριο τούτων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κάνει δεκτή την καταψηφιστική αγωγή της αναιρεσίβλητης ενάγουσας προς καταβολή ποσού 88.041,09 ευρώ από αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, το Εφετείο ύστερα από ανέλεκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) τέλεσε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 20-6-1997 και από τον γάμο τους αυτό οι διάδικοι απέκτησαν δύο τέκνα.

Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους οι σύζυγοι διέμεναν σε μισθωμένο διαμέρισμα στο ..., καθώς ο εναγόμενος δεν επιθυμούσε να διαμείνουν στο διαμέρισμα που η ενάγουσα είχε στην ιδιοκτησία της, επίσης στο ..., επιφάνειας 85 τ.μ., θεωρώντας ότι αυτό είναι μικρό για τις ανάγκες της οικογένειάς τους. Παράλληλα ζητούσε από την ενάγουσα να πωλήσει το ως άνω διαμέρισμά της προκειμένου, με την οικονομική συμβολή του ιδίου, να αγοράσουν ιδιόκτητη συζυγική κατοικία.

Πράγματι η ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../2-3-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Αθανασοπούλου, όπως αυτό διορθώθηκε με την με αριθμό .../16-10-2001 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, πώλησε το προαναφερθέν διαμέρισμα ιδιοκτησίας της στη νύφη της (σύζυγο του αδελφού της) Μ. Π., αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών.

Το ποσό αυτό η ενάγουσα θα εισέπραττε από στεγαστικό δάνειο που θα λάμβανε η αγοράστρια από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Στις 24-12-2001 εκδόθηκε η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 30.000.000 δραχμών σε διαταγή της ενάγουσας, η οποία, αφού την παρέλαβε, την παρέδωσε αυθημερόν στον εναγόμενο, μεταβιβάζοντάς την σ' αυτόν με οπισθογράφηση, με την συμφωνία και την εντολή τα χρήματα αυτά να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την αγορά συζυγικής κατοικίας.

Ο εναγόμενος άνοιξε τότε, στο υποκατάστημα Γλυφάδας της Τράπεζας ΩΜΕΓΑ, τον με αριθμό ..., κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό και, στις 24-12-2001, κατέθεσε σ' αυτόν το ως άνω ποσό. Η ενάγουσα άρχισε να παρακολουθεί τις αγγελίες στον τύπο προς ανεύρεση επιθυμητής κατοικίας, πλην όμως δεν βρέθηκε καμία της κοινής αρεσκείας του ζεύγους και όλες οι υποψήφιες περιπτώσεις απορρίφθηκαν.

Στη συνέχεια και ένα χρόνο αργότερα, ήτοι στις 21-1-2003, ο εναγόμενος ανέλαβε το ανωτέρω ποσό του προαναφερθέντος κοινού λογαρισμού, το οποίο στο μεταξύ είχε ανέλθει μαζί με τους τόκους στο ποσό των 90.500 ευρώ, και μία ημέρα αργότερα, ήτοι στις 22-1-2003, το κατέθεσε στον με αριθμό ... επίσης κοινό λογαριασμό του ίδιου και της ενάγουσας, που οι διάδικοι διατηρούσαν στο κατάστημα Χολαργού της Τράπεζας Eurobank.

Στις 2-7-2003 ο εναγόμενος απέσυρε όλα τα χρήματα από τον ανωτέρω λογαριασμό, ενώ ένα μήνα αργότερα, ήτοι τον Αύγουστο του 2004, εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία και στις 20-8-2004 κοινοποίησε στην ενάγουσα αγωγή διαζυγίου. Ήδη με την με αριθμό 7089/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λύθηκε ο γάμος των διαδίκων από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του εναγομένου, καθόσον απορρίφθηκε η αγωγή του και έγινε δεκτή η ανταγωγή που άσκησε η σύζυγός του.

Κατόπιν αυτού η ενάγουσα αναζήτησε το ποσό των 30.000.000 δραχμών (και ήδη 88.041,09 ευρώ) που είχε παραδώσει στον σύζυγό της με την ως άνω εντολή, η οποία εντέλει δεν υλοποιήθηκε. Εκείνος όμως αρνήθηκε και συνεχίζει να αρνείται να της το επιστρέψει ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό αποτελούσε τη συμβολή της ενάγουσας στις αυξημένες οικονομικές ανάγκες της οικογένειας, η οποία, με επιθυμία κυρίως της ίδιας (ενάγουσας), διαβιούσε πολυτελώς.

Ο ισχυρισμός του αυτός όμως δεν αποδείχθηκε ... Αποδείχθηκε επομένως τόσο η ύπαρξη της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όσο και η, με βάση τη συμφωνία αυτή, παράδοση των χρημάτων στον εναγόμενο με την εντολή να τα χρησιμοποιήσει κατά τα συμφωνηθέντα. Εξάλλου με την ανάληψη του ως άνω ποσού από τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων ο εναγόμενος, με βάση το μηχανισμό της προαντιφώνησης έγινε κύριος του ποσού αυτού για μια μόνο ιδεατή χρονική στιγμή και στη συνέχεια η νομή και κυριότητα του ποσού αυτού μεταβιβαζόταν στην ενάγουσα, η εντολή της οποίας προς εκείνον διατηρείτο πάντα σε ισχύ, και εκείνος παρέμενε απλώς κάτοχος του ποσού αυτού.

