Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding alleged contradiction in lower court's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a dispute over electric forklifts. The appellants argued the lower court contained contradictory statements, but the Court found no actual contradiction because the facts regarding the number of forklifts and the third party's entry into cold storage were not mutually exclusive. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on an alleged contradiction in the lower court's decision is inadmissible if the contradiction does not exist in the operative part or in the reasoning with the status of the operative part, and if the facts do not actually contradict each other.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 17 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 17/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Αγροτικού Συνεταιρισμού Επεξεργασίας Εσπεριδοειδών Αμυκλών Σπάρτης "ΛΑΚΩΝΙΑ", ΣΥΝΠΕ - ΕΓΑ, που εδρεύει στις Αμύκλες Λακωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Π. του Λ., κατοίκου …, … και 5) Χ. Δ. του Α., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλικάκο, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 11-4-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2014 μη οριστική και 200/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1401/2008).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 907/2015).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για την γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση η χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου.
Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από τον πρώτο εναγόμενο (πρώτο αναιρεσείοντα) Αγροτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ ΑΜΥΚΛΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΚΩΝΙΑ" στις 13-02-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να εργαστεί σε αυτό, ενώ μάλιστα στις 23-09-2004 εξελέγη και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του νομίμως συνεστημένου εργατικού επιχειρησιακού σωματείου του πρώτου εναγομένου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Αγροτικού Συνεταιρισμού Επεξεργασίας Εσπεριδοειδών Αμυκλών Λακωνίας" μέχρι και τις 15-11-2005, οπότε μετά την παραίτηση τριών μελών του ΔΣ του σωματείου εργαζομένων του πρώτου εναγομένου και όλων των αναπληρωματικών, δεν ήταν δυνατή η συγκρότησή του και διορίστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιου προκειμένου να προκηρυχθούν νέες αρχαιρεσίες για το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006, κατά τις οποίες o ενάγων δεν επανεξελέγη.
Ωστόσο, στις 27-12-2005, παρόλο που δεν είχε πλέον την ιδιότητα του συνδικαλιστή, προέβη στην από 27-12-2005 καταγγελία του στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, με την οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι ο τρίτος εναγόμενος (τρίτος αναιρεσίβλητος) Ι. Τ., εργαζόμενος από τις 30-08-2004 στο πρώτο εναγόμενο και ειδικότερα στους ψυκτικούς θαλάμους, δεν ελάμβανε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας αν και το δικαιούνταν.
Για την καταγγελία αυτή, ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος), Σ. Π. του Λ., υπό την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. του πρώτου εναγομένου, υπέβαλε την από 15-03-2007 μήνυσή του κατά του ενάγοντος για ψευδή καταμήνυση. Στην ανωτέρω εκδίκαση της υπόθεσης του ενάγοντα, την δικάσιμο της 10-12-2009 και μετά από διακοπή, κατά την δικάσιμο της 21-12-2009, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας όλοι οι εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι κατέθεσαν εν γνώσει τους ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31-01-2006 και δεν οδηγούσε κλάρκ στους ψυκτικούς θαλάμους μέχρι το αμέσως ανωτέρω χρονικό σημείο, δεν είχε μπει στους ψυκτικούς θαλάμους και συνεπώς δεν δικαιούνταν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας.
Επίσης αναγνώσθηκε η από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωση του τρίτου εναγομένου, Ι. Τ. προς την Επιθεώρηση Εργασίας όπου ανάφερε ότι ο τελευταίος άρχισε να εργάζεται στα ψυγεία από 1-2-2006 και από τότε παίρνει και το επίδομα ψυγείων ποσού 100 ευρώ το μήνα. Ο ενάγων κατά την ανωτέρω εκδίκαση της υπόθεσής του στον πρώτο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, κατόπιν δε άσκησης έφεσης εκ μέρους του, η υπόθεση επανεξετάσθηκε σε δεύτερο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, όπου οι ανωτέρω εναγόμενοι εξεταζόμενοι ως μάρτυρες επανέλαβαν όσα είχαν καταθέσει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αναγνώστηκαν και τα έγγραφα της πρωτόδικης δίκης μεταξύ των οποίων και η από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωση του τρίτου εναγομένου, πλην όμως ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πρώτος εναγόμενος συνεταιρισμός διαθέτει δύο ηλεκτροκίνητα ''κλαρκ" τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως στους ψυκτικούς θαλάμους και συνεπώς ο τρίτος εναγόμενος, ως βοηθός χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος, πράγματι εισερχόταν στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31-01-2006, προκειμένου να φορτώνει και να ξεφορτώνει, καθώς η θέση του υπαλλήλου Α.
