Legislator Case Law & Legislation
17/2023 AI generated

Appeal dismissed; statute of limitations argument inadmissible; fourth appeal ground rejected as non-listed.

Case Number 17/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, rejecting the appellant's claim that the statute of limitations had expired. The court held that the statute of limitations argument was inadmissible as it was raised for the first time on appeal, violating procedural rules. Furthermore, the fourth appeal ground was rejected because it did not fall within the specific list of allowable appeal reasons for First Instance judgments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations argument raised for the first time on appeal is inadmissible, and appeal grounds not listed in the relevant article are rejected.

Keywords

AI generated
statute of limitations inadmissible appeal first time argument appeal grounds procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 17 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ - ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, o oποίος κατέθεσε προτάσεις στις 14-1-2020 και προσθήκη στις 16-1-2020.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2020 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρβανίτη, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 13-1-2020.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 970/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 9241/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-1-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση, λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου. Η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. με την 172/2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα και ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου".

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Στην προκεειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 28.1.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ ΑΕ)" κατά του Ι.

Δ., για αναίρεση της με αριθμό 9241/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 14.1.2020, που ορίστηκε με την πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Πηνελόπης Ζωντανού, επέσπευσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Ι. Χ.. Στη συνέχεια, όμως, εξαιτίας του ιδιαιτέρως αυξημένου φόρτου εργασίας ως εκ των καθηκόντων ανακρίτριας σε υπόθεση του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος και της επακολουθήσασας αποχώρησης από την υπηρεσία της Αρεοπαγίτου Κων/νας Αλεβιζοπούλου, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την οποία είχε ορισθεί εισηγήτρια, και συνακόλουθα της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27.9.2022), με τη με αριθμό 172/2022 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Νικολάου Πιπιλίγκα.

Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από 29.6.2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή των δικαστηρίων Ε. Π.. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενος, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία είχε παραστεί.

2.-Με την από 28.1.2019 και με αριθ. κατάθεσης 11563/18/6.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 9241/28.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, επί της από 20.1.2017 και με αριθ. κατάθ. 6775/208/2017 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσία, η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 970/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12.9.2014 και με αριθμό κατ. 1396/2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης των ημερών αδείας που δεν του χορήγησε η εργοδότριά του ΕΡΤ ΑΕ, κατά τα έτη 2011 και 2012, παρότι αιτήθηκε αυτών και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ ΑΕ)" [άρθ. 2 παρ. 2 της με αριθ.

ΟΙΚ 02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012] να καταβάλει στον ενάγοντα 8.701,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο του Δημοσίου (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, καθότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 6.2.2019, ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), που έλαβε χώρα στις 28.8.2018.

Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

3.-Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 9 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 283Β/20.4.1989 φύλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ που εργάζεται επί πενθήμερης εβδομαδιαίας βάσης και συμπληρώνει υπηρεσία 10 ετών, δικαιούται για κάθε ημερολογιακό έτος κανονικής αδείας 25 εργασίμων ημερών, ενώ μετά τη συμπλήρωση των 10 ετών, το όριο αυξάνεται κατά μία ημέρα για κάθε έτος μέχρι τη συμπλήρωση 30 εργασίμων ημερών.

Σύμφωνα δε με την παρ. 8 του άρθρου 25 του ΓΚΠ - ΕΡΤ, η κανονική άδεια χορηγείται υποχρεωτικά από την υπηρεσία, εφόσον ο υπάλληλος δεν υπέβαλε αίτηση χορήγησής της μέχρι και την 31η Μαρτίου του επόμενου έτους. Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 25 του ΓΚΠ - ΕΡΤ ΑΕ, αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο, πριν αυτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, η εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλλει τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ, αν του είχε χορηγηθεί η άδεια συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών του επιδόματος άδειας.

Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 5 του Α.Ν. 539/1945 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ν. 1346/1983 και ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 549/1977, ορίζεται ότι αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια, δηλαδή δικαιούται αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της κανονικής άδειας.

Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β του ΑΝ 539/1945, στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορηγήσει στον εργαζόμενο τη νόμιμη κατ' έτος άδειά του, υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%. Οι τελευταίες διατάξεις, ως αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμών εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 (Α.Π. 247/2020).

