Legislator Case Law & Legislation
17/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank loan cancellation ruling citing lack of abuse of rights.

Case Number 17/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeals against the First Instance Court's decision to cancel bank loans. The court found that the banks' conduct, while potentially aggressive, did not meet the legal threshold for abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appellate court's reasoning was deemed sufficient and free from error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 174, 178, 200, 288 of the Civil Code; The court held that the exercise of the right to demand loan repayment does not constitute abuse of rights merely because the debtor's behavior was uncooperative or contrary to good faith principles.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principles loan cancellation appellate review civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Articles 174, 178, 200, 288 of the Civil Code
Articles 559, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 17 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στις ...-2021 πατρός του Κ. Μ., 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στις ...-2021 πατρός της Κ. Μ. 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε", που εδρεύει στην Ελούντα Λασιθίου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Ελούντα Λασιθίου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", και τον διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.", που εδρεύει στα Μάλια Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στυλιανό Σταματόπουλο και Γεώργιο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μετά τη διάσπαση της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης ανώνυμης εταιρείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", μετά τη διάσπαση της τελευταίας δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο, 4) υπό εκκαθάριση ευρισκομένου "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", και τον διακριτικό τίτλο "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, 5) αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO Νο 3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "lNTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS A.E." υπό την πρώην επωνυμία "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PlRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Αλεξίου και Θωμά Καναβέλη.

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Ελούντα Αγίου Νικολάου Κρήτης, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Γεώργιο Γεωργιάδη

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας-πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο, 4) υπό εκκαθάριση ευρισκομένου "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", και το διακριτικό τίτλο "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, 5) αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO Νο 3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PlRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θωμά Καναβέλη και Κωνσταντίνο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: α) 22-07-2019, β) 09-08-2019 αγωγές και γ) 11-03-2020 συμπληρωματική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων στην Α. αναίρεση και λοιπών προσώπων και εταιρειών, μη διαδίκων στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3050/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5680/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις από 11-01-2023 και 16-11-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτημάτων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 11-1-2023 και 16-11-2022 αιτήσεις αναιρέσεως, που στρέφονται κατά της υπ'αριθ. 5680/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε στις 10-11-2022, ενώ οι αιτήσεις για την αναίρεσή της κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 16-1-2023 και 16-11-2022, αντίστοιχα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, με τα νόμιμα παράβολα εκ ποσού των 450 ευρώ εκάστη (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Επομένως αυτές είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού σε αμφότερες είναι οι ίδιοι, εν συνόλω, διάδικοι και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης ως ενιαίας διαδικασίας (άρθ. 246 σε συνδ. με 573 § 1 ΚΠολΔ). Οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των υπό των διαδίκων προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) :

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες και στις δύο αιτήσεις ασκήσαν: α) εναντίον των 1ης έως και 4ης των αναιρεσιβλήτων, κατά την τακτική διαδικασία, την από 22.07.2019 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2019 (Α) αγωγή και β) εναντίον της 5ης των αναιρεσιβλήτων την από 9.8.2019 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2019 (Β) αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της από 28.03.2019 καταγγελίας δύο Κοινών Ομολογιακών Δανείων (ΚΟΔ), που έχει εκδώσει η εταιρεία ...

Α.Ε. στις 22.03.2007 και στις 25.02.2011 και έχουν καλύψει οι τέσσερις πρώτες των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την αναγνώριση της ακυρότητας των συνελεύσεων των Ομολογιούχων Δανειστών, με τις οποίες αποφασίστηκε η καταγγελία των ως άνω Ομολογιακών Δανείων. Οι νυν αναιρεσείοντες σε αμφότερες τις αιτήσεις άσκησαν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου και κατά την ίδια διαδικασία, την από 11.03.2020 και με αριθ.

εκθ. κατ. .../2020 (συμπληρωματική της πρώτης) (Γ) αγωγή τους, η οποία έχει επίσης το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των δύο ομολογιακών δανείων, επικαλούμενοι νέα οψιγενή πραγματικά περιστατικά. Οι τρεις ως άνω αγωγές προσδιορίστηκαν σε κοινή δικάσιμο, συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3050/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές κατ'ουσίαν οι δύο πρώτες κατά την επικουρική αυτών βάση ήτοι της ακυρότητος των καταγγελιών και των αποφάσεων των Συνελεύσεων λόγω καταχρηστικότητος και απορρίφθηκε η τρίτη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 30-1-2022 έφεση καθώς και τους από 9-5-2022 προσθέτους αυτής λόγους, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως καθό μέρος δέχθηκε τις δύο πρώτες αγωγές, ενώ οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 28-12-2021 έφεση ζητώντας να γίνει δεκτή η συμπληρωματική αγωγή τους. Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5680/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, ως προς μεν τις (Α) και (Β) ως άνω αγωγές έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε κατ'ουσίαν αυτές (αγωγές), ως προς δε τη (Γ) (συμπληρωματική της πρώτης) αγωγή, έκανε δεκτή τύποις και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Η 1η ενάγουσα/εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" άσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως την από 16-11-2022 αίτηση αναιρέσεως, οι δε λοιποί ενάγοντες/εφεσίβλητοι την από 11-1-2023 αίτηση αναιρέσεως ζητώντας όλοι την αναίρεση της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως για τους σ'αυτές αναφερόμενους (κοινούς) λόγους.

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε, με την έννοια του συνόλου των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι των πραγματικών γεγονότων που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 856/2014), όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε από αυτό. Από την τελεσιδικία της απόφασης παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιόν του ως κύριο ζήτημα (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 944/2020).

Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των διατάξεων για την καθ' ύλην αρμοδιότητα, η οποία (καθ' ύλην αρμοδιότητα) απαντά στο ερώτημα, ποιο δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να δικάσει ορισμένη υπόθεση σε πρώτο βαθμό.

Συνεπώς, για να κριθεί, αν υπάρχει καθ' ύλην αρμοδιότητα για το προδικαστικό ζήτημα, θα αποβλέψουμε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση και όχι σε αυτό που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση, λαμβάνεται δηλ. υπόψη η καθ' ύλην και όχι η λειτουργική (δηλ. του εφετείου) αρμοδιότητα. Σε αυτό συνηγορούν και οι διατάξεις των άρθ. 535 § 2 εδ.α' και 12 § 2 ΚΠολΔ, καθώς και η στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων, αφού είναι ενδεχόμενο το προδικαστικό ζήτημα να εισαχθεί κατ' ευθείαν στο δικαστήριο που δικάζει την έφεση με ένσταση (άρθ. 527 ΚΠολΔ, ΑΠ 1468/2006, ΑΠ 1166/1995 ΕΕΝ1997.95, ΑΠ 1165/1995 ΕλλΔνη 1997.825). Και υπό την εκδοχή ότι αν η έφεση απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 891/2019), η κρίση για την καθ' ύλην αρμοδιότητα όσον αφορά το προδικαστικώς ερευνώμενο ζήτημα, δεν μπορεί να αποβαίνει υπέρ της αρμοδιότητας του κατά λειτουργία αρμόδιου δικαστηρίου, διότι έτσι παραβιάζεται και πάλι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει η διάταξη του άρθ. 12 § 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 644/2015). Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κρινόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος, για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 533/2024, ΑΠ 136/2015). Όμως, οι πλεοναστικές αυτές υποδείξεις του Εφετείου, που δεν πήραν τη μορφή διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και μη έχουσες προσόντα διατακτικού, δεν οδηγούν σε δημιουργία δεδικασμένου περί τούτων, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασής του (ΑΠ 542/2017).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από τη οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 2068/2014). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, ο λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 542/2017, ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 701/2008). Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 449/2015).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 561 § 2 και 568 § 1 του ΚΠολΔ, για τον προσδιορισμό δικασίμου της αναίρεσης και, πάντως, κατά τη συζήτησή της, πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βάσιμου των λόγων αναίρεσης, τα οποία, για το σκοπό αυτόν, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνη του άρθρ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι προκύπτει ή όχι δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, διαφορετικά, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος (ΑΠ 846/2018, ΑΠ 152/2007). Τέλος, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ'αριθ. 25/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, το οποίο έκρινε ότι ήταν άκυρη λόγω καταχρηστικότητος η καταγγελία της συμβάσεως ομολογιακού δανείου από τους δανειστές δυνάμει της οποίας επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση κατά της εκεί εφεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ" (ήδη αναιρεσείουσας) και διαγνώστηκε έτσι τελεσίδικα η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και ακολούθως η ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας της επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι η ακυρότητα της άσκησης του δικαιώματος των δανειστών να επιδιώξουν την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών τους από το ομολογιακό δάνειο με την επίδοση της από 18-4-2019 επιταγής προς πληρωμή, και το οποίο (δεδικασμένο) είχαν επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 13 έως 24 των εφετειακών προτάσεών τους).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων των ταυτόσημων από 22-7-2019 και 9-8-2019 αγωγών προκύπτει ότι οι ενάγοντες εξέθεταν σ'αυτές ότι ανήκουν στον όμιλο ..., δραστηριοποιούμενο για χρονικό διάστημα πλέον των 45 ετών στον ξενοδοχειακό κλάδο. Ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητας της, η έκτακτη ΓΣ των μετόχων της β' ενάγουσας, αποφάσισε την έκδοση κοινού εμπραγμάτως εξασφαλισμένου ομολογιακού δανείου, συνολικού ποσού 300.000.000 ευρώ, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την χρηματοδότηση της επένδυσης της β' ενάγουσας, σε ακίνητο που είχε μισθώσει από τον EOT και μετέπειτα ...

Α.Ε. στο Λαγονήσι Αττικής. Ότι με την από 22/3/2007 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου, οι δύο πρώτες εναγόμενες ανέλαβαν την κάλυψή του κατά ποσοστό 50% εκάστη, και υπό τους εκεί ειδικότερα αναφερόμενους όρους και συμφωνίες. Ότι οι εν λόγω ομολογίες μεταβιβάστηκαν περαιτέρω και στους τρίτη και τέταρτη των εναγόντων κατά τα στην αγωγή ειδικότερα αναφερόμενα ποσοστά.

Ότι ενώ μέχρι τον Απρίλιο του 2010 η πρώτη ενάγουσα εξυπηρετούσε κανονικά το δάνειο, λόγω εμπλοκής της επένδυσης της δεύτερης ενάγουσας στο Λαγονήσι, αναγκάστηκε να συνάψει νέο κοινό ομολογιακό δάνειο στις 25/2/2011, ποσού 9.226.357 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε από τις εναγόμενες τράπεζες και την τράπεζα Millenium Bank, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα ποσοστά συμμετοχής εκάστης.

Ότι για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών, χορηγήθηκαν εκ μέρους όλων των εναγόντων οι αναφερόμενες στην αγωγή προσωπικές, εταιρικές και εμπράγματες εξασφαλίσεις, ύψους περί τα 1.500.000.000 ευρώ. Ότι η δεύτερη των εναγόντων έλαβε, κατόπιν της από 20/4/2007 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, δύο ενδοεταιρικά κοινά ομολογιακά δάνεια, το ένα ποσού 109.470.828 ευρώ και το δεύτερο 25.000.000 ευρώ, τα οποία καλύφθηκαν από την διάθεση μέρους των κεφαλαίων του ανωτέρω ομολογιακού δανείου των 300.000.000 ευρώ που έλαβε η πρώτη ενάγουσα.

Ότι παράλληλα, η δεύτερη ενάγουσα, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εκμισθώτριας ... ΑΕ, ως προς την εκτέλεση της σύμβασης παραχώρησης του Λαγονησίου, ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες εναντίον της, προσφεύγοντας ενώπιον διαιτητικών δικαστηρίων, ενώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει προβλήματα ρευστότητας, που της προκάλεσε τόσο η αντισυμβατική συμπεριφορά της ...

ΑΕ, όσο και η οικονομική κρίση, αιτήθηκε την αναδιάρθρωση των οφειλών της από τις εναγόμενες το έτος 2013. Ότι οι ομολογιούχοι δανειστές, θεωρώντας την αντιδικία της δεύτερης ενάγουσας με την ... ΑΕ δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης, συμφώνησαν να συμπράξουν σε αυτή, με τη λήψη πρόσθετων εγγυήσεων, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι της κατάρτισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ' αριθ. 32/2011 αμετάκλητης διαιτητικής απόφασης που αναγνώριζε με ισχύ δεδικασμένου την ύπαρξη ζημιών των εναγουσών εταιρειών ύψους 372.000.000 ευρώ, και με την από 18.2.2014 σύμβαση παραχωρήθηκε στις εναγόμενες α' τάξεως ενέχυρο επί ποσοστού 80% των απαιτήσεων της δεύτερης ενάγουσας κατά της ...

ΑΕ. Ότι στις 31/3/2016 καταρτίστηκε νεότερη συμφωνία αναδιάρθρωσης οφειλών προς τους εναγόμενους ομολογιούχους, η οποία συνδέθηκε επίσης με την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και της ... ΑΕ, με την δεύτερη να αποτελεί δικαιοπρακτικό θεμέλιο της πρώτης. Ότι μέχρι το 2018 δεν υφίστατο καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή από τα ομολογιακά δάνεια, ενώ είχε ήδη καταβληθεί ποσό 114.000.000 ευρώ.

Ότι όρος αμφότερων των συμφωνιών αναδιάρθρωσης τέθηκε μεταξύ άλλων, η εύρεση επενδυτή, όμως παρά το γεγονός ότι συνάφθηκαν σχετικές συμβάσεις με την δεύτερη εναγόμενη και με θυγατρική της πρώτης εναγομένης, προς ανεύρεση υποψηφίου επενδυτή, ωστόσο, δεν κατέστη δυνατή η αξιοποίηση του Λαγονησίου χωρίς την ολοκλήρωση της εκκρεμοδικίας με την ...

ΑΕ. Ότι περαιτέρω, η α', β' και γ' τούτων άσκησαν δύο αγωγές κατά της ... ΑΕ, ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου, με τις οποίες αιτούνταν την προς αυτές καταβολή αποζημίωσης ύψους 114.000.000 € και 271.000.000 € αντιστοίχως, εκ των οποίων οι εναγόμενες δικαιούνται ποσοστό 80% κεφαλαίου και τόκων της επιδικασθεισομένης στην β' των εναγόντων, αποζημίωσης.

Ότι καίτοι οι ενάγουσες επέδωσαν στις εναγόμενες προσεπίκληση σε παρέμβαση- ανακοίνωση δίκης, για τις ανοιγείσες κατά της ... ΑΕ δίκες, οι εναγόμενες -στην πρώτη ανοιγείσα δίκη- άσκησαν κύρια παρέμβαση αιτούμενες να γίνει δεκτή η αγωγή τους και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει απευθείας σε εκείνες το 80% της επιδικασθείσης αποζημίωσης, παρέμβαση η οποία και απορρίφθηκε διότι ασκήθηκε εσφαλμένα ως κύρια και όχι ως πρόσθετη, ενώ στην επόμενη ανοιγείσα δίκη, δεν παρενέβησαν.

Ότι στις 26/3/2019 απέστειλαν νεότερη επιστολή προς τις εναγόμενες προτείνοντας τρόπους για καταβολή των οφειλών τους, ωστόσο, αντί απαντήσεως, τους επέδωσαν, την 28/3/2019, τις αυθημερόν αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των ομολογιούχων πιστωτών περί καταγγελίας των ενδίκων δανείων και τις με ίδια ημερομηνία καταγγελίες των δανείων, ενώ λίγες μέρες αργότερα, την 19/4/2019, τους επέδωσαν την από 18/4/2019 επιταγή προς πληρωμή, αιτούμενες την προς αυτές καταβολή ποσού 365.000.000 €, απειλώντας με κατάσχεση στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα του Ομίλου.

Ότι κατά της εν λόγω επιταγής προς πληρωμή άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ανακοπή κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό, καθώς πιθανολογήθηκε η καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς των τραπεζών. Ότι η καταγγελία των ομολογιακών δανείων είναι άκυρη λόγω ανυπαρξίας σχετικού δικαιώματος εκ μέρους των εναγόμενων, καθώς δεν υπήρχε ουδεμία ληξιπρόθεσμη οφειλή, καθώς στις συμφωνίες αναδιάρθρωσης των ομολογιακών δανείων, η λήξη της αντιδικίας των εναγόντων ανήχθη σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο των εν λόγω αναδιαρθρώσεων, υπό την έννοια ότι το ληξιπρόθεσμο της οφειλής των εναγόντων εκ των ομολογιακών δανείων, εξαρτιόταν από την λήξη της αντιδικίας με την ...

ΑΕ, την οποία γνώριζαν οι εναγόμενες, συμμετείχαν τόσο στις διαπραγματεύσεις όσο και σε μία εκ των διαιτητικών δικών με αυτή (...), και ενημερώνονται' συνεχώς. Ότι άλλως, η καταγγελία των ομολογιακών δανείων εκ μέρους των ομολογιούχων εναγόμενων, είναι καταχρηστική, διότι: α) το χρονικό σημείο που επελέγη να γίνει (Μάρτιος του 2019) τους προκάλεσε καταστροφικές συνέπειες για τα ξενοδοχεία τους, τα οποία είχαν κρατήσεις συνολικής αξίας 25.000.000 €, β) επέκειτο μετά βεβαιότητας η πλήρης αποζημίωση των εναγομένων από το ποσό της αποζημίωσης που θα εισέπρατταν από την ...

ΑΕ, μέσω της από 18/2/2014 συμφωνίας για εξόφληση μέσω του ενεχύρου των απαιτήσεων, γ) ο δ' των εναγόντων, τον Μάρτιο του 2019, είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους εκπροσώπους των τριών πρώτων εναγομένων ότι θα απείχαν από κάθε βλαπτική ενέργεια εναντίον τους και ότι θα ανέμεναν την έκδοση των διαιτητικών αποφάσεων, δ) διότι εξαπατήθηκαν από την δεύτερη εναγόμενη το 2000, καθώς τους έπεισε να αναβάλλουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημόσιας εγγραφής για την κάλυψη έκδοσης μετοχών των εταιρειών τους, λόγω ύπαρξης δικών της (της β' εναγόμενης) κρίσιμων σφαλμάτων κατά τη δημόσια εγγραφή, με συνέπεια οι ίδιοι να απωλέσουν το ποσό των 160.000.000 € περίπου, και για το οποίο έχουν ασκήσει την από 8/4/2019 αγωγή τους, ε) υφίσταται υπερεξασφάλιση των συμφερόντων των εναγομένων μέσω των αναφερομένων στην αγωγή παρασχεθεισών εγγυήσεων, συνολικής αξίας περί τα 1.346.300.000 € .

Ότι σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενες ενήργησαν αντίθετα στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού όχι μόνο δεν τους παρείχαν διευκόλυνση με οιονδήποτε τρόπο καίτοι γνώριζαν την αιτία της προσωρινής τους αδυναμίας εξόφλησης, αλλά αντιθέτως, έπραξαν ό,τι ήταν δυνατό για να τους οδηγήσουν σε οικονομική καταστροφή.

Ότι οι ίδιοι έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση των ένδικων αγωγών η μεν πρώτη ως εκδότρια, οι δε λοιποί ως παρέχοντες ασφάλειες για τα ανωτέρω δάνεια. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των από 28/3/2019 καταγγελιών των ομολογιακών δανείων και των από 28/3/2019 αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων των ομολογιούχων των ως άνω δανείων.

Εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3050/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι «... η μεταστροφή της συμπεριφοράς των τραπεζών και η με άμεση καταγγελία των επίδικων ομολογιακών δανείων παρίσταται προδήλως καταχρηστική και αδικαιολόγητη, καθώς δεν αποβλέπει στο ίδιον συμφέρον των εναγόμενων, ιδίως αν ληφθεί υπ' όψιν ότι, με βάση τις ευμενείς για τις τρεις πρώτες ενάγουσες εξελίξεις στην αντιδικία τους με την ..., που ήταν γνωστές στις εναγόμενες κατά τα προεκτεθέντα, η επίδικη απαίτησή τους ήταν πλήρως εξασφαλισμένη, πέρα από τις εμπράγματες εξασφαλίσεις στην ακίνητη περιουσία των εναγόντων, για το ποσό των 375.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων κατά τα προεκτεθέντα, και με ενέχυρο επί ποσοστού 80% των ποσών που είχαν ήδη επιδικαστεί ή επρόκειτο να επιδικαστούν στο άμεσο μέλλον στις τρεις πρώτες ενάγουσες από την ....

Αντιθέτως, οι εναγόμενες τράπεζες, αντί να αναμείνουν για μικρό ακόμα χρονικό διάστημα προκειμένου να εκδοθούν οι αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, η έκβαση των οποίων αναμενόταν θετική για τις ενάγουσες, και κατ' επέκταση και για τις ίδιες (τις εναγόμενες) και κατόπιν να στραφούν κατά της ... για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, προτίμησαν, να προχωρήσουν στην καταγγελία των συμβάσεων των ομολογιακών δανείων, προκαλώντας στους ενάγοντες ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες και ζημιά αναντίστοιχη με το οικονομικό όφελος που θα μπορούσαν οι ίδιες να αποκομίσουν από την εκπλειστηρίαση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων.

Και τούτο μάλιστα το έπραξαν σε χρονικό σημείο που διαφαινόταν ότι η αντιδικία των εναγόντων με την ..., όδευε προς οριστική διευθέτηση, υπέρ των εναγόντων. Εν όψει όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να αναγνωριστεί η ακυρότητα των από 28-3-2019 καταγγελιών των από 22.3.2007 και από 25.2.2011 ομολογιακών δανείων και των από 28-3-2019 αποφάσεων των συνελεύσεων ομολογιούχων δανειστών των ως άνω δανείων".

Η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως από τις εναγόμενες, η οποία απέρριψε τις συνεκδικασθείσες αγωγές ως προς το γενόμενο δεκτό πρωτοδίκως επικουρικό τους αίτημα. Παράλληλα, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση των εφεσιβλήτων περί δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ'αριθ. 25/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατ.Κρήτης με το εξής σκεπτικό: "Περαιτέρω, μετά την καταγγελία των ΚΟΔ ακολούθησε, στις 19.4.2019, η επίδοση της από 18.4.2019 επιταγής προς πληρωμή της πρώτης των εκκαλουσών, υπό την ιδιότητά της ως πληρεξούσιας καταβολών του επίδικου ομολογιακού δανείου και ως εκπροσώπου των λοιπών ομολογιούχων, δυνάμει της οποίας επισπεύστηκε σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης, εκδότριας των ΚΟΔ, αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, 12 παρ. 3 του ν. 3156/2003 και 73 παρ. 4 του ν. 4548/2018 για το συνολικό ποσό των 365.360.551,51 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Κατά της προαναφερόμενης επιταγής προς πληρωμή η πρώτη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την υπ' αριθμ. κατ. 101/22.4.2019 ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρου 933 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65/2020 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος αυτής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας και της εν λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης και ακύρωσε την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους καθ' ων η ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν (έφεση). Εκ της τελευταίας απόφασης, κατά τα ειδικά αναφερόμενα στην υπό στοιχ. IX νομική σκέψη, δεν γεννάται δεδικασμένο, το οποίο να δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, καθόσον το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της ένδικης καταγγελίας αποτελεί ζήτημα αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως από Μονομελές Πρωτοδικείο, και όχι από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο του κυρίου ζητήματος όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εφεσιβλήτων ως αβασίμων".

Από την επισκόπηση της υπ'αριθ. 25/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των καθών η ανακοπή κατά της υπ'αριθ. 65/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Από όλα τα κριθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά των καθ' ων-η ανακοπή - εκκαλούντων, ως αναλύθηκε παραπάνω και εκδηλώθηκε με την άσκηση της καταγγελίας και την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ»), προφανώς αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, καθιστώντας ως εκ τούτου άκυρη την άσκηση του δικαιώματος των καθ' ων να επιδιώξουν την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών τους από το επίδικο ομολογιακό δάνειο με την επίδοση της από 18.4.2019 επιταγής προς πληρωμή για το σύνολο των απαιτήσεων...".

Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι από το Εφετείο Ανατ. Κρήτης διερευνήθηκε ως αυτοτελής λόγος ανακοπής η αντίθεση της καταγγελίας του ΚΟΔ στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και διαγνώστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής . Το ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας του ΚΟΔ συνέχεται μεν αναγκαίως με το κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής που είναι η λόγω καταχρηστικής καταγγελίας άκυρη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, πλην όμως το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, δεν δεσμεύει το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη εν προκειμένω απόφαση και τούτο διότι δεν συνέτρεχε η δεύτερη βασική προϋπόθεση, αυτή της καθ' ύλην αρμοδιότητας του πρωτοδίκως δικάσαντος την ανακοπή δικαστηρίου δηλ.

του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου να δικάσει ως κύρια αγωγική βάση αυτήν της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, το Εφετείο που με την ίδια αιτιολογία απέρριψε την ένσταση περί δεδικασμένου που κατά τις αναιρεσίβλητες απέρρεε από την ως άνω απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, δεν υπέπεσε στην παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 12/2000), σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1769/2024, ΑΠ 12/2000, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ., 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1769/2024).

Εφαρμοζομένης αναλόγως της διατάξεως του άρθ. 159 ΚΠολΔ ως προς την απαγγελία του απαραδέκτου των ελαττωματικών επιτευκτικών διαδικαστικών πράξεων, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, η κήρυξη απαραδέκτου των επιτευκτικών διαδικαστικών πράξεων, αν παραβιάστηκε δικονομική διάταξη που έχει ταχθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος απαγγέλλεται δικαστικώς κατ'ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 159 αριθ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν όμως έχει τεθεί χάριν ιδιωτικού συμφέροντος, απαγγέλλεται κατόπιν προβολής ενστάσεως και εφόσον εκ της παραβιάσεως αυτής επήλθε στον ενιστάμενο διάδικο βλάβη (άρθ. 159 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που απέρρεε από την ενώπιόν του εκκληθείσα υπ'αριθ. 3050/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, εκθέτουν ότι τα κεφάλαια της υπ' αριθ. 3050/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί των A', Β' και Γ' αγωγών κατά των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της απόφασης αυτής και των οριστικών διατάξεών της, ήταν τέσσερα.

Τα δύο εξ αυτών αφορούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας των από 28.03.2019 καταγγελιών των δύο ομολογιακών δανείων, ενώ τα άλλα δύο αφορούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας των από 28.03.2019 αποφάσεων των συνελεύσεων των Ομολογιούχων Δανειστών, με τις οποίες αυτοί αποφάσισαν να προβούν στις εν λόγω καταγγελίες.

Ότι και για τα τέσσερα αυτά ζητήματα, η υπ' αριθ. 3050/2021 απόφαση έκανε κατ' ουσίαν δεκτές τις Α' και Β' αγωγές, κρίνοντας άκυρες, ως καταχρηστικές αμφότερες τις καταγγελίες των Ομολογιακών Δανείων, αλλά και αμφότερες τις αποφάσεις των συνελεύσεων των Ομολογιούχων, που αποφάσισαν τις καταγγελίες αυτές. Ότι οι αναιρεσίβλητες απαραδέκτως και κατά παράβαση του άρθ. 520 § 2 ΚΠολΔ προσέβαλαν με πρόσθετους λόγους έφεσης τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσαν την αναγνώριση της ακυρότητος των αποφάσεων των συνελεύσεων των ομολογιούχων δανειστών, αφού αυτά δεν ήταν αναγκαίως συνεχόμενα με τα προσβληθέντα με το δικόγραφο της εφέσεως κεφάλαια και ως εκ τούτου αυτά δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με αποτέλεσμα να τελεσιδικήσουν και να έχει παραχθεί δεδικασμένο, το οποίο πρότειναν με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον το απαράδεκτο της επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως των προσθέτων λόγων εφέσεως, κατ'άρθ. 520 § 2 ΚΠολΔ, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασκήσεώς τους, δεν είναι αυτοδίκαιο, αλλά κηρύσσεται από το δικαστήριο κατ'εφαρμογή του άρθ. 159 αριθ. 2 ΚΠολΔ (άρθ. 160 ΚΠολΔ), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά με τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος σαφώς και προσανατολίζεται και καθορίζεται από το σύστημα ακυρότητας του άρθρ. 159 ΚΠολΔ και όχι με τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αφού δια της, κατ'αυτούς, συνδρομής απαραδέκτου για την άσκησή τους, δεν δημιουργείται αυτοδικαίως δεδικασμένο ως εάν να μην είχαν αυτοί ασκηθεί.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, βασική προϋπόθεση για να ελεγχθεί η παραβίασή του, όπως προεκτέθηκε ανωτέρω υπό ΙΙ.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αν δηλαδή αυτά υπάγονται στο νόμο (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 319/2017).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).

V. Kατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 16/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ειδικότερα, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 2/2019), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1266/2011).

Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον ισχυρισμό (θεμελιωτικό της αγωγής, ένστασης κ.λ.π) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία εδώ ερευνώμενο μέρος της, τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εφεσιβλήτων (... ΑΕ) ιδρύθηκε το 1968 και δραστηριοποιείται στον κλάδο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, εκμεταλλευόμενη δύο όμορες ξενοδοχειακές μονάδες (...

και ...) σε παραθαλάσσια έκταση στην Κρήτη. Η δεύτερη των εφεσιβλήτων (... Α.Ε.), η οποία αποτελεί θυγατρική εταιρεία της πρώτης των εφεσιβλήτων (μητρική εταιρεία), ιδρύθηκε το 1999 και δραστηριοποιείται στην τουριστική αξιοποίηση, μακροχρόνια μίσθωση και εκμετάλλευση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος ... στο Λαγονήσι Αττικής, σε έκταση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (EOT), τον οποίο στη συνέχεια διαδέχτηκε ανώνυμη εταιρεία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." (ΕΤΑ) και ήδη φέρει την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε." (...), τον οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε η ανώνυμη εταιρεία Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε. (ΕΤΑ) και ήδη η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε. (...).

Η τρίτη εφεσίβλητη (... Α.Ε.), ιδρύθηκε το 1987 και αποτελεί τη μητρική εταιρεία του ομίλου, κατέχοντας συμμετοχές σε ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ενώ οι έκτη και έβδομη εφεσίβλητες (... Α.Ε και ... Α.Ε. αντίστοιχα) ιδρύθηκαν το 2001 και κατέχουν ημιτελές ακίνητο με χρήση ξενοδοχείου η πρώτη και γηπεδικές εκτάσεις η δεύτερη, στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, χωρίς να έχουν εισέτι ξεκινήσει την εμπορική δραστηριότητά τους.

Τέλος, η όγδοη των εφεσιβλήτων (... Α.Ε.), ιδρύθηκε το 1971 και δραστηριοποιείται στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εκμεταλλευόμενη το ξενοδοχειακό συγκρότημα ... ... στα Μάλια Ν. Ηρακλείου Κρήτης. Όλες οι ανωτέρω εταιρείες ανήκουν στον Όμιλο ..., ο οποίος αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση, δραστηριοποιούμενη στον κλάδο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, ενώ οι τέταρτος και πέμπτη των εφεσιβλήτων τυγχάνουν μέτοχοι και μέλη των διοικητικών συμβουλίων των ανωτέρω εταιρειών, θέση την οποία κατείχε μέχρι του θανάτου του στις ...2021 και ο Κ.

Μ. (αρχικός έκτος ενάγων). Η πρώτη των εφεσιβλήτων (... Α.Ε.) προχώρησε, κατόπιν απόφασης της από 20.3.2007 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, στην έκδοση κοινού, εμπραγμάτως ασφαλισμένου, ομολογιακού δανείου (ΚΟΔ) ποσού 300.000.000 ευρώ (Δάνειο I), διαιρούμενο σε τριακόσια εκατομμύρια ονομαστικές ομολογίες, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστη.

Οι όροι του εν λόγω ΚΟΔ ενσωματώθηκαν στο αρχικό πρόγραμμα του δανείου με ημερομηνία 22.3.2007, το οποίο αργότερα τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε 3 φορές (στις 23.4.2010, 23.12.2013 και 27.7.2016). Δυνάμει της από 22.3.2007 σύμβασης κάλυψης του ΚΟΔ, οι πρώτη και δεύτερη των εκκαλουσών (ήδη 1η και 2η αναιρεσίβλητη) ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύψουν, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους (50% εκάστη), τις ομολογίες κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν και εκτίθενται στην ανωτέρω σύμβαση, η δε πρώτη εκκαλούσα (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) ορίστηκε πληρεξούσια καταβολών και εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών.

Σκοπός του ανωτέρω δανείου ήταν, κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά της από 20.3.2007 συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης της πρώτης εφεσίβλητης και στο άρθρο 3 της ανωτέρω σύμβασης κάλυψης, η κάλυψη κεφαλαιουχικών αναγκών της ανωτέρω εταιρείας, ήτοι αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανεισμού της εκδότριας εταιρείας ποσού 90.000.000 ευρώ, περαιτέρω χρηματοδότηση της εκδότριας για κεφάλαιο κίνησης της πρώτης εφεσίβλητης και για συμμετοχή της σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εφεσίβλητης και χρηματοδότηση επενδύσεων θυγατρικών της, καθώς και η κάλυψη από την πρώτη εφεσίβλητη των ομολογιακών δανείων εκδόσεως της δεύτερης εφεσίβλητης, θυγατρικής της εταιρείας, ποσών 109.470.828 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 20.470.828 ευρώ αφορούσε σε επενδύσεις της θυγατρικής της ..., και 25.000.000 ευρώ.

Ειδικότερα, αναφορικά με τα ανωτέρω δύο ενδοεταιρικά ομολογιακά δάνεια, η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της δεύτερης εφεσίβλητης (... Α.Ε) που συνήλθε στις 20.4.2007, αποφάσισε την έκδοση δύο κοινών ομολογιακών δανείων, το πρώτο ανώτατου ποσού 109.470.828 ευρώ και το δεύτερο ανώτατου ποσού 25.000.000 ευρώ, τα οποία ακολούθως εκδόθηκαν σύμφωνα με τους καθορισθέντες όρους με την ανωτέρω απόφαση της Γ.Σ.

της δεύτερης εφεσίβλητης σε συνδυασμό με τις οικείες από 22.4.2007 και 18.7.2007 αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου. Την κάλυψη των εν λόγω δανείων ανέλαβαν οι πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων (ενν. 1η και 3η των εκκαλουσών/αναιρεσιβλήτων), οι οποίες α) δυνάμει της από 26.4.2007 σύμβασης κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου κάλυψαν ολοσχερώς το πρώτο ως άνω δάνειο και β) δυνάμει της από 21.6.2007 σύμβασης κάλυψης, περιόρισαν την κάλυψη του δευτέρου δανείου στο ποσό των 15.000.000 ευρώ.

Περαιτέρω, το ένδικο ομολογιακό δάνειο των 300.000.000 ευρώ καλύφθηκε στο σύνολό του από τις ως άνω αρχικές ομολογιούχους, έπειτα, δε, από μεταβιβάσεις ομολογιών που έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του 2019, κατέστησαν ομολογιούχοι του εν λόγω δανείου: α) η πρώτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 33,33%, β) η δεύτερη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 40%, γ) η τρίτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 23,34% και η τέταρτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 3,33%.

Μέχρι τον Απρίλιο του 2010, η εκδότρια πρώτη εφεσίβλητη εξυπηρετούσε το κοινό ομολογιακό δάνειο έναντι των εκκαλουσών τραπεζών, καταβάλλοντας έως τότε συνολικό ποσό 54.425.827,70 ευρώ, που κάλυπτε μόνο τους τόκους της. Ακολούθως, η πρώτη εφεσίβλητη γνωστοποίησε στους ομολογιούχους δανειστές ότι αδυνατούσε να καταβάλει τους τόκους του ανωτέρω ομολογιακού δανείου (Δάνειο Ι) των 7.500.000 ευρώ, που έπρεπε να καταβάλει στις 27.10.2010, λόγω της διεθνούς κρίσεως, αποστέλλοντάς τους και την από 20.10.2010 επιστολή της με την οποία αιτείτο, σε συνέχεια προφορικών συζητήσεών τους και για το λόγο αυτό (διεθνή οικονομική κρίση), την έγκριση πρόσθετου δανείου ύψους 10.000.000 ευρώ.

Τον Οκτώβριο 2010, η πρώτη εφεσίβλητη περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη μη εξοφλώντας τους καταβλητέους στις 27.10.2010 τόκους, οι οποίοι ανέρχονταν στο ποσό των 6.030.000 ευρώ, επικαλούμενη για την οικονομική της κατάσταση την κατά τα ανωτέρω διεθνή οικονομική κρίση που είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των οικονομικών της αποτελεσμάτων, αφού τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων εμφάνιζαν, όπως προκύπτει από τους οικείους ισολογισμούς της, σημαντική μείωση (περίπου 75%).

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί το εν λόγω πρόβλημα, οι εκκαλούσες (ήδη αναιρεσίβλητες) δέχθηκαν να στηρίξουν την πρώτη εφεσίβλητη, μην προβαίνοντας στην καταγγελία του ΚΟΔ (παρότι σύμφωνα με τους όρους του, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών, ηδύναντο να το καταγγείλουν), με την κάλυψη νέου ομολογιακού δανείου που θα εξέδιδε πάλι η πρώτη εφεσίβλητη.

Ούτως, η έκτακτη γενική συνέλευση των μελών της τελευταίας (πρώτης εφεσίβλητης) που συνήλθε στις 23.2.2011, αποφάσισε την έκδοση νέου ομολογιακού δανείου ποσού 9.226.357 ευρώ, το οποίο, δυνάμει της από 25.2.2011 σύμβασης κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου (Δάνειο II) μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και των πρώτης, δεύτερης, τρίτης των εκκαλουσών καθώς και των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών "MILLENIUM BANK Α.Ε." και "Τ BANK", καλύφθηκε ολοσχερώς κατά το ποσοστό συμμετοχής αυτών στο Δάνειο I, ενώ ορίσθηκε ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων η πρώτη εκκαλούσα.

Με την ανωτέρω, από 25.2.2011 σύμβαση κάλυψης, συμφωνήθηκε (όρος 10.01 σύμβασης), μεταξύ των αρνητικών υποχρεώσεων του εκδότη και των εγγυητών, ότι «.. ο Εκδότης ή η ... Α.Ε. δεν θα προβαίνουν στην εκχώρηση έναντι οποιουδήποτε τρίτου, των απαιτήσεών τους κατά της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που απορρέουν ή θα απορρεύσουν από την υπ' αριθμ. 52/2010 Διαιτητική Απόφαση, η οποία εκδόθηκε την 14-12-2010 επί της από 12-3-2010 Αίτησης - Προσφυγής για διαιτησία της ...

