Supreme Court dismisses bank's appeal on priority creditor ranking in bankruptcy auction proceedings. The court rejects the claim based on established law regarding pre-2016 enforcement notices. The ruling upholds the lower court's decision on creditor classification. The court orders the appellant to pay the costs of the first respondent. The decision clarifies the temporal application of bankruptcy enforcement rules. The court finds the appeal lacks legal basis and dismisses it. The ruling establishes that prior enforcement notices determine creditor priority. The court applies transitional provisions correctly to the case. The decision confirms the lower court's judgment on creditor ranking. The court rejects the intervention by the third party as well.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the ranking of creditors in bankruptcy auction proceedings. The appellant argued for a specific creditor classification, but the court found the enforcement notice was issued before the relevant cutoff date of January 1, 2016. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law to determine the priority order. The appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that creditor priority in bankruptcy auctions is determined by the date of the enforcement notice, and appeals challenging this classification are dismissed if the notice predates the statutory cutoff.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 17 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 17/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αρβανιτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ξ. Μ. του Σ., κατοίκου …, με την ιδιότητά της ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε. Ε. Β. Κ. Ν. Ε. - Α.Τ.Ε", και το διακριτικό τίτλο "Δ. Α.Τ.Ε", που εδρεύει στο … , η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, έως και 124) Π. Κ., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και το διακριτικό τίτλο "C. H.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2289/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η παραστάσα στο ακροατήριο αναιρεσίβλητη την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση 1) η από 1-7-2020 (4154/494/7-7-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, κατά την εκουσία δικαιοδοσία εκδοθείσα, 2289/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) η από 14-7-2021 (19/15-4-2021) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων).
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις εκθέσεις επιδόσεως: 9436/17-6-2021, 9433/17-6-2021, 9435/17-6-2021, 9448/18-6-2021, 9430/16-6-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ευγενίας Ζαφειρίου, 6651Β/17-6-2021, 6639Β/17-6-2021, 6649Β/17-6-2021, 6650Β/17-6-2021, 6637Β/17-6-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Ιωάννη Μέρτη και 1101/17-6-2021 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μόσχου, τις οποίες προσκομίζει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία επέσπευσε τη δίκη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και την από 26-10-2020 πράξη της Αντιπροέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησής της η στην αρχή της απόφασης αυτής αναφερόμενη δικάσιμος (20-9-2021), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους λοιπούς εκατόν είκοσι τέσσερις (124) των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και, συνεπώς, αυτοί πρέπει να δικαστούν ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη του διαδίκου αυτού, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση.
Συνεπώς, ο τρίτος μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 1/1996, Α.Π. 433/2020, Α.Π. 1171/2012, Α.Π. 422/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 εδαφ.
α' του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αντιγράφου αυτής στους κύριους διαδίκους.
Η έλλειψη της κοινοποίησης του αντιγράφου αυτού ή η μη νομότυπη και εμπρόθεσμη κοινοποίησή του, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησής της. Στην περίπτωση, που η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, το δικόγραφο αυτής πρέπει να κοινοποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό, εκτός αν ορίστηκε, κατ' άρθρο 150 του Κ.Πολ.Δ., σύντμηση της ως άνω προθεσμίας (Α.Π. 1736/2017, Α.Π. 1821/2007).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.
Ως τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, με οποιονδήποτε τρόπο, στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή, των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 325 του αυτού Κώδικα (Α.Π. 1088/2020, Α.Π.1564/2017, Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 331/2007).
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1485/2006, Α.Π. 91/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, με το από 14-7-2021 (19-7-2021) δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 15-7-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και τους αναιρεσίβλητους (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επιδόσεως, ήτοι την 3425/23-7-2021 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χαράλαμπου Τσορμπατζίδη, 1124Η'/22-7-2021, 1130Η'/22-7-2021 και 1131Η'/22-7-2021 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Αθανασίου Γεωργαντόπουλου, 8203-Ζ/22-7-2021, 8209-Ζ/22-7-2021, 8238-Ζ/23-7-2021, 8239-Ζ/23-7-2021, 8247-Ζ/26-7-2021, 8248-Ζ/26-7-2021 και 8259-Ζ/27-7-2021 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δημητρίου Χρυσικόπουλου), άσκησε, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας, επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον της, το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "G.