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των κανονισμών εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (Ολ.ΑΠ 5/20) 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που αποτελεί αντιγραφή του λόγου του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το ν. 5335/2015 και εφαρμόζεται στις αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016 "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: ...6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 607/2016).

5.-Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε ύστερα από διαγωνισμό από την ΕΡΤ-1 στις 2.11.1983 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ηλεκτρονικός μέσης τεχνικής σχολής.

Ακολούθως με το Ν. 1730/87 ιδρύθηκε η ΕΡΤ Α.Ε., ως ΝΠΙΔ με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, στην οποία συγχωνεύθηκαν η ΕΡΤ-1 και η ΕΡΤ-2. Στην ΕΡΤ-ΑΕ μεταφέρθηκε αυτοδίκαια, βάση του άρθρ. 15 Ν. 1730 με την ίδια σχέση εργασίας (που) είχε με την ΕΡΤ-1 και μέχρι 20.11.2012 ανήκε στο τακτικό προσωπικό, με ειδικότητα ΔΕΤ-Μα Ηλεκτρονικού.

Οι όροι εργασίας του, οι αποδοχές και κάθε άλλο θέμα που αφορά την εργασία του ρυθμίζονταν από τις ΣΣΕ της ΠΟΣΠΕΡΤ, τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού (ΓΚΠ), τις αποφάσεις του Δ.Σ της ΕΡΤ- ΑΕ και την εργατική νομοθεσία. Ο ενάγων εργαζόταν με πλήρες ωράριο (8 ώρες) και επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή), οι δε μηνιαίες αποδοχές του ήδη από το 2011 ανέρχονταν σε 2.832,57€: [ Βασικός μισθός (1.263,51) + χρονοεπίδομα (1.061,35) + επίδομα παιδιών (142,30) + επίδομα γάμου (142,30) + επίδομα ειδικών συνθηκών (315,88) + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (240,07) - προσωπική διαφορά (80,08) - περικοπή Ν. 3845 (162,46) - περικοπή Ν. 3899 (250,46) =] 2.832,57€.

Την 2α Δεκεμβρίου του έτους 2011 του γνωστοποιήθηκε με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ΕΡΤ Α.Ε. η υπ' αριθ. ... διαπιστωτική πράξη του Γενικού Δ/ντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία τίθεται υποχρεωτικά σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και απολύεται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια από 28 Νοεμβρίου 2011 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011.

Η ως άνω υποχρεωτική θέση του σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συντελέσθηκε βάσει του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις...". Γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1955, δηλ. κατά την ημερομηνία της θέσης του σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας είχε συμπληρώσει το 56ο έτος της ηλικίας του και 35 έτη πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας.

Κατά το χρόνο της θέσης σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας: α) η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας του με την εναγόμενη έληγε, βάσει του άρθρ. 31 παρ. 2 ΓΚΠ, στις 25/9/2013. β) Η συνδικαλιστική του προστασία εκτεινόταν καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του και ένα χρόνο μετά, ήτοι μέχρι τις 11/4/2015. Κατά της ΕΡΤ Α.Ε. είχε ασκήσει την από 13/12/2011 (αρ.

εκθ. καταθ. 219989/23743/2011) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, την αναστολή εκτέλεσης των ανωτέρω εγγράφων της εναγόμενης ως παράνομων, καταχρηστικών και εν τέλει άκυρων. Η συζήτηση της ως άνω αίτησης είχε προσδιορισθεί για τις 15/2/2012 και της προσωρινής διαταγής για τις 3/1/2012.

Η αίτηση κοινοποιήθηκε στους τότε εναγόμενους στις 30/12/2011, και μετά την παρέλευση του Σαββατοκύριακου, στις 2/1/2012, η ΕΡΤ Α.Ε. εξέδωσε νέα διαπιστωτική πράξη απόλυσης, και, συγκεκριμένα, την υπ' αριθ. ... διαπιστωτική πράξη απόλυσης, με την οποία του ανακοίνωσε ότι αποχωρεί υποχρεωτικά και αυτοδίκαια, όχι μόνον βάσει των διατάξεων του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011 αλλά και κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 εδ.

β' του άρθρ. 31 του ΓΚΠ της εναγόμενης, βάσει του οποίου αν με βάση τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ο αποχωρών εργαζόμενος συμπληρώνει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης προ του 58ου έτους της ηλικίας, τότε αποχωρεί αυτοδίκαια με τη συμπλήρωση του εν λόγω μικρότερου ορίου ηλικίας. Κατά της νέας αυτής διαπιστωτικής πράξης ο ενάγων άσκησε την από 9.1.2012 (αριθμ.