Α.Ε, με εξαίρεση την εκχώρηση απαιτήσεων .... (α) που έχει ήδη λάβει χώρα από την ... Α.Ε. προς τον εκδότη δυνάμει του από 16-12-2010 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Εκχώρησης Απαίτησης μεταξύ της ... Α.Ε. και του Εκδότη και από την ... Α.Ε. προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ...

και (β) που θα εκχωρηθούν στο μέλλον από την ... Α.Ε. προς την ... Α.Ε., προκειμένου η τελευταία να συμψηφίζει αυτές με τα εκάστοτε εκ μέρους της οφειλόμενα προς την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." μισθώματα ...". Ακολούθως, κατόπιν μεταβιβάσεων των ανωτέρω ομολογιών που έλαβαν χώρα, κατέστησαν ομολογιούχοι του εν λόγω δανείου:

α) η πρώτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 33,33% των ομολογιών, β) η δεύτερη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 40% των ομολογιών, γ) η τρίτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 23,34% των ομολογιών και δ) η τέταρτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 3,33%. Το εν λόγω δάνειο, με την εκταμίευσή του, διοχετεύθηκε λογιστικά απευθείας στους ομολογιούχους προς εξόφληση των συμβατικών τόκων της χρονικής περιόδου από 27.4.2010 έως 27.1.2011 και των τόκων υπερημερίας μέχρι τις 25.2.2011.

Εξάλλου, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε βάρος της εκδότριας - πρώτης εφεσίβλητης, κατά κεφάλαιο πλέον τόκων πάσης φύσεως, προμηθειών, αμοιβών, εξόδων, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, οι οποίες απορρέουν από τα ως άνω ομολογιακά δάνεια (Δάνειο I. και II), χορηγήθηκαν προσωπικές εγγυήσεις από τους τέταρτο και πέμπτη των εφεσιβλήτων για την κάλυψη πάσης φύσεως απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών σε βάρος της δεύτερης εφεσίβλητης, εταιρικές εγγυήσεις εκ μέρους των δεύτερης, έκτης και έβδομης των εφεσιβλήτων για την κάλυψη των πάσης φύσεως απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης (...

Α.Ε.), ενέχυρα επί μετοχών και καταθέσεων εκ μέρους των πρώτης, τρίτης, τέταρτου, πέμπτης και όγδοης των εφεσιβλήτων, καθώς και εκ μέρους του αρχικώς έκτου ενάγοντας Κ. Μ., ενώ, επιπλέον χορηγήθηκαν και εμπράγματες εξασφαλίσεις με παροχή προσημειώσεων υποθηκών σε ακίνητα. Ειδικότερα χορηγήθηκαν: (α) Προσωπικές εγγυήσεις από τους τέταρτο και πέμπτη των εφεσιβλήτων ως ακολούθως: (ι) Δυνάμει του όρου 19.1.

του Δανείου I, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της από 27.7.2016 τροποποίησης, ο τέταρτος των εφεσιβλήτων εγγυήθηκε προς τους ομολογιούχους την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εξόφληση των κάθε φύσεως απαιτήσεών τους κατά την δεύτερης των εφεσιβλήτων, οι οποίες απορρέουν ή από απορρεύσουν από τις ομολογίες και τα συμβατικά κείμενα του δανείου μέχρι του ποσού των 15.000.000 ευρώ και (ιι) Δυνάμει του όρου 18 του Δανείου II, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του από 27.7.2016 συμφωνητικού ρύθμισης οφειλής, οι ως άνω εφεσίβλητοι εγγυήθηκαν προς τους ομολογιούχους την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εξόφληση του Δανείου II, κατά το κεφάλαιο, τόκους, εισφορές και λοιπά κονδύλια και έξοδα αυτού και γενικά την εκπλήρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης των εφεσιβλήτων εκ του εν λόγω δανείου, (β) Εταιρικές εγγυήσεις από τους δεύτερη, έκτη και έβδομη των εφεσιβλήτων ως ακολούθως:

Δυνάμει του όρου 19.2 του Προγράμματος Κοινού Ομολογιακού Δανείου, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει της από 27.7.2016 τροποποίησης, οι δεύτερη, έκτη και έβδομη των εφεσιβλήτων παρείχαν εγγύηση για την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε φύσεως απαιτήσεων οι οποίες απορρέουν ή θα απορρεύσουν από τις ομολογίες και τα συμβατικά κείμενα του δανείου ενώ δυνάμει του όρου 18 του Δανείου II, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του από 27.7.2016 συμφωνητικού ρύθμισης οφειλής, η έβδομη των εφεσιβλήτων εγγυήθηκε προς τους ομολογιούχους την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εξόφληση του Δανείου II και γενικά όλων των υποχρεώσεων της πρώτης των εφεσιβλήτων εκ του δανείου αυτού, (γ) Σύσταση ενεχύρου επί των μετοχών εκδόσεως των πρώτης, δεύτερης και έβδομης των εφεσιβλήτων εταιρειών εκ μέρους των πρώτης, τρίτης, τέταρτου, πέμπτης και όγδοης των εφεσιβλήτων, καθώς και εκ μέρους του αρχικώς έκτου ενάγοντας Κ.

Μ., ως ακολούθως: (ι) Δυνάμει της από 3.4.2007 συμβάσεως ενεχυράσεως μετοχών, σε συνδυασμό με την από 23.12.2013 συμφωνία παράδοσης τίτλων ενεχυρασμένων μετοχών, Κ. Μ. και οι τρίτη και όγδοη των εφεσιβλήτων συνέστησαν υπέρ των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους που απορρέουν από το δάνειο, Α' τάξης ενέχυρο επί του 100% των μετοχών εκδόσεως της πρώτης των εφεσιβλήτων, ακολούθως, δε, η ανωτέρω συμφωνία τροποποιήθηκε ως προς το δικαίωμα ψήφου με την από 27.7.2016 τροποποιητική σύμβαση, (ιι) Δυνάμει των από 3.4.2007 και 23.12.2013 συμβάσεων ενεχυράσεως μετοχών, οι πρώτη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτη των εφεσιβλήτων καθώς και ο Κ.

Μ. συνέστησαν υπέρ των ομολογιούχων προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους που απορρέουν από το δάνειο, Α' τάξης ενέχυρο (με εξαίρεση τις 109.080 μετοχές κυριότητας του τέταρτου εφεσίβλητου, επί των οποίων παρασχέθηκε Β' τάξης ενέχυρο) επί του 100% των μετοχών εκδόσεως της δεύτερης εφεσίβλητης, ακολούθως, δε, η εν λόγω σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς το δικαίωμα ψήφου, δυνάμει της από 27.7.2016 τροποποίησης, και (ιιι) δυνάμει της από 25.2.2011 συμβάσεως ενεχυράσεως μετοχών, οι πρώτη, τέταρτος, πέμπτη των εφεσιβλήτων και ο Κ.

Μ. συνέστησαν υπέρ των ομολογιούχων, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους, που απορρέουν από το Δάνειο II, ενέχυρο επί του 100% των μετοχών εκδόσεως της έβδομης εφεσίβλητης. (δ) Σύσταση ενεχύρου επί τραπεζικών καταθέσεων εκ μέρους των τρίτης, τέταρτου, πέμπτης των εφεσιβλήτων, καθώς και εκ μέρους του αρχικώς έκτου ενάγοντας Κ.

Μ., ως ακολούθως: (ι) Δυνάμει της από 3.4.2007 σύμβασης ενεχυράσεως καταθέσεως μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας και της τρίτης εφεσίβλητης, η τελευταία εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ανωτέρω τράπεζα ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από το δάνειο, συστήνοντας εμπράγματη χρηματοοικονομική ασφάλεια επί κάθε απαίτησης από την επ' ονόματί της κατάθεση σε λογαριασμό που τηρεί στην εν λόγω τράπεζα, (ιι) δυνάμει της από 3.4.2007 σύμβασης ενεχυράσεως καταθέσεως μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας και της ένατης εφεσίβλητης, η τελευταία εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ανωτέρω τράπεζα ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από το δάνειο, συστήνοντας εμπράγματη χρηματοοικονομική ασφάλεια επί κάθε απαίτησης από την επ' ονόματί της κατάθεση σε λογαριασμό που τηρεί στην εν λόγω τράπεζα, (ιιι) Δυνάμει της από 3.4.2007 σύμβασης ενεχυράσεως καταθέσεως μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας και του Κ.

Μ., ο τελευταίος εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ανωτέρω τράπεζα ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από το δάνειο, συστήνοντας εμπράγματη χρηματοοικονομική ασφάλεια επί κάθε απαίτησης από την επ' ονόματί του κατάθεση σε λογαριασμό που τηρεί στην εν λόγω τράπεζα, (ιν) δυνάμει της από 23.12.2013 σύμβασης ενεχυράσεως καταθέσεως μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας και της πέμπτης εφεσίβλητης, η τελευταία εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ανωτέρω τράπεζα ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από το δάνειο, συστήνοντας εμπράγματη χρηματοοικονομική ασφάλεια επί κάθε απαίτησης από την επ' ονόματί της κατάθεση σε λογαριασμό που τηρεί στην εν λόγω τράπεζα, και (ν) δυνάμει της από 23.12.2013 σύμβασης ενεχυράσεως καταθέσεως μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας και του τέταρτου εφεσίβλητου, ο τελευταίος εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ανωτέρω τράπεζα ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από το δάνειο, συστήνοντας εμπράγματη χρηματοοικονομική ασφάλεια επί κάθε απαίτησης από την επ' ονόματί του κατάθεση σε λογαριασμό που τηρεί στην εν λόγω τράπεζα, (ε) Σύσταση υποθηκών:

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Μ., εγγράφηκε υποθήκη ποσού 375.000.000 ευρώ προς εξασφάλιση όλων των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών του δανείου των 300.000.000 ευρώ, επί ακινήτων κυριότητας της πρώτης των εφεσιβλήτων που βρίσκονται στην Κρήτη (γηπέδου μετά του επ' αυτής ξενοδοχειακού συγκροτήματος "..." συνολικής έκτασης 107.658 τ.μ., τριών γηπέδων, ενιαίας εδαφικής έκτασης μετά του επ' αυτής ξενοδοχειακού συγκροτήματος "...", έτερων δύο γηπέδων και επί ιδιωτικού δρόμου).

Και (στ) Προσημειώσεις υποθηκών: Δυνάμει των ακολούθων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγγράφηκαν υπέρ των ομολογιούχων δανειστών, οι εξής προσημειώσεις υποθήκης σε βάρος ακινήτων ιδιοκτησίας των πρώτης, τέταρτου, έκτης και έβδομης των εφεσιβλήτων: (ι) δυνάμει της υπ' αριθμ. 27.720/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης μέχρι του ποσού του 1.780.000 ευρώ, επί ενός ενιαίου αγροτικού ακινήτου στον Αγιο Νικόλαο, Κρήτης, προς εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεων των ομολογιούχων που απορρέουν από το Δάνειο II, (ιι) δυνάμει της υπ' αριθμ. 27.730/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε βάρος των έβδομης και τέταρτου των εφεσιβλήτων μέχρι του ποσού των 11.420.000 ευρώ, επί είκοσι έξι ακινήτων κυριότητας των ανωτέρω στην Κρήτη, προς εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεων των ομολογιούχων που απορρέουν από το Δάνειο II, (ιιι) δυνάμει της υπ' αριθμ. 3150/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης μέχρι του ποσού του 1.780.000 ευρώ, επί ενός ενιαίου αγροτικού ακινήτου στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, προς εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεών των δανειστών που απορρέουν από το Δάνειο II και (ιν) δυνάμει της υπ' αριθμ. 1117/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε βάρος της έκτης εφεσίβλητης μέχρι του ποσού των 3.500.000 ευρώ, επί ενός γηπέδου με το επ' αυτού ημιτελές ξενοδοχείο στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, προς εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεών τους που απορρέουν από το ομολογιακό δάνειο.

Πλην όμως, τα οικονομικά προβλήματα της πρώτης εφεσίβλητης συνεχίζονταν (ήδη στον ισολογισμό 2011 οι ζημίες από 958.820 ευρώ ανήλθαν σε 5.840.129,95 ευρώ), ενώ λίγους μόλις μήνες μετά την έκδοση του Δανείου II, στις 27.1.2012, κατέστη εκ νέου υπερήμερη, μην καταβάλλοντας τόκους συνολικού ύψους 7.061.076,67 ευρώ και, ακολούθως, μην καταβάλλοντας στις 27.4.2012 την πρώτη δόση του κεφαλαίου του Δανείου I, ποσού 10.000.000 ευρώ καθώς και τους τόκους της 27.4.2012 συνολικού ποσού 3.146.325 ευρώ.

Ήδη, σε, στις 27.7.2012 η ληξιπρόθεσμη οφειλή της για κεφάλαιο, τόκους και τόκους υπερημερίας, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 23.373.898,23 ευρώ, έναντι της οποίας καταβλήθηκαν, έναντι αυτών, στις 31.7.2012, ποσό 556.700,22 ευρώ και στις 31.8.2012, ποσό 558.655,14 ευρώ. Στις 29.10.2012 η ληξιπρόθεσμη οφειλή από το κεφάλαιο και τους τόκους (δικαιοπρακτικούς και υπερημερίας) και για τα δύο ΚΟΔ (Δάνειο I και Δάνειο II) ανήλθε σε 25.194.816 ευρώ και στις 29.1.2013 σε 27.932.174,50 ευρώ.

Εν συνεχεία, στις 29.4.2013, κατέστη ληξιπρόθεσμη και η δεύτερη δόση του κεφαλαίου του Δανείου I, εκ ποσού 10.000.000 ευρώ. Ήτοι, καθόλη την ανωτέρω διάρκεια των ετών 2012 και 2013 η πρώτη εφεσίβλητη παρέμενε υπερήμερη, ενεργοποιούμενου του δικαιώματος των ομολογιούχων για καταγγελία των ΚΟΔ, ενώ την χρήση του 2012, οι ζημιές της πρώτης εφεσίβλητης ανήλθαν, σύμφωνα με τον οικείο ισολογισμό της, στις 31.12.2012, στο ποσό των 12.008.905,80 ευρώ.

Ενόψει της κατάστασης αυτής, ήδη από το 2012, οι ομολογιούχοι είχαν ενημερώσει την πρώτη εφεσίβλητη περί της δυνατότητας καταγγελίας των ένδικων ΚΟΔ, καθόσον δεν τηρούνταν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτών. Σε απάντηση των εν λόγω αιτιάσεων, τον Μάιο 2012, η δεύτερη εφεσίβλητη απέστειλε στους ομολογιούχους την από 10.5.2012 επιστολή της με την οποία εκθέτει, μεταξύ άλλων και τα εξής: "1) Σύντομο Ιστορικό Χρηματοδότησης.

Οι εταιρείες του Ομίλου μας, ... Α.Ε και ... Α.Ε. προέβησαν στη λήψη χρηματοδότησης με την έκδοση του Ο/Δ 300 εκατ. ευρώ δεδομένης της αντίληψης σε επίπεδο διοίκησής τους, ότι μετά την έκδοση της Διαιτητικής απόφασης 4/16.01.2006 είχαν πλέον δρομολογηθεί προς επίλυση όλα εκείνα τα προβλήματα που επί σειρά ετών αντιμετώπιζε η ...

Α.Ε. (και τις εγγυήτριες εταιρείες ... Α.Ε. και ... Α.Ε.) για την υλοποίηση της επένδυσής της εξαιτίας της μη σύμπραξης και των εν γένει αντισυμβατικών ενεργειών εκ μέρους της ... Α.Ε. Εντούτοις μετά την έκδοση του Ο/Δ και λόγω της εκ νέου αθέτησης των ουσιωδών υποχρεώσεων εκ μέρους της ... Α.Ε., όπως αυτές είχαν εξειδικευθεί και με την ως άνω Διαιτητική Απόφαση (4/2006) η εταιρεία ...

Α.Ε. διαπραγματεύτηκε και επέτυχε την κατάρτιση της τροποποιητικής σύμβασης με αριθμό ....2009, με την οποία αναγνωρίσθηκαν από την ... Α.Ε. , οι ζημίες που είχαμε μέχρι τότε υποστεί και συμφωνήθηκε ο τρόπος μερικής αποκατάστασης αυτών. Ακολούθως, στη βάση των προβλεπόμενων από την 1175/2009 συζητήσαμε με τις χρηματοδότριες τράπεζες από τις αρχές του 2010 πρόσθετη χρηματοδότηση.

Η εξέταση και έγκριση της χρηματοδότησης αυτής διεκόπη αιφνιδίως τον Οκτώβριο 2010 λόγω της αδικαιολόγητης πλην όμως σφοδρής αμφισβήτησης του κύρους των μακροχρόνιων συμβάσεων της ... Α.Ε. από την ... Α.Ε. Εν μέσω σφοδρών αντιδικιών με την ... Α.Ε., λόγω των ως ανωτέρω ενεργειών της, συμφωνήσαμε πράγματι με εσάς ως βραχυπρόθεσμη και ενδιάμεση λύση την χρηματοδότηση καταβολής τόκων 9,2 εκατ. (Ο/Δ ύψους 11 εκατ.

ευρώ), προκειμένου να προχωρήσουμε στη συνέχεια σε αναδιάρθρωση του Ο/Δ των 300 εκατ. ευρώ, παρέχοντάς σας πολλαπλάσιες εξασφαλίσεις (50 εκατ. ευρώ, ήτοι όλα τα ακίνητα της …). 2. Συμβατικές παραβάσεις. Θυμίζουμε ότι η εταιρεία ... Α.Ε. είχε κατορθώσει να καταβάλει τους οφειλόμενους τόκους μέχρι το 2011, προσβλέποντας στην άμεση ολοκλήρωση της αναχρηματοδότησης, παρόλο που η κρίση είχε ξεκινήσει προ πολλού.

Δεδομένης όμως της πρωτοφανούς έκτασης της οικονομικής κρίσης, της απουσίας ρευστότητας στην αγορά, των πληγμάτων για τον κλάδο την τελευταία 3ετία καθώς και της αντισυμβατικής ζημιογόνου συμπεριφοράς της ... Α.Ε. απέναντι στην ... Α.Ε., στοιχεία τα οποία και εσείς διαπιστώνεται (από την πληθώρα Δικαστικών Αποφάσεων), υπήρξε βεβαίως υστέρηση αποτελεσμάτων με αποτέλεσμα εν τέλει την αδυναμία καταβολής τόκων στις 27.1.2012 και 27.4.2012 και την μη τήρηση δεικτών ...".

Ακολούθως, στην ίδια ως άνω επιστολή της, η πρώτη εφεσίβλητη, δια των εκπροσώπων της, πρότεινε στους ομολογιούχους δανειστές της να δεσμευτεί να πωλήσει τις μετοχές της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας ... σε τρίτο επενδυτή, απόφαση που είχε ήδη ληφθεί, από τον όμιλο το 2010, ή να συμμετάσχει ένας επενδυτής σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ...