είχε μείνει κενή μετά την αποχώρησή του και δεν υπήρχε άλλος να βοηθά τον μοναδικό εναπομείναντα χειριστή ηλεκτρονικού κλαρκ, Β., ο οποίος εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους και επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια, απαιτούνταν δύο (2) άτομα ως χειριστές ηλεκτροκίνητων κλαρκ, που κινούνταν κυρίως στα ψυγεία των εγκαταστάσεων του πρώτου εναγομένου, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του συνεταιρισμού, δοθέντος ότι απαγορευόταν η είσοδος πετρελαιοφόρων κλαρκ στα ψυγεία των εγκαταστάσεων.
Συμπερασματικά, η καταγγελία του ενάγοντα ήταν αληθής, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα (της μη καταβολής επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας) και όλοι οι εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα γνώριζαν το ψεύδος των όσων κατέθεταν στις ποινικές δίκες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ο δε τρίτος εναγόμενος, Ι.
Τ., γνώριζε και την αναλήθεια των όσων περιέχονται στην από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωσή του, δοθέντος ότι ο ίδιος είχε παραπονεθεί στον ενάγοντα ότι εργάζονταν στους ψυκτικούς θαλάμους και δεν ελάμβανε το επίδομα εργασίας, ενώ οι λοιποί εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα γνώριζαν το ψεύδος των όσων κατέθεσαν, λόγω των ιδιοτήτων τους και της θέσης τους στο πρώτο εναγόμενο, ο μεν πρώτος ως πρόεδρος, ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος και ο τέταρτος ως διοικητικός υπάλληλος του σωματείου.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων και λόγος έφεσης ότι η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του τρίτου εναγομένου δεν υπεβλήθη στην επιθεώρηση Εργασίας ούτε σε κάποια από τα παραπάνω ποινικά δικαστήρια από τους ίδιους, αλλά προσκομίσθηκε στον πρωτόδικο ποινικό δικαστήριο, από τον ενάγοντα και συνεπώς η ηθική βλάβη που υπέστη από την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, ήταν αποτέλεσμα ενέργειας του ενάγοντα και όχι των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι παρόλο που δεν συντρέχει το ποινικό αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 6 εδ α' του ν. 1599/1986 περί ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, δοθέντος ότι πράγματι δεν υποβλήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, προς την οποία απευθυνόταν, ωστόσο δεν αναιρείται το ψευδές του περιεχομένου της ανωτέρω δηλώσεως και αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015) σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι σκοπός της ανωτέρω δήλωσης ήταν πράγματι αυτή να προσκομισθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, από τους εναγόμενους, πλην όμως δεν προσκομίσθηκε από τους τελευταίους, διότι παρόλο που δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, από τον μηνυτή και ήδη δεύτερο εναγόμενο, τούτη αποβλήθηκε και συνεπώς ως μη διάδικοι στην ανοιγείσα ποινική δίκη, δεν δικαιούνταν να προσκομίσουν έγγραφα.
Τέλος, ενόψει όλων των ανωτέρω, με τις προαναφερόμενες άδικες πράξεις τους οι εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα, προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντα, ο οποίος υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 200/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτός από την προσβολή της προσωπικότητάς του.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 224 και 361-363 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η από 27-12-2005 καταγγελία του αναιρεσιβλήτου ήταν αληθής, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα (της μη καταβολής από τον πρώτο αναιρεσείοντα επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στον τρίτο αναιρεσίβλητο) και όλοι οι αναιρεσείοντες φυσικά πρόσωπα κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδώς στις ποινικές δίκες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου ότι ο τρίτος από αυτούς δεν εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31-01-2006 και δεν οδηγούσε κλάρκ στους ψυκτικούς θαλάμους μέχρι το ανωτέρω χρονικό σημείο, δεν είχε μπει στους ψυκτικούς θαλάμους και συνεπώς δεν δικαιούνταν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ο δε τρίτος γνώριζε και την αναλήθεια των όσων περιέχονται στην από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωσή του, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του τελευταίου.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραδοχές:
α) ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στην από 27-12-2005 καταγγελία του στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, με την οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο τρίτος αναιρεσείων, εργαζόμενος από τις 30-08-2004 στον πρώτο αναιρεσείοντα συνεταιρισμό και ειδικότερα στους ψυκτικούς θαλάμους, δεν ελάμβανε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας αν και το δικαιούνταν, β) ότι για την καταγγελία αυτή, ο δεύτερος αναιρεσείων, υπό την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.