εκθ. κατάθ. 4379/682/2012) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Οι ως άνω αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων οι οποίες στρέφονταν κατά της γενόμενης απόλυσής του ως παράνομης, καταχρηστικής και άκυρης περιείχαν αίτημα για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής, το οποίο συζητήθηκε ενώπιον του κ. Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά από αναβολές την 27.3.2012.

Κατά τη δικάσιμο αυτή το αίτημα προσωρινής διαταγής για τη συνέχιση της εργασίας του μέχρι την έκδοση απόφασης επί των ασκηθεισών αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων έγινε δεκτό. Έτσι ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται για την ΕΡΤ Α.Ε. στη θέση την οποία κατείχε μέχρι την 20.11.2012, οπότε και εξεδόθησαν απορριπτικές αποφάσεις επί των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.

Εν συνεχεία, δυνάμει της από 10.6.2003 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου τροποποιήθηκε το άρθρ. 14Β του Ν. 3429/2005 και εκδόθηκαν οι κάτωθι κανονιστικές/ατομικές διοικητικές πράξεις: α) Με την υπ' αρ. 0ΙΚ.02/11.6.2013 Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ- Α.Ε.)", η οποία δημοσιεύθηκε την 11.6.2013 στο Φ.Ε.Κ., τ.

Β' αριθ. φύλλου 1414, αποφασίστηκε η αναστολή λειτουργίας της ΕΡΤ ΑΕ, η μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων στο Ελληνικό Δημόσιο, η καθολική διαδοχή αυτού στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΕΡΤ ΑΕ, η λύση των κάθε είδους συμβάσεων των εργαζόμενων, η λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ ΑΕ και η κατάργηση καταβολής του ανταποδοτικού τέλους.

β) Με την υπ' αριθ. ΟΙΚ.03/12.6.2013 Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε την 12.6.2013 στο Φ.Ε.Κ., τ. Β' αριθ. φύλλου 1423, τροποποιήθηκε η ως άνω ΚΥΑ και καθορίστηκε η εξουσία του ειδικού διαχειριστή, ο οποίος πέραν των αρμοδιοτήτων που αφορούν στη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της ΕΡΤ ΑΕ στο Ελληνικό Δημόσιο, έχει τη δυνατότητα να συνάπτει για λογαριασμό του Δημοσίου συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της ΠΥΣ 33/2006.

γ) Με την υπ' αριθ. ΟΙΚ.04/12.6.2013 Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε την 13.06.2013 στο Φ.Ε.Κ., τ. Β', αριθ. φύλλου 1427, διορίστηκε ως ειδικός διαχειριστής όλων των περιουσιακών στοιχείων της καταργηθείσας ο κ. Γ. Μ., εν συνεχεία δε διορίσθηκε η κα Α. Γ.. Εν συνεχεία με την υπ' αρ.

ΔΑΔΓ 4020512/8-12-2015 ΚΥΑ των Υπουργών Επικρατείας και Οικονομικών, ΦΕΚ 2167/Β/8.10.2015, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." ορίστηκε ως ειδική διαχειρίστρια, σε αντικατάσταση της Α. Γ., για την διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ. Παραπέρα σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 25 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 10 παρ. 9 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 283Β/20.4.1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, που εργάζεται επί πενθήμερης εβδομαδιαίας βάσης, και συμπληρώνει υπηρεσία 10 ετών δικαιούται για κάθε ημερολογιακό έτος κανονικής αδείας 25 εργάσιμων ημερών, ενώ μετά τη συμπλήρωση των 10 ετών το όριο αυτό αυξάνεται κατά μια ημέρα για κάθε έτος μέχρι την συμπλήρωση 30 εργάσιμων ημερών.

Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρ.25 του ΓΚΠ-ΕΡΤ η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά από την υπηρεσία, εφόσον ο υπάλληλος δεν υπέβαλε αίτηση χορήγησης της μέχρι και την 31η Μαρτίου του επόμενου έτους. Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθ. 25 του ΓΚΠ-ΕΡΤ ΑΕ, αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο, πριν αυτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, η εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ, αν του είχε χορηγηθεί η άδεια, συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών του επιδόματος αδείας.