ώστε να αναχρηματοδοτηθεί ο όμιλος με νέο χρήμα και να μπορέσει να αποπληρώσει τα δάνεια, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, τα εξής: «...5. ... Η απόφαση του ομίλου, για την πώληση της ... Α.Ε. έχει ληφθεί ήδη από το 2010, στα πλαίσια στρατηγικής της για την μείωση του δανεισμού της και την επικέντρωσή της με τον υπόλοιπο Όμιλο για περαιτέρω ανάπτυξη των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων της.

Οι συνθήκες της αγοράς επιβάλλουν την ευέλικτη προσέγγιση του θέματος προκειμένου για αμοιβαίο όφελος να μην οδηγηθούμε σε εκποίηση της επένδυσης, αλλά να επιτύχουμε την βέλτιστη τιμή είτε με πώληση είτε με είσοδο επενδυτή με προοπτική την περαιτέρω πώληση. Η οριστικοποίηση του ύψους και της διάρθρωσης του δανείου που θα αναλάβει η ...

Α.Ε., είναι ουσιαστικής σημασίας τόσο για την διαμόρφωση της πρότασης προς επενδυτές αλλά και για την περαιτέρω πορεία διαπραγματεύσεων, όπως μας έχει επισημάνει και ο σύμβουλος. Η υπογραφή της συμφωνίας με τον σύμβουλο αποτελεί ουσιαστικό ζήτημα. Η καθυστέρηση της προετοιμασίας δεν είναι άσχετη με την οριστικοποίηση και διαχωρισμό του δανείου που θα αναληφθεί από την ...

Α.Ε., ενώ με τον σύμβουλο συζητείται η εναλλακτική προσέγγιση της διαδικασίας, πώλησης ή εύρεσης επενδυτή όπως υπαγορεύεται από το έντονα αρνητικό επικίνδυνο κλίμα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Με δική μας επιμονή, κατευθύνουμε τον Σύμβουλο για την άμεση πρόκληση υποψηφίων Επενδυτών στο εν λειτουργία ξενοδοχείο ... ...".

Ενόψει της ανωτέρω κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, οι ομολογιούχοι, προκειμένου να παράσχουν νέα περίοδο χάριτος στην πρώτη εφεσίβλητη, δέχθηκαν το 2013 την (πρώτη) αναδιάρθρωση των όρων των δανείων και υπογράφηκε η από 28.6.2013 συμφωνία βασικών όρων αναδιάρθρωσης οφειλών, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 30.11.2013, καθώς και η από 23.12.2013 τροποποίηση του Προγράμματος του Δανείου I και, αντίστοιχα, η από 23.12.2013 τροποποίηση του Προγράμματος του Δανείου II, ως προς το οποίο είχε επίσης περιέλθει σε υπερημερία η πρώτη εφεσίβλητη.

Στην ανωτέρω συμφωνία συνέπραξαν και οι δεύτερη, τέταρτος, πέμπτη, έκτη και έβδομη των εφεσιβλήτων καθώς και ο Κ. Μ., οι οποίοι συνεβλήθησαν ως εγγυητές των ένδικων συμβάσεων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος αυτών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα δάνεια (εκ τρίτου συμβαλλόμενοι), καθώς και οι τρίτη και όγδοη των εφεσιβλήτων (εκ τετάρτου συμβαλλόμενοι).

Με την εν λόγω συμφωνία: 1) η πρώτη εφεσίβλητη αναγνώρισε ότι οφείλει από το Δάνειο I τα εξής ποσά: α) άληκτο κεφάλαιο ποσό 280.000.000 ευρώ, β) ληξιπρόθεσμους τόκους ποσών: 6.361.076,67 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 27.1.2012, πλέον τόκων, 3.146.325 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 27.4.2012, πλέον τόκων, 1.614.543,52 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 27.7.2012, πλέον τόκων, 2.595.000,57 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 29.10.2012, πλέον τόκων, 2.372.296,67 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 29.1.2013, πλέον τόκων, 2.330.149,98 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 29.4.2013, πλέον τόκων, γ) τη δόση κεφαλαίου ποσού 10.000.000 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 27.4.2012, πλέον τόκων, δ) τη δόση κεφαλαίου ποσού 10.000.000 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 29.4.2013, πλέον τόκων, αναφορικά, δε, με το Δάνειο II, αναγνώρισε ότι, ήδη από τις 28.2.2012, το συνολικό κεφάλαιο αυτού εκ ποσού 9.226.357 ευρώ, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθώς και ότι οφείλει, επίσης, τους ληξιπρόθεσμους τόκων ποσών 275.046,16 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι 28.2.2012, 247.634,91 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 28.8.2012 και 215.224,25 ευρώ, που ήταν καταβλητέοι στις 28.2.2013.

Επιπλέον, με την εν λόγω συμφωνία προβλέφθηκαν και τα εξής: (ι) η παροχή πίστωσης χρόνου προς την πρώτη εφεσίβλητη, με τη μετάθεση του χρόνου αποπληρωμής κεφαλαίου και τόκων και τη συμφωνία συγκεκριμένων ημερομηνιών καταβολής των δόσεων και δη: α) ως προς το Δάνειο I, προβλέφθηκε η αποπληρωμή του δανείου σε 16 έντοκες δόσεις αρχής γενομένης από τις 30.6.2015 και έως τις 27.4.2022, και β) ως προς το Δάνειο ii, προβλέφθηκε η αποπληρωμή του δάνειου (ήδη ληξιπρόθεσμου) σε οκτώ έντοκες δόσεις, αρχής γενομένης στις 31.12.2013 και έως τις 30.6.2017 και (ιι) διατηρήθηκε το δικαίωμα καταγγελίας των δανείων λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών (όρος 6).

Επιπλέον, με την από 23.12.2013 τροποποίηση του Προγράμματος του Δανείου I, οι πρώτη, τρίτη και τέταρτος των εφεσιβλήτων (ως οι βασικοί μέτοχοι της ...) καθώς και η δεύτερη των εφεσιβλήτων (...) δεσμεύθηκαν ότι "μέχρι την 31.12.2015, θα προβούν σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την αξιοποίηση/πώληση της ... με οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτο επενδυτή.

Η σύναψη και υλοποίηση κάθε είδους συμφωνίας με οποιονδήποτε τρίτο επενδυτή προϋποθέτει την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της Αυξημένης Πλειοψηφίας των Ομολογιούχων, ήτοι του 95% του ανεξόφλητου υπολοίπου του Δανείου" (όρος 9.02.19) ενώ οι πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητη ανέλαβαν τη υποχρέωση "να ενημερώνουν άμεσα όλους τους Ομολογιούχους σχετικά με οποιοδήποτε γεγονός αφορά στην έννομη σχέση τους με την ...

ΑΕ, τη Σύμβαση Παραχώρησης, την υλοποίηση της επένδυσης και την πορεία των δικαστικών υποθέσεων όπως αναφέρονται στον Όρο 8(ιε) του παρόντος".

Εξάλλου, στο προοίμιο της ανωτέρω σύμβασης αναδιάρθρωσης διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής (σελ. 3 σύμβασης): "Γ. Ο Εκδότης δηλώνει ότι αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και βρίσκεται, κατά δήλωσή του, σε αδυναμία εμπρόθεσμης αποπληρωμής των ανωτέρω Δανείων I και ΙΙ, λόγω των προκληθεισών υπέρογκων ζημιών (ευρώ 114 εκ. και ευρώ 285 εκ. - διαιτητική απόφαση 32/2011 σελ. 144-145) στην θυγατρική εταιρεία ... Α.Ε., εξαιτίας της συνεχούς αθέτησης ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της ... Α.Ε. σε συνδυασμό με τις πρωτοφανείς αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Επίσης, ο Εκδότης δηλώνει ότι είναι εφικτή η συνέχιση της λειτουργίας του, αλλά και των θυγατρικών του εταιρειών, προς όφελος όλων των πιστωτών του, υπό την προϋπόθεση της γενικότερης ρύθμισης των οφειλών του.

Δ. Οι Ομολογιούχοι, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Εκδότη, βασιζόμενοι στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις του Εκδότη και των Εγγυητών, οι οποίες τυγχάνουν δικαιοπρακτικό θεμέλιο της παρούσας σύμβασης, αποδέχθηκαν να συνάψουν την παρούσα προκειμένου να συμφωνηθούν οι βασικοί όροι της ρύθμισης/αναδιάρθρωσης των οφειλών του Εκδότη, αλλά και οι όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρήσουν ο Εκδότης, οι Εγγυητές και οι εκ τετάρτου συμβαλλόμενοι, έτσι ώστε να υλοποιηθεί η αναδιάρθρωση".

Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, υπό στοιχ. Γ του προοιμίου, που συνιστούν δηλώσεις της πρώτης εφεσίβλητης αναφορικά με: α) τους, κατά την δική της θέση, λόγους που την οδήγησαν στην υπερημερία οφειλέτη ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τα Δάνεια I και II και συνίστανται σε έλλειψη ρευστότητας εξαιτίας:

αα) της συνεχούς αθέτησης ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της ... Α.Ε και αβ) των πρωτοφανών, όπως χαρακτηρίζει η ίδια, αρνητικών συνεπειών της οικονομικής κρίσης και β) τη δυνατότητα τόσο της ίδιας όσο και των θυγατρικών της εταιρειών να συνεχίσουν τη λειτουργία τους προς όφελος των πιστωτών τους, υπό την προϋπόθεση της γενικότερης ρύθμισης των οφειλών τους.

Εξάλλου, από το ίδιο το κείμενο της ανωτέρω σύμβασης αναδιάρθρωσης ουδόλως προκύπτει ότι οι ομολογιούχοι αποδέχθηκαν ως βάσιμες τις ανωτέρω δηλώσεις, πολλώ δε μάλλον ουδόλως αποδεικνύεται ότι αυτές αποτέλεσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο δικαιοπρακτικό θεμέλιο της ένδικης σύμβασης, υπό την έννοια που αποδίδεται σε αυτό κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη (υπό στοιχ.

VIII.3) καθόσον: α) ουδόλως εξαρτήθηκε το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων των ομολογιούχων και, επιπλέον, το δικαίωμα των τελευταίων να καταγγείλουν τα ένδικα ομολογιακά δάνεια από την αντιδικία των εφεσίβλητων με την ... Α.Ε. ή από τη συνέχιση ή μη της οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε, εάν τυχόν ανατρεπόταν, να οδηγούσε σε αναπροσαρμογή της συμφωνίας αναδιάρθρωσης και β) ουδόλως συσχετίσθηκαν με οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση των εφεσιβλήτων είτε υπό τη μορφή αναβλητικής αίρεσης αυτών είτε υπό τη μορφή αδυναμίας ικανοποιήσεων των συμβατικών δικαιωμάτων των ομολογιούχων μέχρι την επίλυση των ανωτέρω ζητημάτων.

Αντίθετα, η εν λόγω σύμβαση αναδιάρθρωσης δηλώνει αποκλειστικά τη βούληση των ομολογιούχων να παράσχουν, στο πλαίσιο της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των συναλλασσόμενων και της ρητής διαβεβαίωσης της πρώτης εφεσίβλητης ότι είναι βιώσιμο το ένδικο χρέος, στήριξη για ακόμη μια φορά της επιχειρηματικής δράσης της πρώτης εφεσίβλητης, βασιζόμενοι (οι ομολογιούχοι) "στο από 1/3/2013 Επιχειρηματικό Σχέδιο του Εκδότη και μεταξύ άλλων στη δέσμευση του Εκδότη ότι θα προβεί σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την πώληση και την εν γένει επενδυτική αξιοποίηση της ...

ΑΕ μέχρι την 31/12/2015, έτσι ώστε να εισρεύσουν στον Εκδότη νέα κεφάλαια" όπως ρητώς συνομολογείτε" στο προοίμιο (υπό στοιχείο Γ) της από 31.3.2016 συμφωνίας αναδιάρθρωσης οφειλών, που επακολούθησε κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, έτσι ώστε το ίδιο το κείμενο των συμβάσεων να αίρει οποιαδήποτε αμφισβήτηση υφίσταται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τον δικαιολογητικό λόγο των συμβάσεων αναδιάρθρωσης.

Μάλιστα, συνεχίζοντας οι ίδιοι συμβαλλόμενοι συναποδέχονται ότι "Για τον λόγο αυτό ο Εκδότης ανέλαβε σχετική υποχρέωση έναντι των Ομολογιούχων σύμφωνα με τον Όρο 9.02.18 του Δανείου I και το άρθρο 3.2 του από 23/1/2013 Συμφωνητικού Ρύθμισης Οφειλής του Δανείου II. Για τον ίδιο λόγο το ποσό της δεύτερης δόσης κεφαλαίου του Δανείου I που ήταν καταβλητέα την 31/12/2015 καθορίστηκε στο ποσό των 61.000.000 ευρώ" (υπό στοιχ.

Γ προοιμίου της από 31.3.2016 συμφωνίας αναδιάρθρωσης). Το γεγονός, μάλιστα, ότι η πρώτη εφεσίβλητη υπέδειξε την πώληση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της ... (...) προς απομείωση του τραπεζικού της δανεισμού, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δύο ΚΟΔ, προκύπτει και από τις από 10.5.2012, 20.6.2012, 29.10.2012 και 14.2.2013 επιστολές των εφεσιβλήτων, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εκκαλούσες, οι οποίες προηγήθηκαν των δύο συμβάσεων αναδιάρθρωσης.

Προς τούτο, δε, και οι δύο συμφωνίες αναδιάρθρωσης (ήτοι η προαναφερόμενη καθώς και η από 31.3.2016 που ακολούθησε, σύμφωνα με όσα κατωτέρω θα αναφερθούν) προβλέπουν ως συμβατικό όρο χρονική περίοδο για την ολοκλήρωση της αξιοποίησης της ... έως 31.12.2015 η από 28.6.2013 συμφωνία (σελ. 7) και έως 29.12.2017 η από 31.3.2016 συμφωνία (σελ. 7,10,11).

Μάλιστα, στην από 21.11.2011 επιστολή της, η πρώτη εφεσίβλητη δηλώνει εκ νέου ρητά ότι παραμένει η απόφαση των μετόχων της για εύρεση επενδυτή ή και αγοραστή για την ... το συντομότερο δυνατόν και με ορίζοντα το πολύ τριών ετών. Αντιθέτως, η σχετική δήλωση των ομολογιούχων ότι προχώρησαν «... βασιζόμενοι στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις του Εκδότη και των Εγγυητών, οι οποίες τυγχάνουν δικαιοπρακτικό θεμέλιο της παρούσας σύμβασης", ως διαλαμβάνεται υπό στοιχείο Δ' προοιμίου της από 28.6.2013 συμφωνίας αναδιάρθρωσης, ουδόλως αφορά την δήλωση της προηγούμενης παραγράφου (υπό στοιχείο Γ, η οποία αφορά, ως διαλαμβάνεται ρητά, "στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις", ήτοι στις δηλώσεις της συμφωνίας αναδιάρθρωσης και όχι του προοιμίου αυτής, αλλιώς θα χρησιμοποιούσε τους όρους "του προοιμίου" ή "της προηγούμενης παραγράφου»), αλλά αφορά στις δηλώσεις του κειμένου αυτής με αριθμό 4 που φέρουν τίτλο "ΔΗΛΩΣΕΙΣ & ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ".

Περαιτέρω, αναφορικά με την πολυετή (από το 2005 και μη εισέτι- κατά το χρόνο της συζήτησης της έφεσης- λήξασα) δικαστική αντιδικία μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και της ... ΑΕ πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Έπειτα από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε με την απόφαση ...1998 του Υπουργού Ανάπτυξης, όπως επαναλήφθηκε με την απόφαση ...1998 του ιδίου Υπουργού, και διεξήχθη στις ....1998, με αντικείμενο την παραχώρηση της χρήσης και την εκμετάλλευση προς τουριστική αξιοποίηση έκτασης 241,12 στρεμμάτων στην περιοχή του Λαγονησίου Αττικής (εκ των οποίων 198,8 στρέμματα ανήκαν στην κυριότητα του ΕΟΤ, ήδη ..., ενώ τα 42,32 στρέμματα αποτελούσαν αιγιαλό, διαχωριζόμενα από τον ΕΟΤ, ήδη από την ...), με το υφιστάμενο σε αυτή ξενοδοχειακό συγκρότημα, ανακηρύχθηκε πλειοδότρια η κοινοπραξία των εταιρειών "...

Α.Ε." και "... Α.Ε.", οι οποίες (κοινοπρακτούσες εταιρείες), ακολούθως, συνέστησαν την δεύτερη εφεσίβλητη ... Α.Ε, η οποία ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απέρρεαν από την κατακύρωση του διαγωνισμού, με σκοπό να υλοποιήσει την επένδυση στην παραχωρηθείσα έκταση. Ακολούθως, μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και του ΕΟΤ καταρτίστηκε η νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. ....1999 σύμβαση μίσθωσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Μ.

Π. - Δ., δια της οποίας παραχωρήθηκε στην ανωτέρω δεύτερη εφεσίβλητη, η χρήση και εκμετάλλευση της ανωτέρω έκτασης προς τουριστική αξιοποίηση για διάστημα σαράντα ετών. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ο ΕΟΤ υποκαταστάθηκε στην εν λόγω σύμβαση, ως προς όλα τα απορρέοντα από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας του ΕΟΤ", η οποία συστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2636/1998 και μετονομάσθηκε αρχικά σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." (άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2873/2000) και ακολούθως σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", συγχωνευθείσας, τελικώς, κατ' άρθρο 14Β του ν. 3429/2005, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4002/2011, σε συνδ.

με την ΚΥΑ Δ6Α/1162069/ΕΞ/2011 (ΦΕΚ Β' 2779/2012), με άλλες εταιρείες και μετονομασθείσας σε "Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου" (... Α.Ε.). Λόγω προβλημάτων που ανέκυψαν στην πορεία και παρακώλυαν την αξιοποίηση του ακινήτου, η αρχική σύμβαση τροποποιήθηκε και επικαιροποιήθηκε με την νομίμως μεταγραφείσα, υπ' αριθμ. ....2003 σύμβαση της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Δ., δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, η παραχώρηση στην μισθώτρια της ακώλυτης χρήσης ακάλυπτης εδαφικής έκτασης, παρακείμενης και σε επαφή με την έκταση του μισθίου της αρχικής σύμβασης και του έμπροσθεν της έκτασης αυτής αιγιαλού, συνολικού εμβαδού 85.195 τ.μ., καθώς και η κατασκευή από αυτήν τουριστικών υποδομών στα μίσθια με δικές της δαπάνες και με σχέδιο προϋπολογισμού ποσού 111.114.000 ευρώ.

Σε εκτέλεση της ως άνω τροποποιητικής σύμβασης, καταρτίστηκε ακολούθως η υπ' αριθμ. ....2003 συμπληρωματική μισθωτική σύμβαση ακινήτου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών. Παρά ταύτα, η ... δεν τήρησε τις απορρέουσες από τις ανωτέρω συμβάσεις υποχρεώσεις και επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, μη υφιστάμενα ως αποδείχθηκε δικαιώματα του Δήμου Καλυβίων στην εκμισθωθείσα παρακείμενη έκταση, αρνήθηκε να την παραδώσει στην δεύτερη εφεσίβλητη, γεγονός που μεταξύ άλλων συμβατικών παραβιάσεων της ...