του πρώτου αναιρεσείοντος, υπέβαλε την από 15-03-2007 μήνυσή του κατά του αναιρεσίβλητου για ψευδή καταμήνυση, γ) ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας όλοι οι αναιρεσείοντες φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι κατέθεσαν εν γνώσει τους ότι ο τρίτος αναιρεσείων δεν εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31-01-2006 και δεν οδηγούσε κλάρκ στους ψυκτικούς θαλάμους μέχρι το ανωτέρω χρονικό σημείο, δεν είχε μπει στους ψυκτικούς θαλάμους και συνεπώς δεν δικαιούνταν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, τα ίδια δε κατέθεσαν και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ενώ αναγνώσθηκε και η από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωση του τρίτου αναιρεσείοντος προς την Επιθεώρηση Εργασίας όπου ανέφερε ότι άρχισε να εργάζεται στα ψυγεία από 1-2-2006 και από τότε παίρνει και το επίδομα ψυγείων ποσού 100 ευρώ το μήνα, δ) ότι η καταγγελία του αναιρεσίβλητου ήταν αληθής, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα (της μη καταβολής επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας) και όλοι οι αναιρεσείοντες φυσικά πρόσωπα γνώριζαν το ψεύδος των όσων κατέθεταν στις ποινικές δίκες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ο δε τρίτος εξ αυτών, Ι.
Τ., γνώριζε και την αναλήθεια των όσων περιέχονται στην από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωσή του, δοθέντος ότι ο ίδιος είχε παραπονεθεί στον αναιρεσίβλητο ότι εργάζονταν στους ψυκτικούς θαλάμους και δεν ελάμβανε το επίδομα εργασίας, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες γνώριζαν το ψεύδος των όσων κατέθεσαν, λόγω των ιδιοτήτων τους και της θέσης τους στον πρώτο αναιρεσείοντα, ο μεν πρώτος ως πρόεδρος, ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος και ο τέταρτος ως διοικητικός υπάλληλος του σωματείου, και ε) ότι οι αναιρεσείοντες με τις προαναφερόμενες άδικες πράξεις τους προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία πρώτο και δεύτερο σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως κατά τα ίδια σκέλη με τα οποία οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της από 21.5.2004 ΕΓΣΣΕ, των άρθρων 9 και 32 της από 8.7.2004 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Α.Σ.Ο., της υπ' αριθ. Οικ. 13152/25.10.2004 ΥΑ, του άρθρου 361 ΑΚ, του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντ.
και των άρθρων 3 παρ. 1, 7, 8&2, 10&2 και 11&2 του Ν. 1876/1990 "περί ελεύθερων διαπραγματεύσεων και των άρθρων 224 και 229 του ΠΚ και έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ισχυριζόμενοι ότι ο τρίτος από αυτούς εργαζόταν ως εργατοτεχνίτης και όχι ως υπάλληλος και ότι η σύμβασή του διεπόταν από τους όρους της ΕΓΣΣΕ, από την οποία δεν προβλέπεται η χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και άρα, με βάση τις παραπάνω διατάξεις, δεν είχε υποχρέωση ο πρώτος από αυτούς να καταβάλει στον τρίτο τέτοιο επίδομα, είτε αυτός εισερχόταν στους ψυκτικούς θαλάμους είτε όχι, εσφαλμένα δε δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι η καταγγελία του πρώτου από αυτούς ήταν ψευδής και ότι όσα κατέθεσαν οι υπόλοιποι ήταν ψευδή, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι ο τρίτος από αυτούς ήταν εργατοτεχνίτης και να εφαρμόσει το άρθρο 32 της από 8.7.2004 ΣΣΕ, που ίσχυε για τους εργατοτεχνίτες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας που δεν έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πλην όμως οι τελευταίοι δεν επικαλούνται ταυτόχρονα ότι προέβαλαν τέτοιους ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν στο Εφετείο από τους ηττηθέντες εναγόμενους με λόγο έφεσης, όπως δεν είχαν προβληθεί και πρωτοδίκως.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ούτε πρωτοδίκως ούτε και στην κατ' έφεση δίκη προέβαλαν τέτοιους ισχυρισμούς, ότι δηλαδή με βάση τις ήδη επικαλούμενες ως άνω διατάξεις, ο τρίτος από αυτούς σε κάθε περίπτωση δεν εδικαιούτο να λάβει το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά ο μόνος ισχυρισμός τους τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ήταν ότι ο τρίτος από αυτός δεν εδικαιούτο το άνω επίδομα, διότι δεν εργαζόταν πριν την 31.1.2006 στους ψυκτικούς θαλάμους, ως εκ τούτου δε το μόνο θέμα αποδείξεως ήταν αν πράγματι ο τρίτος αναιρεσείων εισερχόταν ή όχι στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31.1.2006.