I. F. D. A. C.", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας (καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου-ανακόπτουσας), υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 225/12-4-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B`/1391/24-4-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-4-2020 συμβάσεως εκχώρησης απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, δυνάμει μεταγενέστερων συμβάσεων, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 και 3 του ν. 2844/2000 και ενεγράφησαν στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό ..., έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "G.
I. F. D. A. C.", που εδρεύει και λειτουργεί στο … της …, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, ως ενυπόθηκης δανείστριας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.
Α. Ε. Κ. Τ. Ε. Ε. Β. Κ. Ν. Ε. Α.Τ.Ε.", που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, σύνδικος της οποίας έχει οριστεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, που συνέταξε τον από 22-1-2018 προσωρινό πίνακα διανομής του εισπραχθέντος εκ της εκποιήσεως του ακινήτου της πτωχής τιμήματος, ο οποίος κηρύχθηκε εκτελεστός με τη 236/2018 πράξη της Εισηγήτριας και στον οποίο κατέταξε μόνον τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, εργαζόμενους τους ως άνω πτωχής εταιρείας.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου- αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).
Το τίμημα εκποίησης των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, μαζί με κάθε ποσό που έχει εισπραχθεί από το σύνδικο της πτώχευσης, ως οφειλόμενο στην ομάδα, προορίζονται να διανεμηθούν στους πιστωτές προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, στο μέτρο επάρκειας των εισπραχθέντων, υλοποιώντας έτσι το βασικό σκοπό της πτώχευσης.
Έτσι, ο σύνδικος συντάσσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, πίνακα διανομής του εκπλειστηριασθέντος, με βάση τις απαιτήσεις που επαληθεύθηκαν, κατ' άρθρο 153 παρ. 1 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), όπως ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του από το ν. 4336/2015, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η πτώχευση κηρύχθηκε πριν από την ημερομηνία ισχύος του νόμου τούτου.
Ο πίνακας διανομής, από νομικής φύσεως, συνιστά πίνακα κατάταξης, κατά την έννοια του άρθρου 974 του Κ.Πολ.Δ., όπως, άλλωστε, κατονομάζεται στο άρθρο 161 παρ. 2 του ΠτΚ και προσβάλλεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή, που ασκείται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, η δε επ' αυτής απόφαση προσβάλλεται με όλα τα ένδικα μέσα, πλην της ανακοπής ερημοδικίας.
Η κατάταξη των πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 154 επ. του ΠτΚ. Τα γενικά προνόμια ακολουθούν σε γενικές γραμμές τη διάστρωση των γενικών προνομίων του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (154 του ΠτΚ), στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται, εκτός των άλλων και οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και αυτές που προκύπτουν και συνδέονται με την παροχή της εργασίας (όπως αποζημιώσεις από αδικήματα, απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), ως και οι τόκοι, ως παρεπόμενες απαιτήσεις, εφόσον, όμως, προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.
Η διάταξη του άρθρου 155 του ΠτΚ προβλέπει την κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών, που έχουν ειδικό προνόμιο. Στη δεύτερη τάξη των ειδικών προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από το κεφάλαιο με τους τόκους των δύο τελευταίων ετών, για τις οποίες υπάρχει ενέχυρο ή υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης. Πρόκειται για τις απαιτήσεις των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών, όταν διανέμεται το τίμημα εκποίησης του ενέγγυου αντικειμένου ευθύνης.
Με βάση τον κατά τα ως άνω προϊσχύοντα Πτωχευτικό Κώδικα, οι έχοντες γενικό προνόμιο πιστωτές, εφόσον οι απαιτήσεις τους εξελέγχθηκαν, κατά το άρθρο 93 τούτου και περιλήφθηκαν στον συντασσόμενο πίνακα διανομής, κατατάσσονται πριν από τους ενέγγυους πιστωτές, κατ' άρθρο 975 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έστω και αν οι ενέγγυοι πιστωτές έχουν τίτλο εκτελεστό κατά του οφειλέτη.
Σε περίπτωση συρροής γενικών (άρθρ. 154 ΠτΚ) και ειδικών (άρθρ. 155 ΠτΚ) προνομίων, τότε, κατά παραπομπή του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, θα εφαρμοστεί το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, πριν από τον διαχωρισμό, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη, κατατάσσονται όλες οι εργατικές απαιτήσεις, οι οποίες, όπως προαναφέρεται, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 1545/1984, ανήκουν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και ακολουθεί η διαίρεση σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ.