αναφορικά με τη διόρθωση σφαλμάτων ως προς την οριοθέτηση της γραμμής αιγιαλού, την τακτοποίηση πολεοδομικών αυθαιρεσιών και την άρνηση εφαρμογής του ν. 2160/1993, καθιστούσε αδύνατη την υλοποίηση της εν λόγω επένδυσης. Κατόπιν τούτου, η τελευταία (δεύτερη εφεσίβλητη) προσέφυγε το 2005 στο συμβατικώς καθορισθέν (άρθρο 25 αρχικής σύμβασης) Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθμ. 4/2006 απόφασή του υποχρέωσε την ...

να παραδώσει στην ... την ακώλυτη χρήση της ως άνω έκτασης και να συμπράξει σε κάθε αναγκαία προς επίτευξη της επένδυσης ενέργεια. Πλην όμως η αντιδικία των ανωτέρω δεν τελείωσε και η δεύτερη εφεσίβλητη προσέφυγε εκ νέου στο αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε υπέρ της και τις υπ' αριθμ. 52/2010, 32/2011 και 43/2011 αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίστηκε το κύρος των οικείων συμβάσεων μίσθωσης (αρχική, τροποποιητική και συμπληρωματική) και επιδικάστηκε (με την 52/2010) αποζημίωση υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης ποσού 10.034.879 ευρώ (ως διαφυγόντα κέρδη αυτής, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ...

ΑΕ). Οι αποφάσεις αυτές ανατράπηκαν ακολούθως στο Εφετείο Αθηνών (μη υφιστάμενες, συνεπώς, κατά το χρόνο της σύναψης της πρώτης σύμβασης αναδιάρθρωσης το 2013), με τις υπ' αριθμ. 4208/2013 (ως προς την υπ' αριθμ. 4/2006 Δ.Α.), 4218/2013 (ως προς την υπ' αριθμ. 52/2010 Δ.Α.), 461/2013 (ως προς την υπ' αριθμ. 32/2011 Δ.Α.) και 462/2013 (ως προς την υπ' αριθμ. 43/2011 Δ.Α.) και ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεων αναιρέσεως, στις οποίες παρενέβησαν και οι ομολογιούχοι υπέρ των ήδη εφεσιβλήτων, αναιρέθηκαν με τις υπ' αριθμ. 1568/2014, 1569/2014, 1579/2014 και 1578/2014 αποφάσεις του Άρειου Πάγου και παραπέμφθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) προκειμένου να εκδικαστούν εκ νέου.

Τελικώς, η αντιδικία των ανωτέρω εκ των προαναφερόμενων αποφάσεων έληξε το 2018 με την αμετάκλητη δικαίωση της δεύτερης εφεσίβλητης κατόπιν έκδοσης των υπ' αριθμ. 354 έως και 361/2018 αποφάσεων του Άρειου Πάγου, που επικύρωσαν τις υπ' αριθμ. 495/2016, 496/2016, 497/2016 και 498/2016 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν κατόπιν παραπομπής των υποθέσεων από τον Άρειο Πάγο.

Το 2018 ξεκίνησε νέα περίοδος αποζημιωτικών αγωγών, με την άσκηση προσφυγών - αγωγών από τις τρεις πρώτες των εφεσιβλήτων ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε, κατά το χρονικό διάστημα από 19.9.2019 έως 17.1.2020 (ήτοι μετά τις επίδικες καταγγελίες των ΚΟΔ, που έλαβαν χώρα στις 28.3.2019), τις υπ' αριθμ. 20/2019, 24/2019, 28/2019, 1/2020 και 2/2020 αποφάσεις που δικαίωσαν τις ανωτέρω προσφεύγουσες, επιδικάζοντας διάφορα χρηματικά ποσά σε βάρος της ...

Α.Ε., χωρίς ωστόσο μέχρι την συζήτηση της έφεσης να έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό εξ αυτών στις εφεσίβλητες και χωρίς οι τελευταίες να έχουν προβεί σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης αυτών, ενώ ήδη εκκρεμούν αγωγές ακύρωσής τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Επιπλέον, ταυτόχρονα με την κατάρτιση της ανωτέρω από 28.6.2013 συμφωνίας αναδιάρθρωσης, δόθηκαν πρόσθετες εγγυήσεις στους ομολογιούχους που συνίσταντο σε εταιρική εγγύηση των δεύτερης (η οποία ούτως κατέστη το πρώτον εγγυήτρια του δανείου της πρώτης εφεσίβλητης), έκτης και έβδομης των εφεσιβλήτων, προσωπική εγγύηση του τετάρτου αυτών ποσού 15.000.000 ευρώ, προσημείωση υποθήκης επί του ξενοδοχείου ...

για ποσό 3.500.000 ευρώ, προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου στην ... στο Ηράκλειο Κρήτης για ποσό 2.810.000 ευρώ και τέλος σύσταση ενεχύρου πρώτης τάξεως επί ποσοστό 80% των απαιτήσεων της δεύτερης εφεσίβλητης που απορρέουν ή θα απορρεύσουν από τη σύμβαση παραχώρησης με την ..., αναφορικά με την επένδυση στο Λαγονήσι, και τις υπ' αριθμ. 4/2006, 32/2011 και 43/2011 διαιτητικές αποφάσεις καθώς και τις τυχόν εκδοθησόμενες στο μέλλον διαιτητικές αποφάσεις.

Για το εν λόγω ενέχυρο καταρτίστηκε εν συνεχεία και η από 18.2.2014 σύμβαση ενεχυρίασης απαιτήσεων, η οποία επιδόθηκε από τους ομολογιούχους στην ... Α.Ε., συνταχθείσας προς τούτο της από 7.11.2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Δ. Κ.. Με τα άρθρα 6.02 και 6.03 της ανωτέρω 18.2.2014 σύμβασης ενεχυρίασης προβλέφθηκαν τα εξής: "6.02.

Ο Ενεχυράζων αναλαμβάνει να ενημερώνει άμεσα τον Εκπρόσωπο των Ομολογιούχων σχετικά με την εξέλιξη των ανωτέρω εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, και εν γένει οποιοδήποτε γεγονός αφορά στην έννομη σχέση με την ... ΑΕ, τη Σύμβαση Παραχώρησης και την υλοποίηση της επένδυσης. 6.03.... Ο Ενεχυράζων αναγνωρίζει επίσης ότι δεν θα έχει το δικαίωμα να καταργήσει ή μειώσει με οποιονδήποτε τρόπο τις Ενεχυραζόμενες Απαιτήσεις και εν γένει αναλαμβάνει την υποχρέωση να απέχει από πράξεις ή παραλείψεις που ενδέχεται να βλάψουν τα συμφέροντα των Ομολογιούχων.

Περαιτέρω, ρητά συμφωνείται ότι για την τροποποίηση των όρων της Σύμβασης Παραχώρησης, τη σύναψη νέας συμφωνίας με αντικείμενο τις Ενεχυραζόμενες Ενεχυράζοντα στη διαιτησία με Ενεχυραζόμενων Απαιτήσεων ή Παραχώρησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της Πλειοψηφίας των Ομολογιούχων", ενώ με το άρθρο 7 αυτής προβλέφθηκε ότι "Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στον Εκπρόσωπο των Ομολογιούχων αμέλεια για την οποιονδήποτε λόγο και αιτία καθυστέρηση εισπράξεως ή για τη μη είσπραξη των άσκηση του Ενεχυραζόμενων ή μεταβολή του δικαιώματος αυτού και ο Εκπρόσωπος των Ομολογιούχων ουδόλως κωλύεται λόγω του παρόντος ενεχύρου ν' ασκήσει οποτεδήποτε κατά των υπόχρεων όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αναγκαστική είσπραξη των ασφαλιζόμενων κατά τα ανωτέρω απαιτήσεων τους, γεγονός που καθιστά σαφές ότι τα μέρη δεν επιδίωξαν την ικανοποίηση των ΚΟΔ αποκλειστικά μέσω των ως άνω απροσδιόριστων απαιτήσεων της δεύτερης εφεσίβλητης κατά της ... Α.Ε.

Εξάλλου, παρά την κατά τα ανωτέρω συμφωνία αναδιάρθρωσης των δανείων, η οικονομική κατάσταση της πρώτης εφεσίβλητης - εκδότριας των ΚΟΔ συνέχισε να επιδεινώνεται, κλείνοντας τη χρήση του 2015 με νέες ζημιές της τάξης των 6.749.810,07 ευρώ, μη δυνάμενη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τα ένδικα ΚΟΔ, όπως η οφειλή της είχε ήδη αναδιαρθρωθεί προς όφελος της κατά τα ανωτέρω.

Ήδη δε, τον Δεκέμβριο 2015 περιήλθε εκ νέου σε αδυναμία πληρωμής οφειλών της, μην καταβάλλοντας την συμφωνηθείσα δόση 61.000.000 ευρώ (που είχε διαβεβαιώσει ότι θα κατέβαλε μετά την πώληση του ... που θα είχε ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της, μέχρι το τέλος του 2015, ενώ εισέτι δεν είχε ολοκληρωθεί καν η εξεύρεση τρίτου επενδυτή και η είσοδος του στην δεύτερη εφεσίβλητη) και συμβατικούς τόκους ποσού 6.341.663,74 ευρώ (βλ.

όρο 1.01.01 της από 31.3.2016 συμφωνίας αναδιάρθρωσης). Ούτως, η τελευταία (πρώτη εφεσίβλητη) κατόπιν επαφών της με τους ομολογιούχους που είχε ήδη ξεκινήσει, τους απέστειλε στις 2.12.2015 επιστολή της, με την οποία ζητούσε νέα πίστωση χρόνου με χορήγηση περιόδου χάριτος ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου του Δανείου I, και τη μείωση του περιθωρίου του επιτοκίου, επικαλούμενη την αδυναμία της να ανταποκριθεί στην καταβολή των τόκων με το συμφωνημένο επιτόκιο καθώς και την ανάγκη της για εξασφάλιση ρευστότητας προς κάλυψη δαπανών του κεφαλαίου που απαιτούνταν για την υλοποίηση των εργασιών ανακαίνισης/αναβάθμισης στα ξενοδοχεία της στην … και στο ....

Κατόπιν τούτων, οι ομολογιούχοι δέχθηκαν να μην προχωρήσουν στην καταγγελία των ένδικων ΚΟΔ και ούτως στις 31.3.2016 συνήφθη μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και των ομολογιούχων δανειστών της, πλην του τετάρτου των εκκαλούντων Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, νέα συμφωνία αναδιάρθρωσης οφειλών, στην οποία συνέπραξαν και οι δεύτερη, τέταρτος, πέμπτη, έκτη και έβδομη των εφεσιβλήτων, ως εγγυητές των ένδικων συμβάσεων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος αυτών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα δάνεια (εκ τρίτου συμβαλλόμενοι), καθώς και οι τρίτη και όγδοη των εφεσιβλήτων (εκ τετάρτου συμβαλλόμενοι), νέα συμφωνία βασικών όρων αναδιάρθρωσης οφειλών, στο προοίμιο της οποίας διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Γ.

Η από 23/12/2013 αναδιάρθρωση των οφειλών του Εκδότη προς τους Ομολογιούχους που απέρρεαν από το Δάνειο I και Δάνειο II ... βασίστηκε στο από 1/3/2013 Επιχειρηματικό Σχέδιο του Εκδότη και μεταξύ άλλων στη δέσμευση του Εκδότη ότι θα προβεί σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την πώληση και εν γένει επενδυτική αξιοποίηση της ...

ΑΕ μέχρι την 31/12/2015, έτσι ώστε να εισρεύσουν στον Εκδότη νέα κεφάλαια. Για τον λόγο αυτό ο Εκδότης ανέλαβε σχετική υποχρέωση έναντι των Ομολόγων σύμφωνα με τον Όρο 9.02.18 του Δανείου I και το άρθρο 3.2 του από 23/12/2013 Συμφωνητικού Ρύθμισης Οφειλής του Δανείου II ... Δ. Ο Εκδότης δηλώνει ότι λόγω της αντιδικίας της ...

ΑΕ με την ... ΑΕ που αφορά στη σύμβαση παραχώρησης της έκτασης στο Λαγονήσι, επί της οποίας βρίσκεται το ξενοδοχειακό συγκρότημα ..., δεν έχει καταστεί μέχρι σήμερα δυνατή η αξιοποίηση της ... ΑΕ. Ωστόσο ο Εκδότης και η ... ΑΕ εκτιμούν ότι η αντιδικία μεταξύ της ... ΑΕ και της ... ΑΕ αναφορικά με την εγκυρότητα της δεύτερης τροποποιητικής σύμβασης και της συμπληρωματικής σύμβασης πρόκειται να λήξει οριστικά εντός διετίας και ειδικότερα μετά την έκδοση των με αριθμούς 495/2016, 496/2016, 497/2016 και 498/2016 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών μετά την αναπομπή σε αυτό των υποθέσεων με αναιρετικές αποφάσεις του Άρειου Πάγου.

Ο Εκδότης επίσης δηλώνει ότι λόγω της ανωτέρω περιγραφείσας διαφοράς, σε συνδυασμό με την υστέρηση εσόδων των εταιρειών του Ομίλου από την εκμετάλλευση των ξενοδοχείων προκύπτει αδυναμία του Εκδότη να ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Δάνειο I, το Δάνειο II καθώς και τους ρυθμισθέντες τόκους του Δανείου I με βάση τους όρους που συμφωνήθηκαν την 23/12/2013.

Παράλληλα ο Εκδότης δηλώνει στους Ομολογιούχους ότι συνεπεία των ανωτέρω έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο το από 1/3/2013 επιχειρηματικό πλάνο του, στο οποίο βασίστηκε η από 23/12/2013 αναδιάρθρωση οφειλών του Δανείου I και του Δανείου II. Για το λόγο αυτό ο Εκδότης ζήτησε από τους Ομολογιούχους την τροποποίηση των όρων αποπληρωμής του Δανείου I, του Δανείου II καθώς και της ρυθμισθείσας οφειλής τόκων.

Ο Εκδότης ζήτησε επίσης από τους Ομολογιούχους να του χορηγηθεί η δυνατότητα διενέργειας επενδύσεων στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα ... και ... στον Αγ. Νικόλαο Κρήτης καθώς και στο ... στην Αθήνα, προκειμένου αυτά να αναβαθμιστούν/ ανακαινιστούν και να αυξηθούν τα έσοδά τους. Ε. Οι Ομολογιούχοι που συμβάλλονται στην παρούσα και οι οποίοι συμμετέχουν στο κεφάλαιο και των δύο δανείων με ποσοστό 96,67%, μετά το ανωτέρω αίτημα του Εκδότη, βασιζόμενοι στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις του Εκδότη και των Εγγυητών, οι οποίες τυγχάνουν δικαιοπρακτικό θεμέλιο της παρούσας σύμβασης, καθώς και στο από 3/2/2016 επικαιροποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο του Εκδότη, αποδέχθηκαν να συνάψουν την παρούσα προκειμένου να συμφωνηθούν οι βασικοί όροι για την εκ νέου ρύθμιση/ αναδιάρθρωση των οφειλών του Εκδότη, αλλά και οι όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρήσουν ο Εκδότης, οι Εγγυητές και οι εκ τετάρτου συμβαλλόμενοι, έτσι ώστε να υλοποιηθεί η εκ νέου σκοπούμενη αναδιάρθρωση των οφειλών που απορρέουν από το Δάνειο I και το Δάνειο II. ...".

Και στην προκειμένη συμφωνία, για όσους λόγους ειδικά διαλαμβάνονται ανωτέρω (στην πρώτη από 28.6.2013 συμφωνία αναδιάρθρωσης οφειλής), η σχετική δήλωση των ομολογιούχων ότι προχώρησαν «... βασιζόμενοι στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις του Εκδότη και των Εγγυητών, οι οποίες τυγχάνουν δικαιοπρακτικό θεμέλιο της παρούσας σύμβασης", ουδόλως αφορά την δήλωση της προηγούμενης παραγράφου (υπό στοιχείο Γ, η οποία αφορά, ως διαλαμβάνεται ρητά, "στις περιεχόμενες στην παρούσα δηλώσεις", ήτοι στις δηλώσεις της συμφωνίας αναδιάρθρωσης και όχι του προοιμίου αυτής, αλλιώς θα χρησιμοποιούσε τους όρους "του προοιμίου" ή "της προηγούμενης παραγράφου»), αλλά αφορά στις δηλώσεις του κειμένου αυτής με αριθμό 4 που φέρουν τίτλο "ΔΗΛΩΣΕΙΣ & ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ".

Με την ανωτέρω συμφωνία, όπως προκύπτει από το κείμενο αυτής, οι ομολογιούχοι δέχθηκαν εκ νέου την αναδιάρθρωση των ΚΟΔ ώστε η πρώτη εφεσίβλητη να βρει επενδυτή για την δεύτερη εφεσίβλητη, μεταθέτοντας την αποπληρωμή των απλήρωτων δόσεων μέχρι τις 31.12.2017. Ειδικότερα, με την από 31.3.2016 συμφωνία χορηγήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη περίοδος χάριτος δύο ετών για την αποπληρωμή της ληξιπρόθεσμης δόσης κεφαλαίου ποσού 61.000.000 ευρώ, η οποία με βάση τον ισχύοντα όρο της 4.01 του Δανείου I ήταν πληρωτέα στις 31.12.2015, καθώς και για την αποπληρωμή των δόσεων κεφαλαίου συνολικού ποσού 6.500.000 ευρώ, οι οποίες σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο του Δανείου I ήταν πληρωτέες στις 30.6.2016, 30.12.2016 και 30.6.2017.

Το ποσό των δόσεων αυτών συμφωνήθηκε να καταβληθεί μαζί με την δόση που ήταν καταβλητέα στις 29.12.2017 (όρος 2.01.01 της ανωτέρω σύμβασης). Η συγκεκριμένη συμφωνία, όπως και η πρώτη συμφωνία αναδιάρθρωσης, προέβλεπαν την καταβολή συγκεκριμένων δόσεων σε δήλες ημερομηνίες και επίσης προέβλεπαν το δικαίωμα της καταγγελίας σε περίπτωση άπρακτης παρόδου των συγκεκριμένων προθεσμιών (ληξιπρόθεσμες οφειλές), χωρίς αυτή να εξαρτάται από έτερα γεγονότα και δη από την αντιδικία της δεύτερης εφεσίβλητης με την ...

ΑΕ, η οποία, ως προς το σκέλος των αποζημιωτικών αγωγών, δεν είχε εισέτι ξεκινήσει (ξεκίνησε κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα το 2018), ενώ ως προς το πρώτο σκέλος (της εγκυρότητας των συμβάσεων μίσθωσης του δημοσίου ακινήτου) δεν είχε εισέτι λήξει (η αντιδικία περατώθηκε το 2018 κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα).

Πλην όμως, και μετά την κατά τα ανωτέρω αναδιάρθρωση, η πρώτη εφεσίβλητη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τα δύο ΚΟΔ, οι δε ζημιές της, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της 31.12.2017, ανήλθαν σε 13.059.895,96 ευρώ, με αποτέλεσμα, στις 31.12.2017, η πρώτη εφεσίβλητη να μην καταβάλει την συμφωνηθείσα δόση των 70.000.000 ευρώ, ενώ δεν είχε εξεύρει καν επενδυτή για την δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία.