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι εν λόγω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων απαραδέκτως προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν πρόκειται περί κανόνων δημοσίας τάξεως, ενώ και από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους άνω ισχυρισμούς προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του ίδιου πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και δη ότι η εργασία που παρείχε ο τρίτος από αυτούς ήταν εργασία εργάτη και όχι υπαλλήλου, δέχθηκε ότι η άνω καταγγελία του αναιρεσίβλητου δεν ήταν ψευδής και ότι όσα κατέθεσαν αυτοί ήταν ψευδή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την εργασία του τρίτου αναιρεσείοντος και εντός των ψυκτικών θαλάμων και το δικαίωμά του για καταβολή του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Τέλος, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη για έλλειψη νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το περιεχόμενο της άνω υπεύθυνης δήλωσης του τρίτου από αυτούς, παρόλο που δεν στοιχειοθετείται το ποινικό αδίκημα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολογεί καθόλου ποια είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος και ποια ήταν η συμπεριφορά εκάστου εξ αυτών που επέδειξαν σε σχέση με την άνω υπεύθυνη δήλωση, ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι υπερβαίνει τα όρια της συναλλακτικής ευθύτητας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το άνω σκέλος του, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι με την προσβαλλόμενη ρητά γίνεται δεκτό ότι το περιεχόμενο της άνω δήλωσης, ανεξαρτήτως του ότι δεν συντρέχει το ποινικό αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 6 εδ α' του ν. 1599/1986 περί ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, ήταν ψευδές και υπό τα δεδομένα αυτά αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, η σύνταξη της ψευδούς αυτής δήλωσης.
Καθόσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι με την προσβαλλόμενη ρητά γίνεται δεκτό ότι ο τρίτος αναιρεσείων γνώριζε και την αναλήθεια των όσων περιέχονται στην από 25-10-2006 υπεύθυνη δήλωσή του, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες γνώριζαν το ψεύδος μόνο των όσων κατέθεσαν στα ποινικά δικαστήρια.
Καθόσον δε αφορά την περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι σκοπός της ανωτέρω δήλωσης ήταν πράγματι αυτή να προσκομισθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης από τους αναιρεσείοντες, πλην όμως δεν προσκομίσθηκε από τους τελευταίους, η παραδοχή αυτή είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει αυτοτελώς έστω και επικουρικά το διατακτικό της προσβαλλόμενης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 667/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο τρίτος από αυτούς εισέρχονταν ως βοηθός χειριστή ηλεκτροκίνητου κλάρκ στους ψυκτικούς θαλάμους, ενώ οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν και απέδειξαν ότι μόνο οι χειριστές εισέρχονταν στους ψυκτικούς θαλάμους.
Ομοίως, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ίδιο σφάλμα, με την επίκληση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο σκοπός της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης του τρίτου από αυτούς ήταν πράγματι αυτή να προσκομισθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, από τους ίδιους, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε τέτοιος σκοπός τους.
Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για τα ως άνω ζητήματα (για το δεύτερο, όπως προαναφέρθηκε, πλεοναστικά) σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και δη από την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και τις υπ' αριθ. 98 και 99/18-02-2014 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σπάρτης, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, οι δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν το αιτιολογικό έχει προσόντα διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 43/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β` ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον, ενώ δέχεται ότι τα ηλεκτροκίνητα κλάρκ δεν κινούνταν αποκλειστικά και μόνο στους ψυκτικούς θαλάμους, δέχεται ότι ο τρίτος από αυτούς ήταν χειριστής ηλεκτροκίνητου κλάρκ και επομένως εισερχόταν στους ψυκτικούς θαλάμους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό ή στο με προσόντα διατακτικού αιτιολογικό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το άνω σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, και υπό την εκδοχή ότι πρόκειται για παραδοχές που έχουν προσόντα διατακτικού, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, καθόσον το Εφετείο αφενός μεν δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων διαθέτει δύο ηλεκτροκίνητα κλάρκ, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως στους ψυκτικούς θαλάμους και αφετέρου δέχθηκε ότι ο τρίτος αναιρεσείων, ως βοηθός χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος, πράγματι εισερχόταν στους ψυκτικούς θαλάμους πριν την 31-01-2006, προκειμένου να φορτώνει και να ξεφορτώνει, παραδοχές που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού δεν απαιτείται να χρησιμοποιούνται τα ηλεκτροκίνητα κλάρκ αποκλειστικά και μόνο στους ψυκτικούς θαλάμους.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2021 αίτηση των: 1) Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ ΑΜΥΚΛΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ "ΛΑΚΩΝΙΑ" ΣΥΝΠΕ - ΕΓΑ, 2) …, και 5) Χ. Δ. του Α., για αναίρεση της με αριθ. 174/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