Στη συνέχεια, μετά την τροποποίηση του άρθρου 977 του Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, λύση, με την οποία εναρμονίστηκε στη συνέχεια και ο Πτωχευτικός Κώδικας, με την τροποποίηση του άρθρου 156 τούτου ("συρροή προνομίων"), οι εργαζόμενοι για τις απαιτήσεις τους από δεδουλευμένες αποδοχές, αλλά και κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές, προσαυξήσεις και επιδόματα, συμμετέχουν στη διανομή του προϊόντος εκποίησης της περιουσίας του πτωχού, επόμενοι της κατάταξης των τραπεζών.
Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 156 του ΠτΚ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 19 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 14 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22-12-2016), ορίζεται ότι αν, εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 154, υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 155 καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε, μετά την ολοσχερή ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 155α, οι απαιτήσεις του άρθρου 155 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), ενώ οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 (μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, που κατατάσσονται στην τέταρτη θέση των γενικών προνομίων) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
Η κατά τα ως άνω τροποποιηθείσα διάταξη, όμως, εφαρμόζεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4446/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 περ. β' του ν. 4491/2017, επί αιτήσεων πτωχεύσεως που κατατέθηκαν μετά τις 19-8-2015. Εξάλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016, με την τροποποίηση του άρθρου 156 επιτυγχάνεται πλήρης εναρμόνιση των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ και του Πτωχευτικού Κώδικα, όσον αφορά στην κατάταξη των πιστωτών και στη διανομή του προϊόντος της πτωχευτικής εκποίησης, καθόσον το άρθρο 156 θα περιλαμβάνει πλέον πλήρη και αυτοτελή ρύθμιση, όμοια με αυτήν του άρθρου 977 Κ.Πολ.Δ (με την εξαίρεση της υπερ-προνομιακής αντιμετώπισης των απαιτήσεων της περ.
α' του άρθρου 154). Τούτο αίρει και την υφιστάμενη αντίφαση που προκύπτει από τη διαφορετική ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των δύο διατάξεων του ν. 4335/2015 και του ν. 4336/2015. Η προτεινόμενη νέα διάταξη του άρθρου 156 του Πτωχευτικού Κώδικα θα εφαρμόζεται επί διαδικασιών, στις οποίες η αίτηση πτωχεύσεως έχει κατατεθεί μετά τις 19-8-2015.
Εξάλλου, με τη διάταξη του παραγράφου 1 του άρθρου 77 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία", ενώ, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του", αποκλείοντας έτσι την αναδρομικότητα του "ψευδοερμηνευτικού" νόμου.
Το δικαίωμα που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων, υφίσταται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του, προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στις δικαστικές αποφάσεις για την αληθή έννοιά του.
Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή, της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (Ολ.Α.Π. 1, 2/2014, Ολ.Α.Π. 22/1997, Ολ.Α.Π. 10/1990). Με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 (ΦΕΚ Α' 149/1-8-2020) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις:
α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α` 94), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 της παρ. 2 του ν. 4446/2016 και (β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α` 87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων.
Για την κατάταξη των πιστωτών στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψιν το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης". Ο χαρακτήρας της διάταξης αυτής ως γνήσιας ερμηνευτικής (και όχι "ψευδοερμηνευτικής") προκύπτει από το ότι με αυτή δεν αντικαθίστανται οι προηγούμενες διατάξεις, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενό της, αποδίδεται με αυτήν, κατά τρόπο σαφή, "η αληθής έννοια" των προγενέστερων αυτών διατάξεων, προς αποσαφήνιση της βούλησης του νομοθέτη και, εντεύθεν, προς άρση της διχοστασίας που είχε επικρατήσει στη θεωρία και τη νομολογία, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 977 του Κ.Πολ.Δ.
και 156 του ΠτΚ στις ήδη εκκρεμούσες διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και της πτώχευσης για το κρίσιμο θέμα του διαχρονικού δικαίου, σχετικά με την κατάταξη των εργατικών απαιτήσεων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και στην πτωχευτική διαδικασία.