Σύμφωνα με το αρθ. 5 παρ. 5 ΑΝ 539/1945 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ν. 1346/83 και ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με το άρθρ. 4 παρ. 1 της από 26/1/77 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με το άρθρ. 8 του Ν. 549/77, ορίζεται ότι αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια, που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια, δηλ.

δικαιούται αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της κανονικής αδείας. Τέλος κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' ΑΝ 539/1945, στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορηγήσει στον εργαζόμενο τη νόμιμη κατ' έτος άδειά του, υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100% (επί πλέον βεβαίως των αποδοχών των ημερών της αντίστοιχης απασχόλησής του).

Νομολογιακά έχει επανειλημμένως κριθεί ότι οι περί αδείας διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως (άρθρ. 3 ΑΚ) και δεν χωρεί παραίτηση του μισθωτού από τα διεπόμενα από τις ανωτέρω διατάξεις δικαιώματα, τυχόν δε παραίτηση από τα εν λόγω δικαιώματα είναι άκυρη (πρβλ. άρθρ. 5 παρ. 1 ΑΝ 539/1945 και άρθρ. 24 παρ. 5 ΓΚΠ-ΕΡΤ).

Σύμφωνα λοιπόν με αυτά και δεδομένου ότι ο ενάγων το έτος 2011 είχε ήδη συμπληρώσει στην ΕΡΤ ΑΕ την υπηρεσία την οποία αναφέρεται ανωτέρω, δικαιούται κανονικής αδείας έως 30 εργασίμων ημερών για το έτος 2011 και 30 εργασίμων ημερών για το έτος 2012. Ωστόσο, η εναγομένη του χορήγησε μόνον τμήμα των ημερών κανονικής αδείας για το έτος 2011 και το έτος 2012, με αποτέλεσμα να υπολείπονται ημέρες κανονικής αδείας για τα έτη αυτά, οι οποίες ουδέποτε του χορηγήθηκαν.

Συγκεκριμένα, λόγω μη χορήγησης σ' αυτόν, παρότι αιτήθηκε αυτών, 17 ημερών για το 2011 και 15 ημερών για το 2012 του οφείλονται [. . .] συνολικά 8.701,44 ευρώ (4.622,64 + 4078.80). Το ποσό υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο όπως προαναφέρθηκε είναι καθολικός διάδοχος της ΕΡΤ- ΑΕ μετά την κατάργησή της.

Το εναγόμενο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει το αιτούμενο ποσό για την αποζημίωση της μη ληφθείσης αδείας αφού αυτός απεχώρησε της υπηρεσίας στις 28/11/2011, που είχε συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας του πλέον 9 μήνες και είχε πραγματοποιήσει 10.901 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ, εκ των οποίων οι 8.423 ημέρες στα βαρέα και ανθυγιεινά και συνεπώς δεν εδικαιούτο να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για το 2011 και 2012.

Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος στην ουσία, αφού ο ενάγων δεν απεχώρησε στις 28.11.2011, αλλά συνέχισε να εργάζεται στην ΕΡΤ-ΑΕ μέχρι 20.11.2012, με προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως συνομολογεί τούτο το εναγόμένο στις σελ. 9-10 των προτάσεών του και βεβαιώνεται στο υπ' αρ.

πρωτ. ... έγγραφο της ΕΡΤ-ΑΕ, όπου ρητά αναγράφεται ότι ο ενάγων εργάστηκε σ' αυτήν μέχρι 19/11/2012 και διαγράφηκε στις 20.11.2012. Ο ισχυρισμός επίσης ότι παρέμεινε στην υπηρεσία με προσωρινή απόφαση η οποία στη συνέχεια εξαφανίσθηκε με οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου ουδεμία επιρροή ασκεί αφού τις ημέρες αδείας που του αναλογούν στο χρόνο εργασίας δικαιούται και ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας - απλή σχέση εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, άρθρο 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/81 και άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν δικαιούται, για το έτος 2011, 17 ημέρες ως υπόλοιπο αδείας και ότι ούτε για το έτος 2012 δικαιούται άλλες ημέρες άδειας, αφού έλαβε τις 15 δικαιούμενες ημέρες, αντικρούεται από τα από 1/12/2011 και 6/11/2012 έγγραφα - αποφάσεις κανονικής αδείας του ενάγοντα για τα έτη αυτά, όπου ρητά αναγράφεται ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο αδείας 17 ημερών για το έτος 2011 και 15 ημερών για το έτος 2012, όσες δηλ.

