Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and factual evaluation limits under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court ignored evidence and failed to order necessary proofs, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appellate court properly evaluated facts and that procedural requirements for evidence were met, leading to the rejection of all appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 561, 576 K.P.D.; The Supreme Court may examine absent parties' procedural compliance and must reject appeals challenging factual evaluations or procedural steps not requiring prior rulings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1800 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1800/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., 5. Χ5, κατοίκου ..., 6. Χ6, κατοίκου ..., 7. Χ7, κατοίκου ..., 8. α) Χ8-Α, κατοίκου ..., β) Χ8-Β, κατοίκου ..., μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους Χ8, 9. Χ9, κατοίκου ..., 10. Χ10, κατοίκου ..., 11. Χ11, κατοίκου ..., 12. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία ΟΕ", που εδρεύει στη ..., 13. Χ13, κατοίκου ... και 14. α) Χ14-Α, β) Χ14-Β, κατοίκων ..., κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους Χ14, ομόρρυθμων μελών της άνω εταιρείας, κατοίκων ..., οι οποίοι ΔΕΝ παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυριακού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 925/1983 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγο αρμοδιότητας, 867/1984, 2379/1988, 14105/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1469/2001 προδικαστική, 1085/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των 14105/2000 και 1085/2003 αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2003 αίτησή τους και με τους από 5-2-2005 πρόσθετους λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η 817/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 313/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 17-4-2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-3-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη- Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου-καλούντος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις εκθέσεις επίδοσης ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., καθώς και από τις εκθέσεις επίδοσης ..., ... και ... της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, στις οποίες προσαρτώνται οι από 23-6-2008 τρεις αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό των Αστυνομικών Τμημάτων ..., ...
και ..., αντίστοιχα, των δικογράφων που θυροκολήθηκαν και οι από 24-6-2008 τρεις αντίστοιχες βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 6-11-2003 αίτησης αναίρεσης και των από 5-2-2005 πρόσθετων λόγων κατά των 14105/2000 και 1085/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, με την από 17-4-2008 κλήση του, μετά την έκδοση κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων της 313/2008 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσείοντες.
Όμως οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ίδιου Κώδικα).
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αν η έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 40/1996). Επομένως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1085/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ένδικη υπόθεση δικάστηκε κατ' ουσίαν στο Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά το μέρος που στρέφονται κατά της 14105/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή, η ανέγερση οικοδομής σε ξένο ακίνητο ή η κατάληψη τμήματος ξένου οικοπέδου από την επέκταση οικοδομής που κατασκευάστηκε σε γειτονικό ακίνητο, προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1010, 1094 του Α.Κ., οι οποίες δεν καθιερώνουν αδυναμία παροχής και μάλιστα ανυπαίτια σε περίπτωση διεκδίκησης του ακινήτου που καταλήφθηκε, ούτε οδηγούν στη θεμελίωση ανατρεπτικής ένστασης με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, λόγω της κατάληψης του επιδίκου από την οικοδομή.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι μόλις επέλθει προσβολή κατά της κυριότητας, η εμπράγματη εξουσία λαμβάνει προσωπική κατεύθυνση κατά του προσβολέως και γεννιέται κατ' αυτού η αξίωση από την κυριότητα και η προστατεύουσα την κυριότητα διεκδικητική αγωγή.
Εξάλλου, από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 335 και 336 ΑΚ, που αφορούν την απαλλαγή του οφειλέτη από κάθε υποχρέωση απότοκη ανυπαίτιας αδυναμίας του προς εκπλήρωση της παροχής, προκύπτει ότι ο σχετικός περί απαλλαγής από την αιτία αυτή ισχυρισμός του υποχρέου, διαμορφώνεται δικονομικώς ως καταχρηστική ένσταση με περιεχόμενο την διαρκή και μη οφειλόμενη σε πταίσμα του οφειλέτου αδυναμία του προς εκπλήρωση της παροχής.
Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται κατά βάση επί συμβατικών ενοχών αλλά καλύπτουν περαιτέρω κάθε υποχρέωση του προσώπου προς παροχή που θεμελιώνεται σε διάταξη νόμου, δεν είναι δυνατόν να αντιταχθούν στις περί προστασίας του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας διατάξεις των άρθρων 1094 επ. Α.Κ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 335, 336, 1094, 1097 και 1098 Α.Κ. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι έσφαλε το Εφετείο που δεν δέχθηκε το σχετικό ισχυρισμό τους, περί ανυπαίτιας αδυναμίας προς απόδοση του επίδικου εδαφικού τμήματος εμβαδού 28,45 τ.μ., ενώ όφειλε κατά παραδοχή αυτού να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεδομένου ότι το επίδικο τμήμα έχει καταληφθεί από την πολυώροφη οικοδομή τους, ώστε είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσή του.