Συνεπώς, το χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος της ως άνω ερμηνευτικής διάταξης ανατρέχει στο χρόνο ισχύος των ανωτέρω ερμηνευόμενων διατάξεων. Συνακόλουθα, ως προς τις διαδικασίες, τις οποίες καταλαμβάνει η ως άνω ερμηνευτική διάταξη, από τη γραμματική της διατύπωση συνάγεται ότι τα άρθρα 977 του Κ.Πολ.Δ. και 156 του ΠτΚ, όπως τροποποιήθηκαν ανωτέρω, δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως, που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις, που είχαν ήδη κηρυχθεί πριν από τις 19-8-2015, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, η σύγκρουση των προνομίων στην πτωχευτική διαδικασία να ρυθμίζεται από το προϊσχύσαν του ν. 4336/2015 δίκαιο. Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 156 ν. 3588/2007, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την παρ. 19 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, επί διανομής προϊόντος εκποίησης πράγματος ή χρηματικής ποσότητας, εάν υπάρχουν και απαιτήσεις με προνόμια του άρθρου 155 (ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και η προσημείωση υποθήκης-παρ. 1 περ.
β' του ίδιου άρθρου), το προς διανομή ποσό διαχωρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 31 του ν. 1545/1985) στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις, διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων. Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις από δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα άδειας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος, στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο, ορίσθηκε η ημερομηνία, για την οποία είχε αρχικά οριστεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθμ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.
Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή...
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 156 του ν. 3588/2007 τροποποιήθηκε με την παρ. 19 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και όριζε ότι "Επί διανομής προϊόντος εκποίησης πράγματος ή χρηματικής ποσότητας εφαρμόζεται το άρθρο 977 ΚΠολΔ", δηλαδή απαλείφθηκε από τη διάταξη αυτή "σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985", δηλαδή της προαναφερόμενης, σχετικής με την κατάταξη στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων των εργατικών απαιτήσεων.
Όμως η ανωτέρω τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 156, με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 23 της αυτής υποπαρ. Γ3 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου (4336/2015) ρητά ορίστηκε ότι ισχύει για τις διαδικασίες (πτώχευσης) που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (19 Αυγούστου 2015, ημερομηνία υπογραφής της Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης).
Με την αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου διευκρινίστηκε ότι ως έναρξη της διαδικασίας για τους σκοπούς της διάταξης δεν νοείται η κήρυξη της πτώχευσης με δικαστική απόφαση, αλλά η υποβολή της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Τούτο άλλωστε διατυπώθηκε ρητά και στη μεταβατική διάταξη του ν. 4446/2016, που αντικατέστησε εκ νέου το ίδιο άρθρο (156).
Ειδικότερα, με το άρθρο 8 παρ. 14 του ν. 4446/2016 και στην παρ. 3 η διάταξη του άρθρου 156 ορίζει τα εξής: "Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 154 (γενικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και της περ. β' για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας) υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 155 (ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και απαιτήσεις ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης) καθώς μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε, μετά την ολοσχερή ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 154α, οι απαιτήσεις του άρθρου 155 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 ικανοποιούνται έως το είκοσι πέντε (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του προϊόντος της πτωχευτικής εκποίησης, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως...".
Και η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 156, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ίδιου νόμου (ν. 4446/2016), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 4491/2017, ορίστηκε ότι εφαρμόζεται επί αιτήσεως (κήρυξης πτωχεύσεως) που έχουν κατατεθεί από τις 19 Αυγούστου 2015 και εντεύθεν. Εξάλλου, το άρθρο 977 παρ. 1 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή του με τον ανωτέρω ν. 4335/2015, όριζε ότι: "...
Αν, εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 (γενικά προνόμια, στα οποία υπάγονται και οι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας του άρθρου 975 παρ. 1 αρ. 3), υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ. 3 προτιμώνται οι πρώτες. Αν υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ. 1 και 2 τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται έως το ένα τρίτο του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα δύο τρίτα διατίθενται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ.1 και 2".
Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του άνω νόμου 4335/2015 και έκτοτε η παράγραφός του με αριθμό 3 ορίζει: "Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 976 -(στις οποίες περιλαμβάνονται οι προνομιούχες απαιτήσεις τραπεζών)- καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το 65%, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 (μεταξύ των οποίων και οι εργατικές απαιτήσεις) έως το 25% και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το 10% του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως.
Από τα υπόλοιπα που απομένουν από το 65% ή από το 25% κατατάσσονται, ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις της άλλης από τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες, που δεν έχουν ικανοποιηθεί". Όμως, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του ανωτέρω νόμου (4335/2015) της παρ. 3 του άρθρου ένατου του αυτού άρθρου, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση -όπως και αυτή του 977 ΚΠολΔ- εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1-1-2016 και επί πτωχεύσεως, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου ένατου του ίδιου νόμου, οι νέες διατάξεις αναγκαστικής εκτέλεσης εφαρμόζονται στις πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή από την 1-1-2016 και εντεύθεν.