και οι αιτούμενες δια της αγωγής. Το εκκαλούν με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθ. 31 του Γ.Κ.Π. της ΕΡΤ-Α.Ε. και της παρ. 3 του αρθρ. 34 του Ν. 4024/27-10-2011, ο εφεσίβλητος αποχώρησε αυτοδίκαια και υποχρεωτικά από την ΕΡΤ-Α.Ε. στις 28/11/2011, λαβών την δικαιούμενη αποζημίωση, διότι κατά το χρόνο αυτό (28/11/2011), είχε συμπληρώσει τις προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο 31 του ΓΚΠ της ΕΡΤ-ΑΕ, αλλά και στο άρθ. 10 του Ν. 825/1979 προϋποθέσεις, ήτοι τόσο το όριο ηλικίας, ήτοι το 56° έτος, όσο και τις ημέρες ασφάλισης, ήτοι 10.901 ημέρες ασφάλισης εκ των οποίων οι 8.421 ημέρες ασφάλισης, στην κατηγορία των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, και εδικαιούτο πλήρη σύνταξη.

Δηλαδή ο εφεσίβλητος αποχωρήσας, κατά τα προεκτεθέντα, υποχρεωτικώς από την ΕΡΤ-ΑΕ στις 28/11/2011, έπαψε έκτοτε ούτος να απασχολείται ο' αυτή, μέχρι την 28/3/2012, ότε κατ' εφαρμογή της από 27/3/2012 προσωρινής διαταγής του Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ΕΡΤ-ΑΕ υποχρεώθηκε από την ημερομηνία αυτή (28/3/2012) σε νέα έναρξη απασχόλησης του εφεσιβλήτου μέχρι 19/11/2012, ότε εκδόθηκε η με αριθ. 11565/16.11.2012 απορριπτική των αιτήσεων του εφεσιβλήτου απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οπότε αυτός έπαψε οριστικά να απασχολείται στην ΕΡΤ ΑΕ.

Συνεπώς, ως ισχυρίζεται το εκκαλούν, ο εφεσίβλητος δε δικαιούται για το έτος 2011, 17 ημέρες ως υπόλοιπο αδείας και για το έτος 2012, 15 ημέρες για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του από 28/3/2012 μέχρι 19/11/2012. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του για τους εξής λόγους: Ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, την 2α Δεκεμβρίου του έτους 2011 το εκκαλούν γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο, με το υπ' αριθ.

πρωτ. ... έγγραφο της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ΕΡΤ Α.Ε. την υπ' αριθ. ... διαπιστωτική πράξη του Γενικού Δ/ντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία αυτός τίθεται υποχρεωτικά σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και απολύεται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια από 28 Νοεμβρίου 2011, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011.

Η ως άνω υποχρεωτική θέση του σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συντελέσθηκε βάσει του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις...". Κατά της άνω διαπιστωτικής πράξης ο εφεσίβλητος άσκησε την από 13/12/2011 (αρ. εκθ. καταθ. 219989/23743/2011) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, την αναστολή εκτέλεσης των ανωτέρω εγγράφων της εναγόμενης ως παράνομων, καταχρηστικών και εν τέλει άκυρων.

Ακολούθως, το εκκαλούν γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο την υπ' αριθ. ... διαπιστωτική πράξη απόλυσης, με την οποία του ανακοίνωσε ότι αποχωρεί υποχρεωτικά και αυτοδίκαια, όχι μόνον βάσει των διατάξεων του άρθρ. 34 παρ. 3 Ν. 4024/2011, αλλά και κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 εδ. β' του άρθρ. 31 του ΓΚΠ της εναγόμενης, βάσει του οποίου, αν με βάση τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ο αποχωρών εργαζόμενος συμπληρώνει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης προ του 58ου έτους της ηλικίας, τότε αποχωρεί αυτοδίκαια με τη συμπλήρωση του εν λόγω μικρότερου ορίου ηλικίας.

Κατά της νέας αυτής διαπιστωτικής πράξης ο ενάγων άσκησε την από 9.1.2012 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 4379/682/2012) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι ως άνω αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, οι οποίες στρέφονταν κατά της γενόμενης απόλυσής του ως παράνομης, καταχρηστικής και άκυρης περιείχαν αίτημα για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής, το οποίο συζητήθηκε ενώπιον του κ.

Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά από αναβολές την 27.3.2012. Κατά τη δικάσιμο αυτή εκδόθηκε η από 27.3.2012 προσωρινή διαταγή του προέδρου υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το εξής περιεχόμενο: "Δέχεται αίτηση προσωρινής διαταγής. Υποχρεώνει προσωρινά την καθ' ης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αιτούντος με τη σύγχρονη καταβολή των νόμιμων αποδοχών του μέχρι την συζήτηση της αίτησης και υπό τον όρο συζήτησής της κατά την ορισθείσα δικάσιμο".

Από τα ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι με την άνω προσωρινή διαταγή, γενομένου, προφανώς, δεκτού του αιτήματος του εφεσιβλήτου περί αναστολής εκτέλεσης (ή ορθότερα εφαρμογής) των υπ' αριθ. ... και ... διαπιστωτικών πράξεων του Γενικού Δ/ντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών της ΕΡΤ ΑΕ, υποχρεώθηκε το εκκαλούν να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εφεσιβλήτου.

Ήτοι, με τις άνω προσωρινές διαταγές, ως είναι αυτονόητο, δεν διατάχθηκε η εκ νέου πρόσληψη του εφεσιβλήτου, ως εσφαλμένα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά η συνέχιση της ήδη υπάρχουσας εργασιακής σχέσης του εφεσιβλήτου, ως είχε κατά το χρόνο της κοινοποίησης των άνω διαπιστωτικών πράξεων, αναστελομένης της εφαρμογής αυτών.

Συνεπώς, ενόψει της άνω προσωρινής διαταγής, η εργασιακή σχέση του εφεσιβλήτου δεν έληξε αυτοδίκαια την 28/11/2011, αλλά συνεχίστηκε μέχρι την 19/11/2012, ότε εκδόθηκε η με αριθμό 11565/16.11.2012 απορριπτική των αιτήσεων του εφεσιβλήτου απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εδικαιούτο συνεπώς, να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για το 2011 και 2012. Ακολούθως, ο δεύτερος λόγος έφεσης, ότι δηλαδή ο εφεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του με βάση προσωρινή διαταγή, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε με την απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων, με συνέπεια να μην δικαιούται τις αιτούμενες ημέρες άδειας είναι αβάσιμος στην ουσία του και συνεπώς απορριπτέος, διότι, ως ελέχθη τις ημέρες άδειας που αναλογούν στο χρόνο εργασίας δικαιούται και ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας - απλή σχέση εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, άρθρο 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/81 και άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966). Κατά συνέπεια η απόρριψη της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός ότι ο εφεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στην εκκαλούσα μέχρι την έκδοση της άνω απόφασης, δικαιούμενος τις παροχές των άνω νόμων ...". Με βάση τα ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε την έφεση στην ουσία.