Από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής τον Ιούνιο του 1976, οι εναγόμενοι, αφού κατέστρεψαν την περίφραξη του οικοπέδου του ενάγοντος, καθώς και την αποθήκη που βρισκόταν εντός αυτού, κατέλαβαν τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, το οποίο βρίσκεται στη δυτική πλευρά οικοπέδου του και εφάπτεται με την αριστερή πλευρά του δικού τους οικοπέδου.
Το τμήμα το οποίο κατέλαβαν έχει διαστάσεις βόρεια 3,40 μέτρα, νότια 7,80 μέτρα, ανατολικά 7,90 μέτρα και δυτικά 10,60 μέτρα και συνολικά εμβαδόν 28,45 τ.μ. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων κατέθεσαν με λόγο γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως οι μάρτυρες αποδείξεως ... και ..., ο πρώτος των οποίων ήταν παρών κατά την περίφραξη του επιδίκου από τον ενάγοντα αμέσως μετά την αγορά του και διαπίστωσε στη συνέχεια την καταστροφή της περίφραξης και της αποθήκης.
Οι ανωτέρω καταθέσεις δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ούτε από αυτή την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως ..., ο οποίος όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε δεν γνωρίζει τα όρια της φερόμενης ιδιοκτησίας Ψ (ενάγοντος) και επιχειρεί να αποδώσει ανεπιτυχώς την αφαίρεση του πιο πάνω τμήματος της ιδιοκτησίας του ενάγοντα στην εφαρμογή πράξεως ρυμοτομίας στην περιοχή, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς πώς συνέβη.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, η παραπάνω κρίση για την αφαίρεση του πιο πάνω τμήματος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος από τους εναγομένους, ενισχύεται και από την από 10-9-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διεξήγαγε ο ορισθείς πραγματογνώμονας ..., αγρονόμος, τοπογράφος μηχανικός και πολιτικός μηχανικός.
Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι η κατάληψη του ανωτέρω τμήματος του οικοπέδου του ενάγοντος, εμβαδού 28,45 τ.μ., έγινε εξ ολοκλήρου από το ανεγερθέν κτίσμα ιδιοκτησίας των εναγομένων. Στο ίδιο περίπου πόρισμα καταλήγει και ο ορισθείς από το Εφετείο πραγματογνώμονας ..., αναβιβάζοντς την καταληφθείσα από τους εναγομένους έκταση οικοπέδου του ενάγοντος σε 25,50 τ.μ.
Τα ως άνω πορίσματα δεν αναιρούνται από την τεχνική έκθεση που συνέταξε ο ..., ο οποίος, όπως καταθέτει ενόρκως σε συναφή δίκη, την συνέταξε χωρίς να επισκεφθεί το επίδικο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι παράνομα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος κατέλαβαν από το έτος 1976 και εξακολουθούν να κατέχουν μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρά τις διαμαρτυρίες του, τμήμα του οικοπέδου του εκτάσεως 28,45 τ.μ.
Κατόπιν τούτου έκρινε την αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, και απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε αναγνωρίσει τον ενάγοντα κύριο του επίδικου τμήματος του οικοπέδου του και είχε υποχρεώσει τους εναγομένους να του το αποδώσουν. Επομένως, εφόσον το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, διαπίστωσε κατάληψη του επίδικου εδαφικού τμήματος ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου από την επέκταση της οικοδομής των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες με τους εξεταζόμενους λόγους αναίρεσης διατάξεις και έτσι οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 8 περ.
β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως προς το ανέφικτο της αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου, λόγω της κατάληψής του από την οικοδομή τους. Ωστόσο, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, οι αναιρεσείοντες από το έτος 1976, κατά την ανέγερση της πολυόροφης οικοδομής τους, παράνομα και χωρίς τη θέληση του αναιρεσιβλήτου, παρά τις διαμαρτυρίες του, κατέλαβαν το επίδικο τμήμα του οικοπέδου του εμβαδού 28,45 τ.μ.