Κατά συνέπεια ο εναγόμενος αρνούμενος να αποδώσει το εν λόγω ποσό στην ενάγουσα-εντολέα του και ιδιοποιούμενος αυτό χωρίς νόμιμο δικαίωμα, διέπραξε το έγκλημα της υφαίρεσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Η συναίνεση της ενάγουσας για το άνοιγμα του προαναφερθέντος λογαριασμού στην Τράπεζα ΩΜΕΓΑ δεν ανατρέπει τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω αφού η εσωτερική σχέση των διαδίκων και η εντολή για τη χρησιμοποίηση του επίδικου ποσού κατά τα συμφωνηθέντα εξακολουθούσε να υφίσταται και να παραμένει ισχυρή, ακόμα και μετά την κατάθεση των χρημάτων στον εν λόγω κοινό λογαριασμό".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με συμπλήρωση και μερική αντικατάσταση των αιτιολογιών της, δε παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 719, 914 ΑΚ (σε συνδυασμό με το άρθρο 375 ΠΚ), καθόσον αναφέρονται στον υπαγωγικό συλλογισμό του:

α) Η από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα παράδοση στον αναιρεσείοντα σύζυγό της (διά της οπισθογραφήσεως της άνω τραπεζικής επιταγής) του τιμήματος πωλήσεως ακινήτου της (διαμερίσματος) με σκοπό να παραμείνει κατατεθειμένο σε τράπεζα, για να αγορασθεί με αυτό μεγαλύτερου εμβαδού διαμέρισμα προς στέγαση της οικογένειάς του.

β) Η από τον αναιρεσείοντα κατάθεση του χρηματικού αυτού ποσού των 30.000.000 δραχμών σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων και η χωρίς συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης ανάληψης και ιδιοχρησιμοποίησή του. γ) Η παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου για μεταβίβαση στην αναιρεσίβλητη (αντιπροσωπευόμενη) της νομής και κατοχής των χρημάτων που απέκτησε με σύμβαση προαντιφώνησης νομής τούτων από εκείνον και δ) Η ευθύνη του (επίσης και) κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, με την παράνομη ιδιοποίηση του ως άνω ποσού, διότι μετά την εξ ιδίου δικαίου ως συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού ανάληψη του ποσού αυτού, γεννήθηκε αυτομάτως η από τη σύμβαση εντολής και προαντιφωνήσεως της νομής των χρημάτων υποχρέωση παραδόσεως της κατοχής τους στη δυνάμει της συμβατικής σχέσης κυρία και νομέα αυτών αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 αρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 116 ΚΠολΔ, "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα, οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή, γνήσιες ενστάσεις και οι υποχρεωτικά δικαζόμενες-και μη εξαρτώμενες από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου-διαδικαστικές αιτήσεις (ΑΠ 1334/1982, ΑΠ 1653/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής, όπως συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας προκύπτει ότι εκτίθεται σ' αυτή η με σύμβαση εντολής της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας με τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο σύζυγό της ανάθεση σ' αυτόν αντιπροσωπευτικής εξουσίας για την κατάθεση χρηματικού ποσού 30.000.000 δραχμών εκείνης σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, με τον όρο ανάληψης των χρημάτων μόνον για την αγορά μεγαλύτερου εμβαδού διαμερίσματος πολυκατοικίας (από το εκποιηθέν) προς στέγαση της οικογένειάς τους, όρο τον οποίο παραβίασε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος προέβη σε ανάληψη των χρημάτων και παράνομη ιδιοποίησή τους.

Ζητείται δε η καταβολή του ως άνω ποσού των 30.000.000 δραχμών (στο ισόποσο σε ευρώ) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα σωρεύεται στην αγωγή αφενός μεν αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη του αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε αξίωση λόγω ευθύνης του από αδικοπραξία. Επομένως, εφόσον κρίνεται ελεύθερα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά υπάγονται στους κανόνες δικαίου που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι σωρευόταν στην ένδικη αγωγή, εκτός από αξίωση λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος-εναγομένου (κατά τα γενόμενα δεκτά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και αξίωση λόγω ενδοσυμβατικής (από εντολή) ευθύνης του εναγομένου δεν επιδίκασε μη αιτηθέν, ανεξάρτητα από το ότι η ευδοκίμηση του αγωγικού αιτήματος από την πρώτη νομική βάση καθιστά άνευ αντικειμένου τη δεύτερη νομική βάση που κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα.

Συνεπώς, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-12-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3805/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις.3 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