Legislator Case Law & Legislation
1800/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment due to lack of evidence regarding debtor's intent to defraud.

Case Number 1800/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against a final judgment ordering them to pay a bank. The appellants argued that the debtor lacked intent to defraud the bank, but the court found the evidence insufficient to overturn the lower court's assessment of witness testimony. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of intent to defraud is inadmissible if the lower court's evaluation of witness testimony remains within the bounds of free judicial assessment and is not arbitrary.

Keywords

AI generated
bank debt recovery intent to defraud judicial assessment witness testimony civil appeal dismissal legal costs fraudulent transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 1509 of the Civil Code
Article 573(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1800 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1800/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία δήλωσε ότι ανακαλεί την από 2-10-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1994 μη οριστική και 29/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1825/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20-9-2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθερίου Τσακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ....., ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο 'Εδεσσας ....., προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παρισταμένης ως πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Ιω. Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης 290/27-9-2002 αιτήσεως για αναίρεση της 1825/7-6-2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 16-2-2006 κλήσεως μετά της συνημμένης πράξεως ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (6-10-2008) νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (6-10-2008).

Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη, 290/27-9-2002 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1825/7-6-2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 201/13-8-1992 αγωγή, με ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και εναγομένους τους 1) Α και 2) Ψ2, μετά του επισυμβάντα στις 26-6-1999 θάνατο του πρώτου των εναγομένων υπεισήλθαν στην δικονομική του θέση, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η Ψ1 και ο δεύτερος, τούτων σύζυγος και υιός αυτού, αντίστοιχα, διετείνετο δι' αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά την από το Δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής. "Ότι ο πρώτος εναγόμενος της οφείλει το ποσό των 700.727.593 δραχμών, εκτός από τους τόκους και τα έξοδα, προερχόμενο από κατάλοιπο υπέρ αυτής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της ΑΕ "ΘΕΜΗΣ ΑΒΕΕ" με .....

σύμβαση πίστωσης και τις 9 όμοιες συμβάσεις που επηκολούθησαν, στις οποίες είχε υπογράψει ως εγγυητής, για το ποσό δε αυτό εκδόθηκε η 2/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας, μετά το κλείσιμο αυτού [λογαριασμού] στις 28.11.1991. Ότι δυνάμει της ..... συμβολαιογραφικής συμβάσεως δωρεάς και γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης 'Αρτεμης Αντωνιάδου - Καστρινού, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος, μεταβίβασε στο ανήλικο τέκνο του, δεύτερο εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από τον ίδιο και τη σύζυγό του, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα, του τέκνου αυτού, μέρος της ακίνητης περιουσίας του, όπως ειδικότερα τα περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην αγωγή.

Ότι η απαλλοτρίωση αυτή έγινε προς βλάβη της περιουσίας της, πρόθεση που είχαν οι εναγόμενοι, με αποτέλεσμα τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της αξίωσής της, αφού η υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη - πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αξιώσεώς της". Με βάση τα περιστατικά αυτά εδιώκετο η διάρρηξη της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 19/1994 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή τους, κατ' αποδοχή της, η 29/2001 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από την 23/14-6-2001 έφεση των εναγομένων, η 1825/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα :

Ι. Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι αποκτά ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτούς. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 939 Α.Κ., οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 941 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κατά δε το επόμενο άρθρο 942, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί μόνον αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 Α.Κ..

Πρέπει δε η φερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, η οποία αποτελεί ένα από τα στοιχεία της βάσεως της περί διαρρήξεως αγωγής, να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή. Περαιτέρω, την κατά τα άνω πρόθεση του οφειλέτη πρέπει να γνωρίζει και ο αποκτών τρίτος, εκτός αν η απαλλοτρίωση γίνεται από χαριστική αιτία, οπότε τέτοια γνώση δεν απαιτείται.

Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 Α.Κ., συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανακλήσεώς της, ως προς το μέρος που δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.

Τέλος, στοιχείο της αγωγής είναι και η απαίτηση του δανειστή κατά του απαλλοτριωθέντος την περιουσία του οφειλέτη, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται κατά το ποσό και το είδος της (ΑΠ 1799/2007, 1778/2006). Με βάση το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενό της, η αγωγή αξιολογείται, θεμελιούμενη στης αμέσως παραπάνω διαλαμβανούμενες διατάξεις, ως ορισμένη και νόμιμη, με άμεση δικονομική συνέπεια ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με αποδιδόμενη δι' αυτού πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση που προσήκει στην αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 30/2005).

Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία υποστηρίζεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδεικνύεται ότι ο αρχικά πρώτος των εναγομένων Α ήταν φερέγγυος κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης ως καταδιολευτικής συμβάσεως και δεν υπήρχε πρόθεσή του με τη γενόμενη δι' αυτής απαλλοτρίωση να ματαιώσει την ικανοποίηση της κατ' αυτού απαιτήσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, πλήττοντας με τον τρόπο αυτό ανεπιτρέπτως την αξιολόγηση της αποφάσεως ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και το με βάση αυτή ανέλεγκτο αναιρετικώς αποδεικτικό της πόρισμα, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 290/27-9-2002 αίτηση για αναίρεση της 1825/7-6-2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