Εξάλλου, η πρώτη εφεσίβλητη ήδη από τον Μάρτιο 2017, με την από 14.3.2017 επιστολή της προς τους ομολογιούχους, είχε ζητήσει νέα τριετή παράταση (μέχρι το 2020), επικαλούμενη και πάλι ότι απαιτείται επιπλέον χρόνος να ολοκληρώσει τις επενδύσεις (εργασίες αναβάθμισης) στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα ... και ... στον Αγ. Νικόλαο Κρήτης καθώς και στο ..., επαναλαμβάνοντας ότι εντός του 2017 θα έληγε και η αντιδικία σχετικά με το κύρος των συμβατικών σχέσεων με την ....

Πλην όμως, οι ομολογιούχοι, δοθέντος ότι η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε τηρήσει πλείστες συμβατικές της υποχρεώσεις, της δήλωσαν με την από 25.5.2017 επιστολή τους ότι «... δεν δικαιολογείται υπό τις παρούσες συνθήκες νέα τροποποίηση των όρων των δανείων και οι Ομολογιούχοι δεν είναι σε θέση να εξετάσουν το αίτημά σας, συνεπώς η εταιρεία σας θα πρέπει να προβεί στις ενέργειες, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, που θα της εξασφαλίσουν τη δυνατότητα καταβολής του προβλεπόμενου από τα ανωτέρω δάνεια ποσού στις 31/12/2017".

Μετά ταύτα, η πρώτη εφεσίβλητη επανήλθε, αιτούμενη, με την από 14.6.2017 επιστολή της, διετή παράταση αποπληρωμής των υποχρεώσεών της, ήτοι μέχρι το τέλος 2019. Καθ' όλο το ανωτέρω διάστημα, οι ομολογιούχοι δήλωσαν επανειλημμένως ότι ήταν διατεθειμένοι να συναινέσουν σε συμφωνία για αναστολή της επιδίωξης είσπραξης των ΚΟΔ (standstill agreement), υπό την προϋπόθεση ότι η πρώτη εφεσίβλητη θα προέβαινε στην υλοποίηση των λοιπών δεσμεύσεων που είχε ήδη αναλάβει σε αυστηρά καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.

Ούτως, με την από 26.10.2017 επιστολή τους κάλεσαν την πρώτη εφεσίβλητη να αποδεχθεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με την αποπληρωμή των δανείων το αργότερο μέχρι τις 12.3.2018. Η πρόταση αυτή περιλάμβανε την επίδειξη ανοχής εκ μέρους των ομολογιούχων υπό όρους και προϋποθέσεις που περιλάμβαναν μειωμένες καταβολές, έναρξη συντονισμένης διαδικασίας για την πώληση της δεύτερης εφεσίβλητης και ορισμό χρηματοοικονομικού συμβούλου για τη λειτουργική και δανειακή αναδιάρθρωση του ομίλου ..., έτσι ώστε να καταστεί βιώσιμο το χρέος του που ήδη ανερχόταν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Τον Δεκέμβριο 2017, με την από 19.12.2017 επιστολή τους, οι ομολογιούχοι αναπροσάρμοσαν την πρότασή τους, τονίζοντας ότι η απαιτούμενη κεφαλαιακή ενίσχυση για την καταβολή των δόσεων και την μείωση των δανείων μπορούσε να προέλθει και από άλλα περιουσιακά στοιχεία και όχι απαραιτήτως από την πώληση της δεύτερης εφεσίβλητης, όπως είχαν προτείνει οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι.

Πλην όμως οι εν λόγω συνομιλίες δεν ευοδώθηκαν, καθόσον η πρώτη εφεσίβλητη δεν αποδέχθηκε τις ανωτέρω προτάσεις των ομολογιούχων, ούτε δε αντιπρότεινε ρεαλιστική λύση, και ούτως παρήλθε η 31.12.2017 χωρίς να καταβάλει την δόση των 71.000.000 ευρώ, με αποτέλεσμα την 1.1.2018 να ενεργοποιηθεί εκ νέου το συμβατικό δικαίωμα των εκκαλουσών για καταγγελία των ένδικων δανείων, το οποίο ρητά δήλωναν οι ομολογιούχοι με επιστολές τους προς την πρώτη εφεσίβλητη, επιφυλασσόμενοι να το ασκήσουν εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που είχαν θέσει.

Ενδεικτική προς τούτο είναι η από 10.12.2018 επιστολή των ομολογιούχων προς την πρώτη εφεσίβλητη, με την οποία οι ανωτέρω απέρριψαν το εκ νέου υποβληθέν αίτημα για παράταση της περιόδου ανοχής αυτών (ομολογιούχων) δηλώνοντας σαφώς ότι "Με αυτά τα δεδομένα, είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε οποιαδήποτε περαιτέρω παράταση της περιόδου ανοχής.

Δεδομένου δε ότι παρήλθε άπρακτη και η τελευταία προθεσμία για την εκπλήρωση των από 29.12.2017 ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών σας από το ΚΟΔ 300, που ήδη υπερβαίνουν τα 100 εκ. ευρώ, σας δηλώνουμε ότι ρητά επιφυλασσόμαστε να λάβουμε άμεσα κάθε νόμιμο μέτρο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών μας", έτσι ώστε ουδεμία απολύτως αμφιβολία να απομένει στους εφεσίβλητους αναφορικά με τις προθέσεις των ομολογιούχων δανειστών ως προς τα ένδικα ΚΟΔ.

Ακολούθως, το 2018, η πρώτη εφεσίβλητη, ζήτησε την παρέμβαση της Διυπουργικής Επιτροπής Απεμπλοκής Υποθέσεων προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός της με την ... Α.Ε. Οι ομολογιούχοι, ως ενεχυρούχοι δανειστές, προσκλήθηκαν και εκπροσωπήθηκαν σε δύο συναντήσεις στις 14.3.2018 και 12.4.2018, τα όσα, δε, διημείφθησαν ουδόλως αποδεικνύονται (οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το περιεχόμενο των συνομιλιών) αφού δεν προσκομίζονται τηρηθέντα πρακτικά αυτών, ενώ ο μάρτυς Ε.

Κ., ανώτατο στέλεχος (κατά δήλωσή του) των εταιρειών του ομίλου ..., καταθέτει στην υπ' αριθμ. ....2019 ένορκη βεβαίωσή του ότι «... Η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου 2018 στο Μέγαρο Μαξίμου και εκεί οι τράπεζες έλαβαν τη διαβεβαίωση από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και Υπουργό Επικράτειας ότι οι αξιώσεις της ...

Α.Ε. από τη μη τήρηση των συμβάσεων ήταν πολύ μεγάλες και η Πολιτεία, μέσω της Διϋπουργικής Επιτροπής πρότεινε να καταβληθεί έναντι αυτών ποσό 85 εκατομμυρίων ευρώ, ποσό που όλες οι τράπεζες ασμένως αποδέχτηκαν...".

Πλην όμως, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης («...Μεταξύ των παρευρισκομένων στη συνάντηση αυτή ήταν, όπως με ενημέρωσε ο κ. Π. Μ. , και ο κ. Σ. Β. που ανέπτυξε τη θέση της EUROBANK»), ο εν λόγω μάρτυς δεν συμμετείχε στην συνάντηση αυτή, έτσι ώστε να μην είναι αυτήκοος μάρτυς, μη έχοντας ίδια γνώση επί του ανωτέρω γεγονότος, το οποίο πληροφορήθηκε από τρίτο πρόσωπο (διάδικο) σε χρόνο που δεν αναφέρεται καν στην ένορκη βεβαίωση.

Το βέβαιον είναι ότι ουδείς τελικώς συμβιβασμός επιτεύχθηκε μεταξύ των ανωτέρω, είτε τότε είτε ακολούθως και μέχρι την κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Ιούνιος 2022), και ουδέν απολύτως ποσό, είτε εκουσίως είτε αναγκαστικώς, έχει καταβάλει η ... Α.Ε. για την ανωτέρω αιτία.

Οι ομολογιούχοι, κληθέντες θεσμικά, συμμετείχαν και σε δεύτερη συνάντηση των ανωτέρω στις 12.4.2018, ενώ στις 27.8.2018, η πρώτη εφεσίβλητη τους ενημερώνει ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν ολοκληρωθεί και εκκρεμούσε η έγκριση της σχετικής συμφωνίας, χωρίς να διαλαμβάνει ειδικότερα στοιχεία αυτής (συμφωνίας). Μετά ταύτα, στις 28.9.2018 η πρώτη των εκκαλουσών, ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων, ζήτησε επίσημα με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 76/2018 εγγράφου της, από την ... Α.Ε. ενημέρωση αναφορικά με το σημείο των διαπραγματεύσεων, το περιεχόμενο του επιδιωκόμενου συμβιβασμού και το χρόνο της οριστικοποίησης αυτού. Η ... Α.Ε. με την από 22.10.2018 επιστολή της, τους γνώρισε ότι: α) προτάθηκε από τους διαπραγματευτές των δύο μερών μια συνολική διευθέτηση που αποτυπώνεται σε σχέδιο τροποποιητική σύμβασης μίσθωσης και συμβιβαστικής διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών, σχέδιο το οποίο έγινε αποδεκτό από την δεύτερη εφεσίβλητη στις 13.7.2018, και β) η ...

ζήτησε τη διενέργεια περαιτέρω νομικού και οικονομικού ελέγχου, η όποια, δε, τελική διευθέτηση εγκριθεί από το διοικητικό της συμβούλιο θα αποσταλεί προς έγκριση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, χωρίς περαιτέρω να ενημερώνει τους ομολογιούχους αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής. Τελικώς, μετά την αποστολή στους εφεσίβλητους της από 10.12.2018 επιστολής των ομολογιούχων με την οποία διαμαρτύρονταν οι τελευταίοι ως προς την μη ενημέρωσή τους, οι εφεσίβλητοι απέστειλαν προς τους ομολογιούχους (πλην του ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ) την από 20.12.2018 επιστολή τους, στην οποία διελάμβαναν τις εξασφαλίσεις που τους είχαν παράσχει για τα ένδικα ΚΟΔ και την εξέλιξη των διαιτητικών δικών κατά της ...

Α.Ε., ζητώντας τους να παρέμβουν στις ανοιγείσες δίκες ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, χωρίς όμως αναφορά σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς της δεύτερης εφεσίβλητης με την ..., οι διαπραγματεύσεις επί της οποίας είχαν ουσιαστικά ναυαγήσει.

Επιπλέον, με την ανωτέρω επιστολή τους επεσήμαναν το δικαίωμά τους να εισπράξουν, ως ενεχυρούχοι δανειστές, 80% των ποσών τα οποία θα επιδικασθούν επί συνολικώς αιτούμενου ποσού 370 εκ. ευρώ, τα οποία υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις των εκκαλουσών, χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνουν χρονικό ορίζοντα για τη λήξη της αντιδικίας τους και τον τρόπο πληρωμής των οφειλόμενων από την ... ΑΕ ποσών, δοθέντος μάλιστα ότι και οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι κέρδισαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο τις ένδικες υποθέσεις (ήδη δε απορρίφθηκε από το 2020 και αίτηση αναστολής εκτέλεσης από το Εφετείο Αθηνών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1064/2020 απόφασης αυτού, κατά της 20/2019 διαιτητικής απόφασης, στη συζήτηση της οποίας είχαν παρέμβει υπέρ των εφεσιβλήτων οι ομολογιούχοι), σε ουδεμία πράξη εκτέλεσης προέβησαν, προκειμένου, με τα επιδικασθέντα ποσά να καλύψουν μέρος των απαιτήσεων των ομολογιούχων από τα ένδικα ΚΟΔ, τα οποία έχουν ήδη σταματήσει πλήρως από τον Ιούνιο του 2018 (μέχρι τότε καταβάλλονταν έναντι διάφορα ποσά τόκων) να εξυπηρετούνται, ενώ η αντιδικία της δεύτερης εφεσίβλητης με την ..., κατά τον Δεκέμβριο 2018, όχι μόνο δεν όδευε στο τέλος της, όπως διατείνονται οι εφεσίβλητοι, αλλά ακόμη και μέχρι την συζήτηση της έφεσης (Ιούνιο 2022) συνεχίζει να είναι σε εξέλιξη ενώπιον των δικαστηρίων, με άγνωστη περαιτέρω εξέλιξη και χρονικό ορίζοντα επίλυσης των υφιστάμενων διαφορών.

Περαιτέρω, στις ....2018 οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν στους ομολογιούχους επιχειρηματικό σχέδιο των εταιρειών ... Α.Ε. και ... Α.Ε. (πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων), που είχε εκπονήσει η εταιρεία Ernst & Young, σύμφωνα με στοιχεία που είχαν οι ίδιες χορηγήσει, πλην όμως οι ομολογιούχοι το απέρριψαν ως μη ρεαλιστικό και μη βιώσιμο με την από 10.12.2018 επιστολή τους, καθόσον δεν επρόκειτο για σχέδιο αναδιάρθρωση του ομίλου, ενώ το επιχειρηματικό σχέδιο βασίστηκε αποκλειστικά σε στοιχεία και παραδοχές των εφεσιβλήτων, χωρίς εξωτερική τεκμηρίωση και χωρίς έλεγχο από την ανωτέρω εταιρεία που διενήργησε τη μελέτη.

Οι δε παραδοχές του εν λόγω σχεδίου χαρακτηρίζονταν ως "υψηλού ρίσκου/υψηλής αβεβαιότητας", έτσι ώστε να καθίσταται σφοδρά πιθανή η περίπτωση μη υλοποίησής του, ενώ δεν ενσωμάτωνε την εκποίηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του ομίλου προκειμένου ούτως να εξορθολογιστεί ο δανεισμός. Επιπλέον, δε, η υλοποίηση του σχεδίου αυτού προϋπέθετε και (α) διαγραφή οφειλής 37 εκ.

ευρώ, (β) εξεύρεση νέου μετόχου - επενδυτή, προκειμένου να χρηματοδοτήσει μέρος του δανεισμού και του εν γένει προγράμματος και (γ) νέα, τρίτη, δραστική αναδιάρθρωση του χρέους προς τους ομολογιούχους, την οποία οι τελευταίοι χαρακτήρισαν άδικη και μη αποδεκτή. Μετά ταύτα, και αφού είχαν ναυαγήσει πλήρως οι συνομιλίες των εφεσιβλήτων με τους ομολογιούχους, οι τελευταίοι, στις 21.3.2019 συγκάλεσαν συνέλευση, με πρόσκληση που απευθύνθηκε σύμφωνα με τον ισχύοντα τύπο σε όλους (σε αυτούς περιλαμβανόταν και το ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ, το οποίο βρισκόταν σε εκκαθάριση και δεν δύνατο να λάβει χώρα σε συνέλευση άνευ προσκλήσεως προ 5 τουλάχιστον ημερών, ήτοι σε αυτόκλητη συνέλευση), για τις 28.3.2019 με θέμα την καταγγελία των ένδικων ομολογιακών δανείων.

Κατά το χρόνο, δε, αυτό ουδόλως οι ομολογιούχοι είχαν λάβει γνώση, ως διατείνονται οι εφεσίβλητοι και δέχθηκε η εκκαλουμένη, του από 27.3.2019 αιτήματος για προσωρινή διαταγή απαγόρευσης καταγγελίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και προσδιορίστηκε να συζητηθεί την 1.4.2019.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι, από τη δημοσιοποίηση της σύγκλησης της συνέλευσης των ομολογιούχων στις 21.3.2019 έλαβαν γνώση αυτής καθώς και του αντικειμένου της και προσπάθησαν ούτως να ματαιώσουν την λήψη απόφασης επί του θέματος με την καθυστερημένη (αφού είχε ήδη συγκληθεί η συνέλευση με προσκλήσεις που είχαν αποσταλεί πριν την κατάθεση οποιοσδήποτε αίτησης) άσκηση ασφαλιστικών μέτρων.

Κατά την ανωτέρω συνέλευση, οι ομολογιούχοι αποφάσισαν ομόφωνα την καταγγελία του ένδικου πρώτου ΚΟΔ (Δανείου I), λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της πρώτης εφεσίβλητης - εκδότριας αυτού, που τότε ανέρχονταν (ως προς το Δάνειο I) στο ποσό των 141.360.555,51 ευρώ, ενώ η ίδια απόφαση λήφθηκε και για το Δάνειο II, παρότι είχε ήδη λήξει (η οφειλή ήταν καταβλητέα μέχρι τις 29.12.2017, χωρίς ουδέποτε να αναδιαρθρωθεί ή συμφωνηθεί παράταση αυτού) κατά τα συμφωνηθέντα με την δεύτερη ως άνω αναδιάρθρωση, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από το οποίο (Δάνειο II) ανέρχονταν στο ποσό των 9.452.143,18 ευρώ.

Ήδη, δε, μετά την καταγγελία του Δανείου I, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανήλθε σε 365.360.555,51 ευρώ, το οποίο συνεχίζει έκτοτε να τοκίζεται και να εκτοκίζεται νόμιμα με τόκους υπερημερίας, χωρίς να έχουν καταβάλει οι εφεσίβλητοι από τον Ιούνιο 2018 οποιοδήποτε απολύτως ποσό έναντι αυτού. Ωσαύτως, ουδέν απολύτως ποσό έχει καταβάλει και η ...

Α.Ε. στους εφεσίβλητους (οι οποίοι, κατά τα ανωτέρω, δεν έχουν εισέτι προβεί σε έκδοση απογράφου των διαιτητικών αποφάσεων για εκτέλεση αυτών), ενώ ήδη η πρώτη αγωγή ακύρωσης κατά της υπ' αριθμ. 20/2019 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3747/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ενώ άσκησαν αίτηση αναιρέσεως η εφεσίβλητη ...

Α.Ε. καθώς και οι Π. και Α. ... (προσδιορισθείσα για συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 30.1.2023), συνεχιζόμενης, ως εκ τούτου της αντιδικίας από αμφότερες τις πλευρές.

Εξάλλου, στις 26.3.2019 (ήτοι μετά την αποστολή των προσκλήσεων για συνέλευση των ομολογιούχων με θέμα την καταγγελία των ΚΟΔ), οι εφεσίβλητοι απέστειλαν στους ομολογιούχους την από 26.3.2019 επιστολή τους, με την οποία τους πρότειναν την καταβολή ποσού 6.000.000 ευρώ σε δόσεις (έναντι ληξιπρόθεσμου υπολοίπου που υπερέβαινε τότε τα 140 εκ.

ευρώ), εκχώρηση του 20% των απαιτήσεων κατά της ... και ορισμό συνάντησης με διεθνή επενδυτικό όμιλο (ο οποίος δεν κατονομαζόταν). Ακολούθως, δύο μήνες μετά την ένδικη καταγγελία, ήτοι στις 20.5.2019 οι ομολογιούχοι συναντήθηκαν, κατόπιν αιτήματος των εφεσιβλήτων, με τους εκπροσώπους του ομίλου .... Οι εν λόγω όμως συζητήσεις ουδεμία έννομη συνέπεια μπορούσαν να έχουν ως προς τη ένδικη καταγγελία, αφού αυτής είχε ήδη λάβει χώρα νόμιμα στις 28.3.2019, ενώ ο ανωτέρω όμιλος παρουσιάστηκε το πρώτον στις 17.4.2019 από τους εφεσίβλητους.

Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε δεσμευτική πρόταση από τον ανωτέρω όμιλο, ο οποίος δεν είχε διεξαγάγει τους αναγκαίους ελέγχους (οικονομικό, νομικό, τεχνικό και εμπορικό) προκειμένου να διαμορφώσει την προσφορά του ως επενδυτής. Πέραν τούτου, ο τρόπος υλοποίησης της δανειοδότησης του ομίλου ...

που είχε προτείνει η ... στις 18.6.2019, έθετε ως απαραίτητη προϋπόθεση να απολαμβάνει η ίδια απόλυτη προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων πιστωτών του ομίλου ..., γεγονός που θα σήμαινε οπισθοχώρηση της πρώτης τάξης επί των εμπράγματων εξασφαλίσεων των ομολογιούχων, γεγονός που ασφαλώς δεν δυνατό να γίνεται δεκτό από τους ίδιους, αφού θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας σε βλάβη των νομίμων δικαιωμάτων τους(...).

Ακολούθως, η πρώτη εκκαλούσα τράπεζα EUROBANK τιτλοποίησε τις απαιτήσεις της που απορρέουν από τα ανωτέρω ΚΟΔ και τις μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην πέμπτη εκκαλούσα, περίληψη δε της μεταβιβάσεως αυτής καταχωρήθηκε στις 24.6.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2019 πράξης καταχώρησης (ήτοι πριν της άσκηση των ένδικων αγωγών).

Ωσαύτως, η τρίτη εκκαλούσα τιτλοποίησε τις απαιτήσεις της από τα εν λόγω ΚΟΔ και τις μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία (μετά την άσκηση των ένδικων αγωγών) "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", διαχειρίστρια της οποίας (μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος) είναι η πέμπτη των εκκαλουσών, γεγονός που γνωστοποίησε στους εφεσίβλητους στις 30.9.2019.

Ενόψει των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων, οι ένδικες καταγγελίες έλαβαν χώρα νόμιμα, κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος των ομολογιούχων, αφού τα ένδικα Δάνειο I και Δάνειο II ουδόλως εξυπηρετούνταν επί μακράν καθόσον η πρώτη εφεσίβλητη: α) δεν μπορούσε να προβεί στις συμφωνημένες καταβολές των δόσεων του Δανείου I ήδη από τις 20.10.2010, οπότε αιτήθηκε την έγκριση πρόσθετου δανείου για καταβολή τόκων ποσού 10 εκ.

ευρώ, το οποίο και έλαβε (Δάνειο II), β) αδυνατούσε εκ νέου να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών (Δάνειο I και Δάνειο II) το 2013, οπότε έλαβε χώρα αναδιάρθρωση αυτών, με επιμήκυνση του συμφωνηθέντος χρόνου αποπληρωμής των δόσεων, γ) αδυνατούσε εκ νέου να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών (Δάνειο I και Δάνειο II), οπότε έλαβε χώρα νέα αναδιάρθρωση αυτών, με επιμήκυνση του συμφωνηθέντος χρόνου το 2016 και δ) αδυνατούσε εκ νέου να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις, οπότε σταμάτησε να καταβάλει αυτές (προβαίνοντας μόνο σε επιμέρους καταβολές έως το 2018) και ούτως έληξε το Δάνειο II (κατέστησαν όλες οι δόσεις του ληξιπρόθεσμες το 2008), ενώ από τον Ιούνιο 2018 και εντεύθεν ουδέν απολύτως ποσό έναντι των υφιστάμενων δόσεων κατέβαλε, με αποτέλεσμα τα ένδικα δάνεια να σταματήσουν πλήρως να ικανοποιούνται όχι μόνο μέχρι την άσκηση της καταγγελίας αλλά και μέχρι την συζήτηση της κρινόμενης έφεσης.

Συνεπώς, η πρώτη εφεσίβλητη, ήδη από το 2010 και μέχρι την καταγγελία των δανείων (2019), βρισκόταν σε διαρκή οικονομική αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων του Δανείου I, η οποία έλαβε μόνιμο χαρακτήρα ήδη από το τέλος 2017, οπότε δεν τήρησε ούτε τους όρους της δεύτερης αναδιάρθρωσης. Ήδη, δε, οι ομολογιούχοι δανειστές της, τής είχαν παράσχει τρεις σημαντικές ευκαιρίες συμμόρφωσής της στα συμφωνηθέντα (νέο ΚΟΔ για αποπληρωμή τόκων του πρώτου και δύο αναδιαρθρώσεις δανείου όπως είχε ζητήσει), επιδεικνύοντας ανοχή ως προς την πρώτη εφεσίβλητη επί εννέα έτη, και, παρά ταύτα, η πρώτη εφεσίβλητη όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τους όρους αποπληρωμής των δόσεων των δανείων αλλά έπαυσε κάθε πληρωμή αυτών, κατάσταση που συνεχίστηκε μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης εφέσεως, έτσι ώστε το χρέος πλέον να είναι υπέρογκο και να μην υφίσταται χρονικός ορίζοντας αποπληρωμής έστω τμήματος αυτού, στην περίπτωση, δε, που δεν είχε καταγγελθεί και συνεχιζόταν (με άγνωστο ορίζοντα αμετάκλητης κρίσης επί της αντιδικίας ... - δεύτερης εφεσίβλητης, η οποία αφορά μόνο σε μελλοντική δυνατότητα είσπραξης μέσω ενεχύρου των ποσών που τυχόν θα καταβάλει το ...) το επίδικο χρέος της πρώτης εφεσίβλητης, δεν θα μπορούσε πλέον ουδέποτε να εισπραχθεί, έτσι ώστε η συνέχιση των δανείων χωρίς την είσπραξη αυτών μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης να απέβαινε εξόχως ζημιογόνα για τα νόμιμα οικονομικά συμφέροντα των ομολογιούχων.

Πέραν όμως αυτού, η πρώτη εφεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε ούτε στις αναληφθείσες, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, υποχρεώσεις της περί εύρεσης επενδυτή για την δεύτερη εφεσίβλητη (...) και πώλησης αυτής, παρότι ήδη από το 2010 είχε αντιληφθεί ότι η λειτουργία της απέβαινε σε βάρος του ομίλου. Αντιθέτως, η πρώτη εφεσίβλητη (εκδότρια των ΚΟΔ) προτίμησε, παράλληλα με την έκδοση του Δανείου I από την ίδια, να προβεί σε χορήγηση ενδοεταιρικού δανείου προς την δεύτερη εφεσίβλητη, μέσω έκδοσης ΚΟΔ που κάλυψε η ίδια (πρώτη εφεσίβλητη), κατά τα προαναφερθέντα, με επιτόκιο μάλιστα που ανερχόταν σε 8,5%, ενώ το επιτόκιο της ιδίας (πρώτης εφεσίβλητης) προς τις εκκαλούσες τράπεζες ανερχόταν σε Euribor πλέον 2,5%, με αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς ο δανεισμός της δεύτερης εφεσίβλητης προς την πρώτη, μη δυνάμενης (της δεύτερης) να καταβάλει ληξιπρόθεσμους τόκους, όπως προκύπτει από την οικεία από 23.9.2011 έκθεση της Deloitte, που διενεργήθηκε κατόπιν της από 28.3.2011 εντολής του οικονομικού διευθυντή του ομίλου, έτσι ώστε να επιτείνεται η οικονομική δυσλειτουργία της δεύτερης εφεσίβλητης.

Ωσαύτως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε στους εφεσίβλητους, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η πεποίθηση, ούτε ότι μπορούσε ευλόγως να τους δημιουργηθεί, ότι οι εκκαλούσες τράπεζες, ως ομολογιούχοι δανειστές, δεν θα κατήγγειλαν τα ένδικα δάνεια, παρότι δεν πληρώνονταν από την πρώτη εφεσίβλητη οι ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών.

Αντιθέτως, όπως προέκυψε από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως αλληλογραφία των διαδίκων, ήδη από τα μέσα του 2017 έως και το τέλος 2018 οι εκκαλούσες συνεχώς δήλωναν (επιστολές τους, μεταξύ άλλων, με ημερομηνίες 26.10.2017, 19.12.2017, 14.2.2018, 9.3.2018, 10.5.2018, 28.9.2018 και 10.12.2018) στους εφεσίβλητους ότι είχε ήδη γεννηθεί το δικαίωμά τους για καταγγελία των συμβάσεων ΚΟΔ, το οποίο είχαν τη σαφή πρόθεση να ασκήσουν, όπως επέβαλαν οι τραπεζικές τους υποχρεώσεις.

Είναι μάλιστα ενδεικτική η από 10.12.2018 επιστολή των ομολογιούχων, με την οποία του γνωστοποιούν ότι ήδη οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από το Δάνειο I υπερέβαιναν τα 100 εκ ευρώ (σημειωτέον ότι οι δόσεις του Δανείου II είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες στο σύνολό τους) και ότι "ρητά επιφυλασσόμαστε να λάβουμε άμεσα κάθε νόμιμο μέτρο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών μας".

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε συσχέτιση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων ή της δυνατότητας καταγγελίας αυτών εάν δεν τηρούνταν οι συμφωνηθέντες όροι (και δη δεν πληρώνονταν οι ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών) με την εξέλιξη της αντιδικίας μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης με την ...

Α.Ε. , η οποία, μάλιστα, ως προς τις κύριες απαιτήσεις της άρχισε με την άσκηση αγωγών το 2018, όπως ανωτέρω διαλαμβάνεται, όταν ήδη, δηλαδή, τα δάνεια είχαν σταματήσει να ικανοποιούνται και να τρέχουν απλήρωτες ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό της επισφάλειας των εν λόγω απαιτήσεων σε βάρος της ...

Α.Ε. , το γεγονός ότι μέχρι ακόμη και τη συζήτηση της έφεσης δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία για αποπληρωμή ποσών που φέρεται να οφείλει η ... Α.Ε. στην δεύτερη εφεσίβλητη, ενώ η ίδια (δεύτερη εφεσίβλητη) δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης κάποιας απόφασης που να τη δικαιώνει (ούτε έχει λάβει καν απόγραφα των διαιτητικών αποφάσεων), δοθέντος ότι το γεγονός της δικαστικής αναγνώρισης οφειλής τρίτου δεν καθιστά από μόνο του βέβαιο ότι θα πληρωθεί η απαίτηση και δη άνευ αναγκαστικής εκτελέσεως.

Σημειωτέον, δε, ότι η άσκηση παρεμβάσεων των εκκαλουσών, όταν προσκλήθηκαν προς τούτο από την πρώτη εφεσίβλητη με την από 14.8.2013 κλήση της, σε εκκρεμούσες δίκες ενώπιον του Άρειου Πάγου (επί αιτήσεων αναιρέσεων κατά των υπ' αριθμ. 461 και 462/2013 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών που είχαν κάνει δεκτές τις αγωγές της ...

Α.Ε. για την ακυρότητα των υπ' αριθμ. 32/2011 και 43/2011 διαιτητικών αποφάσεων), καθώς και η άσκηση κύριας παρεμβάσεως, κατόπιν προσκλήσεως της δεύτερης εφεσίβλητης, ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, σε εκκρεμή δίκη αποζημιώσεως σε βάρος της ... Α.Ε. (η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) ουδόλως μπορούσαν να δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση στους εφεσίβλητους ότι δεν θα καταγγελθούν τα ένδικα δάνεια εάν δεν τηρούνταν οι συμφωνηθέντες όροι αποπληρωμής αυτών, αφού σχετίζονταν αποκλειστικά και μόνο με την άσκηση νόμιμου δικαιώματος των ομολογιούχων προς προάσπιση ιδίων συμφερόντων, χωρίς να έχουν αναλάβει οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση προς την πρώτη εφεσίβλητη.

Ομοίως, η μη άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως εκ μέρους των εκκαλουσών σε επόμενη διαιτητική δίκη (στην οποία δεν παρενέβησαν οι εκκαλούσες μετά την κήρυξη απαράδεκτης της κύριας παρεμβάσεώς τους στην πρώτη δίκη) ουδόλως μπορεί να αξιολογηθεί σε βάρος των ομολογιούχων, ως διατείνονται οι εφεσίβλητοι, καθόσον, πέραν του ότι ουδεμία τέτοια υποχρέωσή τους υφίστατο, η άσκηση παρεμβάσεως ή μη συνδεόταν αποκλειστικά με τον τρόπο που οι ίδιες επέλεγαν για την προάσπιση των νομίμων δικαιωμάτων τους, έχοντας την ιδιότητα του δανειστή της πρώτης εφεσίβλητης και όχι του μετόχου ή επενδυτή αυτής.

Εξάλλου, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε ότι υφίστατο, ως διατείνονται οι εφεσίβλητοι, "συμπαιγνία" της ... ΑΕ με τους ομολογιούχους, με σκοπό την υφαρπαγή της περιουσίας τους. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι: α) τα θέματα της ... Α.Ε. τα χειρίζονταν αποκλειστικά οι εφεσίβλητοι και για το λόγο ακριβώς αυτόν, όπως διαλαμβάνεται ανωτέρω αρνήθηκαν να προβούν σε εκχώρηση των τυχόν απαιτήσεών της δεύτερης εφεσίβλητης κατ' αυτής στους ομολογιούχους δανειστές, επιλέγοντας την ενεχυρίαση των απαιτήσεών της, έτσι ώστε οι ίδιοι να αποφασίζουν και για τυχόν ή μη συμβιβασμό, όπως έπραξαν το 2018 με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και της ...

αναφορικά με το χρέος (βλ. και από 27.8.2018 επιστολή της πρώτης εφεσίβλητης, η οποία ενημερώνει το πρώτον τις τρεις πρώτες εκκαλούσες ότι έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ... και της ... και εκκρεμεί η έγκριση σχετικής συμφωνίας από το ΔΣ της τελευταίας) και όπως έπραξαν και ακολούθως, αφού η ανωτέρω συμφωνία ουδέποτε έλαβε χώρα, το 2020, οπότε, κατά δήλωσή τους, ξεκίνησαν νέες διαπραγματεύσεις (οι οποίες μέχρι τη συζήτηση της έφεσης δεν είχαν εισέτι ευδοκιμήσει), ζητώντας μάλιστα από τους ομολογιούχους να απέχουν από πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ..., τις οποίες (οι ομολογιούχοι) είχαν ήδη ξεκινήσει, απάντων των εφεσιβλήτων, οι οποίοι αρνούνται και μέχρι τη συζήτηση της έφεσης να προβούν οι ίδιοι σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ...

προς είσπραξη των νόμιμων απαιτήσεών τους.

Συνεπώς, ουδόλως προέκυψε ότι οι ομολογιούχοι ήταν σε γνώση των προθέσεων τόσο των εφεσιβλήτων όσο και της ... Α.Ε. αναφορικά με τη ρύθμιση της αντιδικίας της δεύτερης εφεσίβλητης (η οποία σημειωτέον ήταν από το 2013 εγγυήτρια μέρους του χρέους και όχι οφειλέτιδα αυτού) με της ..., ούτε ασφαλώς δύναντο να την επηρεάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο.

Μάλιστα, η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους ως άνω "συμπαιγνία" της ... με τους ομολογιούχους, δεν δύναται να εξηγηθεί καν αφ' ης στιγμής οι τελευταίοι (ομολογιούχοι) διατηρούν ενέχυρο σε ποσοστό 80% επί των απαιτήσεων της ... κατά της ... Α.Ε. Αποτέλεσμα, δε, των ανωτέρω χειρισμών των εφεσιβλήτων και της ... ήταν:

α) να μην καταβάλει η ... κανένα ποσό στους εφεσίβλητους ούτε στους ομολογιούχους, με ευθύνη των ανωτέρω (εφεσιβλήτων και ...) και β) να μην εξυπηρετείται καθόλου το επίδικο χρέος εκ των δύο ΚΟΔ, αναμένοντας επί μακράν οι ομολογιούχοι εξεύρεση λύσεως ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και τη ρύθμιση των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης, η οποία (λύση) ουδόλως διαφαίνεται στον χρονικό ορίζοντα.

Επιπλέον, η ύπαρξη εξασφαλίσεων, αυτή καθεαυτή, δεν καθιστά από μόνη της την καταγγελία του δανείου καταχρηστική κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη (...) αλλά λαμβάνεται υπόψη προς στάθμιση μόνο του δικαιώματος του δανειστή σε συνδυασμό με το συνολικώς οφειλόμενο ποσό (εάν δηλαδή είναι τέτοιο, ώστε να καθίσταται ευχερής η σε οποιοδήποτε χρόνο είσπραξή του άμεσα χωρίς καμία βλάβη των οικονομικών συμφερόντων του δανειστή).

Τούτο, δε, καθόσον οι εμπράγματες ή προσωπικές εξασφαλίσεις συστήνονται ακριβώς επί σκοπώ εισπράξεως των απαιτήσεων και όχι επί σκοπώ άρνησης καταβολής των συμφωνημένων δόσεων του χρέους, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί αυτό (χρέος) μελλοντικά σε άγνωστο χρόνο μέσω ρευστοποιήσεως των όποιων εξασφαλίσεων και με αβέβαιο ασφαλώς αποτέλεσμα, αφού η αξία αυτών (χρέους και εξασφαλίσεων) διαρκώς μεταβάλλεται.

Εξάλλου, οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων περί εξαπάτησής τους από την δεύτερη εκκαλούσα (ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ), που φέρεται να έλαβε χώρα το 2000 (βλ. σελ. 95-96 αγωγών, ήτοι πριν την γέννηση των αξιώσεων των εκκαλουσών) και ιδρύουν, εάν γίνουν δεκτοί, αφενός δικαίωμά τους για ακύρωση της αναφερόμενης σύμβασης (λόγω απάτης και πλάνης, αγωγή η οποία σημειωτέον ουδέποτε ασκήθηκε από την δεύτερη εφεσίβλητη, η οποία φέρεται να εξαπατήθηκε), και, αφετέρου, υποχρέωση αποζημίωσής τους από την ανωτέρω, ουδεμία διασύνδεση μπορούσε να έχει, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι είχε, με τα ένδικα ΚΟΔ και την εγκυρότητα της καταγγελίας στην οποία προέβησαν όλες οι εκκαλούσες τράπεζες, η οποία (καταγγελία) κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα ήταν καθόλα νόμιμη και έγκυρη και οφειλόταν στην παράβαση των συμφωνηθέντων όρων των δανείων, με υπαιτιότητα της πρώτης εφεσίβλητης - εκδότριας των ένδικων δανείων.

Ειδικότερα αναφορικά με το εν λόγω θέμα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το 1999 η δεύτερη εφεσίβλητη έλαβε απόφαση μέσω της γενικής συνελεύσεώς της για να εισαχθεί στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών, έχοντας υπογράφει και το από 17.8.1999 συμφωνητικό αναδοχής της πρώτης εφεσίβλητης με την ανωτέρω ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ, την όλη, δε, διαδικασία ανέλαβε στη θέση της εν λόγω τράπεζας η ALPHA FINANCE δυνάμει του από 13.4.2000 πρόσθετου ιδιωτικού συμφωνητικού.

Στις 12.10.2000 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του εκπροσώπων της πρώτης εφεσίβλητης και της ανωτέρω τράπεζας, όπου η τελευταία γνωστοποίησε την έλλειψη συμμετοχής επενδυτικού κοινού στην πρόσκληση δημόσιας εγγραφής της εταιρείας κατά τις τρεις πρώτες ημέρες αυτής, με ορατό πλέον κίνδυνο το ενδεχόμενο αποτυχίας αυτής, που θα προκαλούσε αντίκτυπο στη φήμη της, αφού δεν κατάφερε να πείσει το επενδυτικό κοινό.