Επομένως, κατά τις προαναφερόμενες ρητές μεταβατικές διατάξεις των ανωτέρω νόμων (ν. 4336/2015, ν. 4335/2015 και ν. 4446/2016, όπως ο τελευταίος τροποποιήθηκε με το ν. 4491/2017), οι προαναφερόμενες νέες ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 156 παρ. 3 του ν. 3588/2007, 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προβλέπουν ικανοποίηση των πιστωτών με το ειδικό προνόμιο της προσημείωσης υποθήκης έως το 65% του προϊόντος πτωχευτικής εκποίησης και ικανοποίηση των πιστωτικών απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας έως το 25% αυτού, δεν εφαρμόζονται στις πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν πριν τις 18-8-2015 και ήσαν τότε εκκρεμείς...
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα (ήδη εκκαλούσα) ανώνυμη τραπεζική εταιρία ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος πίνακας προσωρινής διανομής του εκπλειστηριάσματος της πτωχευτικής περιουσίας, ποσού 1.000.000 ευρώ, είναι εσφαλμένος, διότι κατά το χρόνο σύνταξής του, στις 22-1-2018 -που κατά τους ισχυρισμούς της είναι ο κρίσιμος χρόνος για το εφαρμοστέο για τα προνόμια και την κατάταξη των πιστωτών δίκαιο-της ασφάλισης της άνω απαίτησής της κατά της πτωχής εταιρίας με προσημείωση υποθήκης- και δεν κατετάγη η ίδια στον εν λόγω πίνακα προς ικανοποίησή της, ως προνομιούχος πιστώτρια στο 65% του προϊόντος διανομής -δηλαδή κατά το ποσό των (1.000.000 ευρώ Χ 65%=) 650.000 ευρώ- όπως ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 977 παρ. 3 ΚΠολΔ και 159 αρ. 3 του ν. 3855/2007, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4336/2015 και 4335/2015, αντίστοιχα, αλλά αντίθετα με τις διατάξεις αυτές, κατετάγησαν μόνο οι καθών η ανακοπή πιστωτές της πτωχής-πρώην εργαζόμενοί της με το γενικό προνόμιο των απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας, μετά από εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης (14-7-2009) και μέχρι την τροποποίησή τους με τους ανωτέρω νόμους.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος. Ειδικότερα, η διαδικασία της πτώχευσης στην ένδικη περίπτωση είχε αρχίσει πριν την έναρξη της ισχύος των ν. 4336/2015 και 4335/2015, καθόσον η πτωχή τέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στις 14-7-2009, όταν δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 663/2009 απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από σχετική προς τούτο αίτηση που κατατέθηκε εντός του ίδιου έτους.
Κατά το χρόνο εκείνο, δεν ίσχυαν οι επικαλούμενες από την ανακόπτουσα νέες, μετά την αντικατάστασή τους με τους ανωτέρω νόμους, διατάξεις για την κατάταξη των πιστωτών με ειδικά και γενικά προνόμια και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ τους κατά το ποσοστό 65% και 25%, αντίστοιχα. Οι διατάξεις αυτές, στις οποίες η ανακόπτουσα επιστηρίζει την αιτούμενη με την ανακοπή της κατάταξή της στον προσβαλλόμενο πίνακα, κατά τις ρητές μεταβατικές διατάξεις των νόμων που τις τροποποίησαν, μετά από αντικατάσταση αυτών που ίσχυαν μέχρι τότε, εφαρμόζονται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 19 Αυγούστου 2015 και για αναγκαστικές εκτελέσεις μετά την 1-1-2016, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως, στην ένδικη περίπτωση... επειδή η πτωχευτική διαδικασία είχε ήδη αρχίσει από το έτος 2009 και ήταν έκτοτε εκκρεμής, εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις των άρθρων 156 του ν. 3588/2007 και 977 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με του άρθρου 31 του ν. 1545/1985, όπως ίσχυαν τότε και κατ' εφαρμογή τους έγινε η κατάσταση των πιστωτών στον προσβαλλόμενο πίνακα.