επεκτείνοντας και σε αυτό την οικοδομή και εξακολουθούσαν να το κατέχουν μέχρι την άσκηση της αγωγής, ώστε ορθά είχε κρίνει το πρωτόδικο δικαστήριο διατάσσοντας την απόδοσή του και για το λόγο αυτό απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων. Προκύπτει, επομένως, ότι το Εφετείο δεν αγνόησε αλλά έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε εκ του πράγματος, ώστε οι κρινόμενοι δεύτερος κύριος και πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός που φέρεται ότι αγνοήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλ' αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ένστασης ή θεμελιώνει επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, καταχωρημένη στο ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καίτης Σιγανίδου-Λαπιδάκη, σύμφωνα με την οποία, κατά την αγορά του εμβαδού 175 τ.μ., μεγαλύτερου οικοπέδου του, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (28,45 τ.μ.), δήλωσε ότι παρέλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του το εμβαδού 175 τ.μ.
τμήμα αγρού και το επ' αυτού μικρό κτίσμα, ώστε αποκλειόταν να είχε καταληφθεί τμήμα οικοπέδου από την οικοδομή των αναιρεσειόντων, αφού η τελευταία κατά το χρόνο του συμβολαίου είχε αποπερατωθεί κατά το σκελετό της και βρισκόταν στο στάδιο της τοιχοποιϊας και των επιχρισμάτων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν στηρίζεται σε ουσιώδη ισχυρισμό που αγνοήθηκε από το Εφετείο, αλλά σε άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα από τις αποδείξεις.
Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπερφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ` ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Έτσι. το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, σχετικά με την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία είχαν προτείνει κατά της αγωγής οι αναιρεσείοντες και επανέφεραν στο Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και δη ότι υπό τα όμματα του ενάγοντος και της συζύγου του ανήγειραν πολυκατοικία που κατέλαβε μέρος του οικοπέδου του ενάγοντος χωρίς να διαμαρτυρηθεί ο τελευταίος και άσκησε την αγωγή μετά παρέλευση τεσσάρων (4) ετών από της κατά το έτος 1977 αγοράς του οικοπέδου του και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της υπό κρίση αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος κατά των εναγομένων, αφού 1) ο ενάγων δεν αδράνησε επί μακρό χρονικό διάστημα να ασκήσει την αγωγή και 2) ούτε δυσβάστακτες συνέπειες θα υποστούν οι εναγόμενοι από την παραδοχή της αγωγής, ενόψει της δυνατότητας που έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 1010 Α.Κ., να ζητήσουν την επιδίκαση της κυριότητας του γηπέδου που κατέλαβαν από τον ενάγοντα ...".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αλλά με σαφή και πλήρη αιτιολογία εκθέτει τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα για την απόρριψη της ένστασης.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθμ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση των αναιρεσειόντων. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β'ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στο σχετικό λόγο έφεσης.
Επειδή, για την ίδρυση του προβλεπόμενου από τον αριθμ. 10 περ. β' άρθρ.559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρ. 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγου αναίρεσης, έπρεπε το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση πράγμα που δεν ίσχυε στις διαδικασίες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρ. 270 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το Εφετείο δίκασε έφεση κατ' απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου όπου ίσχυε η υποχρέωση προαποδεικτικής προσαγωγής των αποδεικτικών μέσων, δεν είχε υποχρέωση να διατάξεις απόδειξη επί των ισχυρισμών των διαδίκων. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμ. 10 περ.
β' άρθρ. 559 (όπως ίσχυε) ότι δεν διέταξε αποδείξεις ως προς την καταστροφή της περίφραξης του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι ενώ με βάση την περιγραφή της αγωγής το επίδικο είχε σχήμα τετράπλευρο, με τις αναφερόμενες πλευρικές διαστάσεις και εμβαδόν 35,50 τ.μ.
και με την έκθεση του πραγματογνώμονα ... είχε σχήμα πεντάπλευρο και διαφορετικές πλευρικές διαστάσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τούτο είχε σχήμα τετράπλευρο, διαφορετικές ορισμένες διαστάσεις και εμβαδόν 28,45 τ.μ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2003 αίτηση και τους από 5-2-2005 πρόσθετους λόγους των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Χ11, 11) Χ11, 12) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία Ο.Ε.", 13) Χ13 και 14) Χ14, για αναίρεση της 1085/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