Άπαντες συμφώνησαν και τα εμπλεκόμενα μέρη συνυπέγραψαν το από ....2000 συμφωνητικό λύσης της από ....2000 σύμβασης αναδοχής. Έκτοτε και μέχρι την υπογραφή και των δύο συμβάσεων αναδιάρθρωσης ουδεμία συγκεκριμένη οικονομική αξίωση προέβαλαν οι εφεσίβλητοι για το εν λόγω ζήτημα, ούτε ζήτησαν μέχρι την άσκηση της εφέσεως την ακύρωση της ανωτέρω συμφωνίας περί μη συνέχισης της ανωτέρω διαδικασίας ως προϊόν απάτης, ως ήδη διατείνονται οι εφεσίβλητοι, η οποία (απάτη) φέρεται να συνίσταται στο γεγονός ότι παρανόμως αποσιωπήθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο των εφεσιβλήτων ο υφιστάμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για την εγγραφή.

Πλην όμως, πέραν του ότι από τα προσκομιζόμενα στην παρούσα δίκη αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκαν οι ανωτέρω αιτιάσεις των εφεσιβλήτων σε βάρος της δεύτερης εκκαλούσας, αυτές (αιτιάσεις εφεσιβλήτων) ακόμη και εάν θεωρηθούν αληθινές, ουδόλως δύνανται να καταστήσουν την ένδικη καταγγελία εκ μέρους των ομολόγων καταχρηστική δοθέντος ότι:

α) ουδόλως αποδείχθηκε ότι είτε η δεύτερη εκκαλούσα, είτε οι λοιποί ομολογιούχοι, υποσχέθηκαν στους εφεσίβλητους ότι δεν θα κατήγγειλαν τα ένδικα δάνεια, παρότι δεν πληρώνονταν οι δόσεις αυτών, λόγω της ανωτέρω πράξης, η οποία είχε λάβει χώρα 9 έτη προ της καταγγελίας. Σημειωτέον, δε, ότι ουδεμία απολύτως συνάφεια υφίσταται μεταξύ των ένδικων ΚΟΔ και της κατά τα ανωτέρω συμφωνίας περί δημόσιας εγγραφής, που είχε λάβει χώρα το διάστημα 1999-2000, β) αντιθέτως όλοι ανεξαίρετα οι ομολογιούχοι, μέσω των συνεχών επιστολών τους προς τους εφεσίβλητους, ως μνημονεύονται ειδικώς ανωτέρω, είχαν καταστήσει σαφείς τις προθέσεις τους περί καταγγελίας των ένδικων δανείων, εάν συνέχιζαν την αντισυμβατική τους συμπεριφορά με τη μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων δόσεων των ΚΟΔ, και γ) η ίδια η δεύτερη εκκαλούσα (ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ) ουδόλως δύναται να προβαίνει κατά το δοκούν στην καταγγελία ή μη ληξιπρόθεσμων ΚΟΔ, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθόσον η διαχείριση της περιουσίας της ελέγχεται από εποπτεύοντες οργανισμούς (μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), όπως εν προκειμένω, η δε άρνηση των εκπροσώπων της να πράξουν τα νόμιμα, πέραν του ότι δύναται να στοιχειοθέτησε την πράξη της απιστίας, θα προκαλούσε βέβαιη ζημία και στα οικονομικά συμφέροντα των λοιπών ομολογιούχων.

Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, τυγχάνουν απορριπτέοι όλοι οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των ομολογιούχων ως προς την καταγγελία των ένδικων δανείων που έλαβε χώρα στις 28.3.2019, δυνάμει των από 28.3.2019 αποφάσεων των συνελεύσεων των ομολογιούχων δανειστών, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι ως και οι κρινόμενες από 22.7.2019 και από 9.8.2019 αγωγές, καθ' ο μέρος τους είχαν γίνει δεκτές (και προσβλήθηκαν κατά τούτο) από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 3050/2021 απόφασή του...". Μετά ταύτα το Εφετείο έκανε δεκτές τυπικά τις συνεκδικαθείσες εφέσεις, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 28-12-2021 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ'ουσίαν την από 30-1-2022 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ'αριθ. 3050/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συνεκδικάζοντας αμφότερες τις αγωγές των αναιρεσειόντων, τις απέρριψε κατ'ουσίαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: Α) τα ομολογιακά Δάνεια I και

ΙΙ ουδόλως εξυπηρετούνταν επί μακρό χρονικό διάστημα, καθόσον η πρώτη εφεσίβλητη (νυν αναιρεσείουσα "... ΑΕ»): α) δεν μπορούσε να προβεί στις συμφωνημένες καταβολές των δόσεων του Δανείου I ήδη από τις 20.10.2010, οπότε αιτήθηκε την έγκριση πρόσθετου δανείου για καταβολή τόκων ποσού 10 εκ. ευρώ, το οποίο και έλαβε (Δάνειο II), β) αδυνατούσε κατά δεύτερον να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών (Δάνειο I και Δάνειο II) το 2013, οπότε έλαβε χώρα αναδιάρθρωση αυτών, με επιμήκυνση του συμφωνηθέντος χρόνου αποπληρωμής των δόσεων, γ) αδυνατούσε κατά τρίτον να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών (Δάνειο I και Δάνειο II), οπότε έλαβε χώρα νέα αναδιάρθρωση αυτών, με επιμήκυνση του συμφωνηθέντος χρόνου το 2016 και δ) αδυνατούσε κατά τέταρτον να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις, οπότε σταμάτησε να καταβάλει αυτές (προβαίνοντας μόνο σε επιμέρους καταβολές έως το 2018) και ούτως έληξε το Δάνειο II (κατέστησαν όλες οι δόσεις του ληξιπρόθεσμες το 2008), ενώ από τον Ιούνιο 2018 και εντεύθεν ουδέν απολύτως ποσό έναντι των υφιστάμενων δόσεων κατέβαλε, με αποτέλεσμα τα ένδικα δάνεια να σταματήσουν πλήρως να ικανοποιούνται τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της καταγγελίας αλλά και μέχρι την συζήτηση της εφέσεως και συνεπώς, η πρώτη εφεσίβλητη, ήδη από το 2010 και μέχρι την καταγγελία των δανείων (2019), βρισκόταν σε διαρκή οικονομική αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων του Δανείου I, η οποία έλαβε μόνιμο χαρακτήρα ήδη από το τέλος 2017, οπότε δεν τήρησε ούτε τους όρους της δεύτερης αναδιάρθρωσης.

Β) οι ομολογιούχοι δανειστές (τράπεζες) τής είχαν παράσχει τρεις σημαντικές ευκαιρίες συμμόρφωσής της στα συμφωνηθέντα (νέο ΚΟΔ για αποπληρωμή τόκων του πρώτου και δύο αναδιαρθρώσεις δανείου όπως είχε ζητήσει), επιδεικνύοντας ανοχή ως προς αυτήν επί εννέα έτη, και, παρά ταύτα, αυτή όχι μόνον δεν συμμορφώθηκε με τους όρους αποπληρωμής των δόσεων των δανείων, αλλά έπαυσε κάθε πληρωμή αυτών από τον Ιούνιο του 2018, κατάσταση που, όπως προεκτέθηκε, συνεχίστηκε μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως, έτσι ώστε το χρέος πλέον να είναι υπέρογκο (υπερβαίνον τα 640 εκ.

ευρώ) και να μην υφίσταται χρονικός ορίζοντας αποπληρωμής έστω τμήματος αυτού, στην περίπτωση δε που δεν είχε καταγγελθεί και συνεχιζόταν (με άγνωστο ορίζοντα αμετάκλητης κρίσης επί της αντιδικίας μεταξύ ... ΑΕ - ... ΑΕ, η οποία αφορά μόνο σε μελλοντική δυνατότητα είσπραξης μέσω ενεχύρου των ποσών που τυχόν θα καταβάλει το ...) το χρέος της λήπτριας δεν θα μπορούσε πλέον ουδέποτε να εισπραχθεί, έτσι ώστε η συνέχιση των δανείων χωρίς την είσπραξη αυτών μέσω της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης να αποβαίνει ιδιαιτέρως ζημιογόνα για τα νόμιμα οικονομικά συμφέροντα των ομολογιούχων.

Γ) οι αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν ούτε στις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους περί εύρεσης επενδυτή για την δεύτερη εφεσίβλητη (... ΑΕ) και πώλησης αυτής, παρότι ήδη από το 2010 είχαν αντιληφθεί ότι η λειτουργία της απέβαινε σε βάρος του Ομίλου. Αντιθέτως, η πρώτη εφεσίβλητη (εκδότρια των ΚΟΔ) προτίμησε, παράλληλα με την έκδοση του Δανείου I από την ίδια, να προβεί σε χορήγηση ενδοεταιρικού δανείου προς την δεύτερη εφεσίβλητη, μέσω έκδοσης ΚΟΔ που κάλυψε η ίδια (πρώτη εφεσίβλητη), με επιτόκιο μάλιστα που ανερχόταν σε 8,5%, ενώ το επιτόκιο της ιδίας (πρώτης εφεσίβλητης) προς τις εκκαλούσες τράπεζες ανερχόταν σε Euribor πλέον 2,5%, με αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς ο δανεισμός της δεύτερης εφεσίβλητης προς την πρώτη, μη δυνάμενης (της δεύτερης) να καταβάλει ληξιπρόθεσμους τόκους, όπως προέκυψε από την από 23.9.2011 έκθεση της Deloitte, που διενεργήθηκε κατόπιν της από 28.3.2011 εντολής του οικονομικού διευθυντή του Ομίλου, έτσι ώστε να επιτείνεται η οικονομική δυσλειτουργία της.

Δ)δεν αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε στους εφεσιβλήτους, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η πεποίθηση, ούτε ότι μπορούσε ευλόγως να τους δημιουργηθεί, ότι οι εκκαλούσες τράπεζες, ως ομολογιούχοι δανειστές, δεν θα κατήγγειλαν τα κρίσιμα δάνεια, παρότι δεν καταβάλλονταν από την λήπτρια οι ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών.

Αντιθέτως, ήδη από τα μέσα του 2017 έως και το τέλος 2018, οι εκκαλούσες συνεχώς δήλωναν στους εφεσίβλητους ότι είχε ήδη γεννηθεί το δικαίωμά τους για καταγγελία των συμβάσεων ΚΟΔ, το οποίο είχαν τη σαφή πρόθεση να ασκήσουν, όπως επέβαλαν οι τραπεζικές τους υποχρεώσεις. Ε) δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε συσχέτιση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων ή της δυνατότητας καταγγελίας αυτών εάν δεν τηρούνταν οι συμφωνηθέντες όροι (και δη δεν πληρώνονταν οι ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών) με την εξέλιξη της αντιδικίας μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης με την ...

Α.Ε., η οποία, μάλιστα, ως προς τις κύριες απαιτήσεις της άρχισε με την άσκηση αγωγών το 2018, όταν ήδη τα δάνεια είχαν παύσει να ικανοποιούνται και να "τρέχουν" απλήρωτες ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών. ΣΤ)ενδεικτικό της επισφάλειας των εν λόγω απαιτήσεων σε βάρος της ... Α.Ε. , είναι το γεγονός ότι μέχρι ακόμη και τη συζήτηση της έφεσης δεν είχε υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία για αποπληρωμή ποσών που φέρεται να οφείλει η ...

Α.Ε. στην δεύτερη εφεσίβλητη, ενώ η ίδια (δεύτερη εφεσίβλητη) δεν αποδείχθηκε ότι έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης κάποιας απόφασης που να τη δικαιώνει (ούτε έχει λάβει απόγραφα των διαιτητικών αποφάσεων), δοθέντος ότι το γεγονός της δικαστικής αναγνώρισης οφειλής τρίτου δεν καθιστά από μόνο του βέβαιο ότι θα πληρωθεί η απαίτηση και δη άνευ αναγκαστικής εκτελέσεως.

Ζ) Δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε "συμπαιγνία" της ... ΑΕ με τους ομολογιούχους, με σκοπό την υφαρπαγή της περιουσίας τους. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τα θέματα της ... Α.Ε. τα χειρίζονταν αποκλειστικά οι εφεσίβλητοι και για το λόγο ακριβώς αυτόν αρνήθηκαν να προβούν σε εκχώρηση των τυχόν απαιτήσεων της δεύτερης εφεσίβλητης κατ' αυτής στους ομολογιούχους δανειστές, επιλέγοντας την ενεχυρίαση των απαιτήσεών της, έτσι ώστε οι ίδιοι να αποφασίζουν και για σύναψη ή μη συμβιβασμού, όπως έπραξαν το 2018 με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και της ...

ΑΕ αναφορικά με το χρέος και όπως έπραξαν και ακολούθως, αφού η ανωτέρω συμφωνία ουδέποτε έλαβε χώρα, το 2020, οπότε, κατά δήλωσή τους, ξεκίνησαν νέες διαπραγματεύσεις, οι οποίες μέχρι τη συζήτηση της έφεσης δεν είχαν εισέτι ευδοκιμήσει. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ομολογιούχοι ήταν σε γνώση των προθέσεων τόσο των εφεσιβλήτων όσο και της ...

Α.Ε. αναφορικά με τη ρύθμιση της αντιδικίας της δεύτερης εφεσίβλητης (...) (η οποία ήταν από το 2013 εγγυήτρια μέρους του χρέους και όχι οφειλέτιδα αυτού) με την ... ΑΕ, ούτε ηδύναντο να την επηρεάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και ότι η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους ως άνω "συμπαιγνία" της ... ΑΕ με τους ομολογιούχους, δεν δύναται να εξηγηθεί αφ' ης στιγμής οι τελευταίοι (ομολογιούχοι) διατηρούν ενέχυρο σε ποσοστό 80% επί των απαιτήσεων της ...

κατά της ... Α.Ε. Αποτέλεσμα, δε, των ανωτέρω χειρισμών των εφεσιβλήτων και της ... ΑΕ ήταν: α) να μην καταβάλει η ... ΑΕ κανένα ποσό στους εφεσίβλητους ούτε στους ομολογιούχους, με ευθύνη των ανωτέρω (εφεσιβλήτων και ...) και β) να μην εξυπηρετείται καθόλου το επίδικο χρέος εκ των δύο ΚΟΔ, αναμένοντας επί μακρόν οι ομολογιούχοι εξεύρεση λύσεως ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και τη ρύθμιση των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης.

Η)η ύπαρξη εξασφαλίσεων, αυτή καθαυτή, δεν καθιστά από μόνη της την καταγγελία του δανείου καταχρηστική, αλλά λαμβάνεται υπόψη προς στάθμιση μόνο του δικαιώματος του δανειστή σε συνδυασμό με το συνολικώς οφειλόμενο ποσό (εάν δηλαδή είναι τέτοιο, ώστε να καθίσταται ευχερής η σε οποιοδήποτε χρόνο είσπραξή του άμεσα χωρίς καμία βλάβη των οικονομικών συμφερόντων του δανειστή).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι "οι ένδικες καταγγελίες έλαβαν χώρα νόμιμα, κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος των ομολογιούχων".

Πρέπει να σημειωθεί, επειδή επισημαίνεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για την περιέλευση των αναιρεσειουσών σε κατάσταση μόνιμης/οριστικής αδυναμίας πληρωμής, για το "εύλογο" ή μη της σχηματισθείσας από τις αναιρεσείουσες πεποίθησης περί αποχής των αναιρεσιβλήτων από την ενάσκηση του δικαιώματος καταγγελίας και, επιπροσθέτως, η κρίση περί μη "αιφνίδιας μεταστροφής" της μέχρι τότε συμπεριφοράς τους, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση περί τα πράγματα, των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ελέγχεται η υπαγωγή στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, και όχι γνήσιοι υπαγωγικοί συλλογισμοί, δηλ. συνιστούν μέρος του αποδεικτικού πορίσματος και όχι της γνήσιας υπαγωγικής εργασίας στον κανόνα δικαίου. Αποδειχθείσης κατά συνέπεια εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές, της μόνιμης αδυναμίας, η υπαγωγική κρίση περί μη κατάχρησης είναι ορθή και πλήρως αιτιολογημένη.

Περαιτέρω δε η ύπαρξη απαιτήσεων του οφειλέτη κατά τρίτου (... ΑΕ) δεν καθιστά αφ'εαυτής καταχρηστική την εκτέλεση κατ'αυτού (οφειλέτη). Δεν επιτάσσει δηλαδή η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο σκοπός του δικαιώματος, ο δανειστής αντί του οφειλέτη του, να στραφεί κατά του τρίτου, (οφειλέτη του οφειλέτη του) αρχίζοντας μάλιστα αυτός την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που ο οφειλέτης του έχει αμελήσει.

Εξάλλου, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι οι δανειστές θα μπορούσαν να στερηθούν του δικαιώματος καταγγελίας, παρά τη μακρόχρονη μη εκπλήρωση υποχρεώσεων των οφειλετών τους, επειδή η απαίτησή τους εξασφαλίζεται με εμπράγματη ασφάλεια, αφού ορθά επισημαίνεται ότι η εμπράγματη ασφάλεια δεν λειτουργεί ως "καταβολή" ή ως "δόση αντί καταβολής" που ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενώ ουδεμία διάταξη επιβάλλει στον δανειστή να απόσχει από την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του εκ της περιουσίας του οφειλέτη απλώς και μόνον επειδή ο τελευταίος έχει παράσχει ασφάλειες. Αντίθετα, οι ασφάλειες παρέχονται ακριβώς για να αποπληρωθούν οι εκ του δανείου υποχρεώσεις από την ρευστοποίησή τους, σε περίπτωση που δεν εξυπηρετείται το δάνειο, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστικότητα και εντεύθεν απώλεια του δικαιώματος καταγγελίας. Η αντίθετη άποψη θα μετατόπιζε μάλιστα την υποχρέωση του οφειλέτη, να στέρξει για την είσπραξη της ενεχυριασθείσας απαίτησης με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή, στον ίδιο τον δανειστή.

Έτσι, συνεπώς, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και, κατ'ακολουθίαν, αυτές των άρθρων 174, 178, 200 και 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά έκρινε ως μη εφαρμοστέες, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, εκτιμώμενης της στάσης αυτών συνολικά, δεν κρίθηκαν ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στους αναιρεσείοντες την πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητες τράπεζες δεν επρόκειτο να ασκήσουν κατ' αυτών το ένδικο δικαίωμά τους για την καταγγελία των ομολογιακών δανείων και ότι, κατ'ακολουθίαν, καθιστά για τους αναιρεσείοντες αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να απαιτήσουν την εξόφληση της ένδικης απαίτησής τους, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή ή μη της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του 281 ΑΚ που δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Άλλωστε οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν εις τι έγκειται η εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθ. 281 ΑΚ και ποια θα ήταν η ορθή αιτιολογία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά αμφότερα αυτού τα σκέλη με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος ετέρου προς έρευνα λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες σε κάθε αίτηση αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη των αντιστοίχων αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά τους (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 11-1-2023 και 16-11-2022 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 5680/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αμφότερες.

Διατάσσει την εισαγωγή των αντιστοίχων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε κάθε αίτηση στη δικαστική δαπάνη των αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ στην κάθε μια.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