5.-Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και ως προς τα δύο σκέλη του και τον τρίτο ως προς το πρώτο σκέλος του, εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για το έτος 2011 (17 ημέρες) και 2012 (15 ημέρες), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1, 6, 8 και 12, 31 παρ. 2 και 3, 32 του ΓΚΠ της ΕΡΤ-ΑΕ, έχοντος ισχύ νόμου, 10 παρ. 1 του Ν. 825/1978, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με τις διατάξεις του άρθρου 143 του Ν. 3655/2008 και όπως τα δύο πρώτα εδάφια της αυτής παραγράφου 1, τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3863/2010 και το τέταρτο της αυτής παρ. 1, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 10 του ίδιου νόμου 3863/2010, 34 παρ. 2, 3, 4 και 9 του Ν. 4024/2011.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον με τους ως άνω, πρώτο, ως προς το πρώτο σκέλος και τρίτο επίσης ως προς το πρώτο σκέλος, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ως άνω διατάξεων, ισχυριζόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε μέχρι τις 28.11.2011, οπότε διαγράφηκε αυτοδικαίως από τη δύναμη του προσωπικού λόγω τριακονταπενταετίας και συνεπώς κατά τους ισχυρισμούς του δεν δικαιούται των αιτουμένων ημερών αδείας για το 2011 και 2012.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Και τούτο διότι, μολονότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αποχώρησε στις 28.11.2011 από την υπηρεσία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι αυτός εξακολούθησε να εργάζεται στην ΕΡΤ - ΑΕ μέχρι 20.11.2012, δυνάμει της από 27.3.2012 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, θεωρώντας, εσφαλμένα, ότι συνεχίστηκε η ήδη υπάρχουσα εργασιακή σχέση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως είχε κατά το χρόνο της κοινοποίησης των άνω διαπιστωτικών πράξεων, αναστελλομένης της εφαρμογής αυτών.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1, 6, 8 και 12, 31 παρ. 2 και 3, 32 του ΓΚΠ της ΕΡΤ-ΑΕ, έχοντος ισχύ νόμου, 10 παρ. 1 του Ν. 825/1978, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με τις διατάξεις του άρθρου 143 του Ν. 3655/2008 και όπως τα δύο πρώτα εδάφια της αυτής παραγράφου 1, τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3863/2010 και το τέταρτο της αυτής παρ. 1, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 10 του ίδιου νόμου 3863/2010, 34 παρ. 2, 3, 4 και 9 του Ν. 4024/2011, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι για τον υπολογισμό των ημερών αδείας που δικαιούται ο ενάγων, πρέπει να υπολογισθεί και το χρονικό διάστημα από 28.11.2011 έως 27.3.2012, κατά το οποίο αυτός δεν εργάζονταν λόγω συνταξιοδότησης.

Επίσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, ισχυριζόμενο ότι με αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για τα έτη 2011 και 2012.

Πράγματι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δικαιούνταν να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για το έτος 2011 και 2012, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφασή του. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη ενώ αρχικά δέχεται ότι "... την 2α Δεκεμβρίου του έτους 2011, το εκκαλούν γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφο της Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της ΕΡΤ -ΑΕ, την υπ' αριθμ. ... διαπιστωτική πράξη του Γενικού Δ/ντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία αυτός τίθεται υποχρεωτικά σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και απολύεται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια από 28 Νοεμβρίου 2011, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 3 του Ν. 4024/2011. . .", στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, καταλήγει στο ότι "...

Συνεπώς, ενόψει της ως άνω προσωρινής διαταγής (27.3.2012), η εργασιακή σχέση του εφεσιβλήτου δεν έληξε αυτοδίκαια στις 28.11.2011, αλλά συνεχίστηκε μέχρι 19.11.2012 ότε εκδόθηκε η με αριθμό 11565/16.11.2012 απορριπτική των αιτήσεων του εφεσιβλήτου απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών. Εδικαιούτο συνεπώς, να λάβει τις αιτούμενες ημέρες αδείας για το 2011 και 2012... ". Επίσης, εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι ναι μεν αυτός απολύθηκε στις 28.11.2011 και διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ, πλην, όμως με την από 27.3.2012 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Μον. Πρωτ. Αθηνών, η εργασιακή σχέση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν έληξε αυτοδίκαια, αλλά συνεχίστηκε μέχρι τις 19.11.2012, οπότε και εκδόθηκαν οι απορριπτικές των αιτήσεων του εφεσιβλήτου αποφάσεις του Μον. Πρωτ. Αθηνών. Αλλά και πέραν αυτού η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αφού δεν αιτιολογεί, γιατί, ενώ συνεχίστηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και μετά τις 28.11.2011, αυτός προσέφυγε κατά της ως άνω διαπιστωτικής πράξης της αυτοδίκαιης αποχώρησής του από την υπηρεσία του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας την αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης, συνομολογώντας εμμέσως πλην σαφώς την απομάκρυνσή του από την υπηρεσία.

Συνεπώς, παραβίασε 'και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως είναι βάσιμοι οι περί τούτων από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του και τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους το αναιρεσείον προβάλει τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1, 6, 8 και 12, 31 παρ. 2 και 3, 32 του ΓΚΠ της ΕΡΤ-ΑΕ, έχοντος ισχύ νόμου, 10 παρ. 1 του Ν. 825/1978, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με τις διατάξεις του άρθρου 143 του Ν. 3655/2008 και όπως τα δύο πρώτα εδάφια της αυτής παραγράφου 1, τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3863/2010 και το τέταρτο της αυτής παρ. 1, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 10 του ίδιου νόμου 3863/2010, 34 παρ. 2, 3, 4 και 9 του Ν. 4024/2011, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης. 6.-Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 20 παρ.1 εδ.

δ` του π.δ. 410/1988, το οποίο συνιστά κωδικοποίηση της νομοθεσίας που διέπει την κατάσταση του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, "Ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση, αν δεν του χορηγηθεί για οποιοδήποτε λόγο η κανονική άδεια που δικαιούται για κάθε έτος, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Ο εργοδότης καταβάλλει στο μισθωτό ως αποζημίωση τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών άδειας που δεν χορηγήθηκαν, προσαυξημένες κατά 25%". Η διατύπωση αυτή είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη του άρθρου 5 παρ.1 εδάφιο β` του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και σύμφωνα με την οποία επί των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα "εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ` έτος αδείας, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, [...] καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".

Η προβλεπόμενη από την τελευταία διάταξη κύρωση ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Από τον ιδρυτικό δε νόμο της ΕΡΤ - ΑΕ (Ν. 1730/1987), προκύπτει ότι αυτή λειτουργεί ως ΝΠΙΔ με την μορφή ανώνυμης εταιρίας και συνεπώς εφαρμογή έχουν πλέον επ' αυτής οι κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και όχι του άρθρου 20 παρ. 1 εδ.

δ' του ΠΔ 410/1988, το οποίο εφαρμόζεται μόνον όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η εργοδότρια ανώνυμη εταιρία (ΕΡΤ - ΑΕ), αρνηθεί να καταβάλει στο μισθωτό τη νόμιμη άδεια μέχρι την ημέρα που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 59 παρ.1 του Ν. 2671/1998, υποχρεούται να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, και δεν έχει εφαρμογή η ισχύουσα για το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.

και τα Ν. Π. Δ. Δ. διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 20 του Π. Δ. 410/1988, σύμφωνα με την οποία η προσαύξηση αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 25%. 7.-Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το δεύτερος σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, προβάλει την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 εδάφιο β' του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και υπολόγισε τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100%, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 εδ.

δ' του ΠΔ 410/1988 και να υπολογίσει τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 25%. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι εν λόγω αξιώσεις αφορούν τα έτη 2011 και 2012, ήτοι πριν τις 11.6.2013, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό ΟΙΚ.02/11.6.2013 απόφαση του Υφουπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρία (ΕΡΤ ΑΕ)", η οποία δημοσιεύτηκε στις 11.6.2013 στο ΦΕΚ τ.

Β 1414 και με την οποία αποφασίστηκε η αναστολή λειτουργίας της ΕΡΤ ΑΕ και η μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων στο Ελληνικό Δημόσιο και η καθολική διαδοχή αυτού στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΕΡΤ ΑΕ.

Συνεπώς, ορθά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπολογίστηκαν οι αποδοχές αδείας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, προσαυξημένες κατά 100%, εφόσον επρόκειτο για αξίωση αυτού γεννηθείσα κατά ΝΠΙΔ, που λειτουργούσε με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας και όχι κατά του καθολικού διαδόχου αυτού Ελληνικού Δημοσίου. 8.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά τη 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, "Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στο νόμο, αφού στην εν λόγω διάταξη ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης, από το δικαστήριο, ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο (Ολ.

ΑΠ 45/1987, 1690/2011, ΑΠ 1945/2009, ΑΠ 744/2009).

9.-Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, ο εφεσίβλητος με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του προβάλει τον ισχυρισμό ότι η αξίωση του εφεσιβλήτου έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή της παρ. 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1996. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβάλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου(άρθρο 527 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, ως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και τις, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προτάσεις του εκκαλούντος, δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως. Εξ άλλου, ούτε ο εκκαλών ισχυρίζεται, στην κρινόμενη έφεσή του ή τις προτάσεις του ότι πρότεινε τον ως άνω ισχυρισμό του ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και αυτός εσφαλμένα απερρρίφθη, είτε ρητά, είτε σιωπηρά από αυτό.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του". Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της ένστασής του διετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, για το έτος 2011, την οποία παραδεκτώς και νομίμως είχε προτείνει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον αυτή, κατ' άρθρο 527 αρ. 3 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Η επικαλούμενη, στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, αφορά αναιρετικό λόγο, περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως, αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

10.-Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου και του τρίτου, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των οικονομικών, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 9241/28.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.-

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