Συνακόλουθα, νόμιμα δεν κατετάγησαν οι ενέγγυοι πιστωτές, όπως η ανακόπτουσα τραπεζική εταιρία-πιστώτρια με το ειδικό προνόμιο της προσημείωσης υποθήκης και κατετάγησαν μόνο οι καθών η ανακοπή πιστωτές της πτωχής εταιρίας με το γενικό προνόμιο των απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας, της τρίτης τάξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ, στο εναπομείναν, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκπλειστηρίασμα από την εκποίηση ακινήτου της πτωχευτικής περιουσίας, ποσού 1.000.000 ευρώ και μάλιστα συμμέτρως μεταξύ, λόγω ανεπάρκειας αυτού για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεών τους.
Η ύπαρξη των προαναφερόμενων μεταβατικών διατάξεων των άνω νόμων, που ρητά προσδιορίζουν το χρονικό πεδίο εφαρμογής των νέων διατάξεων των άρθρων 156 παρ. 3 του ν. 3588/2007 και 977 παρ. 3 ΚΠολΔ -για τις διαδικασίες που αρχίζουν μετά την ισχύ τους (19-8-2015 και 1-1-2006)- αποκλείουν την εφαρμογή τούτων στην ένδικη περίπτωση...
Άλλωστε και από την ανωτέρω απόφαση ΟλΑΠ 21/1994 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις για την κατάταξη των πιστωτών εφαρμόζονται ως ισχύουν κατά το χρόνο της κατάταξής τους, μόνο όταν δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες διαχρονικού δικαίου που ορίζουν άλλως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, με τη 219/2019 οριστική απόφασή του, είχε απορρίψει, με την ίδια αιτιολογία, την ανακοπή.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 156 του Πτωχευτικού Κώδικα και 977 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν και μετά τις τροποποιήσεις τους με τους ν. 4336/2015 και 4335/2015, κατά τα αναλυτικά παρατιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αποφάνθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση της εν εξελίξει πτωχευτικής διαδικασίας, κατά την οποία η αίτηση κήρυξης της πτώχευσης και η επ' αυτής απόφαση ανάγονται σε χρόνο προ της 19-8-2015, εφαρμόζεται το προϊσχύσαν του ν. 4336/2015 δίκαιο.
Η ορθότητα της κρίσης αυτής επιβεβαιώνεται και από την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που εκδόθηκε μεν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην όμως, ακριβώς, λόγω του ερμηνευτικού της χαρακτήρα, η ισχύς της ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης των ερμηνευόμενων διατάξεων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο το Εφετείο παραβίασε την αρχή, που, κατά πάγια νομολογία, έχει διαμορφωθεί ότι η σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών καθώς και η ύπαρξη και η έκταση των προνομίων κρίνονται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης.
Εξάλλου, με την ως άνω ερμηνευτική διάταξη, που αποτύπωσε, κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό την αληθή έννοια των προρρηθεισών μεταβατικών ερμηνευόμενων διατάξεων, διασαφηνίστηκε το θέμα του διαχρονικού δικαίου, που διέπει τα θέματα κατάταξης των δανειστών στο συνταγέντα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμό πίνακα κατάταξης και στον αντίστοιχο πίνακα διανομής, που συντάχθηκε από το σύνδικο της πτώχευσης στις εκκρεμείς αντίστοιχες διαδικασίες, εφόσον, δηλαδή, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έλαβε χώρα πριν την 1η-1-2016 και η αίτηση πτώχευσης υποβλήθηκε πριν τις 19-8-2015.
Πρέπει να επισημανθεί, άλλωστε, ότι ο νομοθέτης έχει και στο παρελθόν κάνει παρόμοιες επιλογές, όπως, με το νόμο 3863/2010 (με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 παρ. 5 του οποίου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του νόμου τούτου) και το νόμο 3994/2011 (με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 5 του οποίου, οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις, που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του).
Αντιθέτως, όπου στο παρελθόν, ο νομοθέτης προέκρινε ότι συγκεκριμένες τροποποιήσεις των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης επιβαλόταν να καταλάβουν και το ατέλεστο, κατά το χρόνο δημοσίευσης του τροποποιητικού νόμου, μέρος της εκτέλεσης, το προέβλεπε ρητώς με ειδικές διαχρονικού δικαίου διατάξεις (άρθρο 4 παρ. 37 του ν. 2298/1995 και άρθρο 7 παρ.1 του ν. 3714/2008).
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν α) η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και β) η αυτοτελής υπέρ της αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση. Πρέπει, επίσης, να καταδικαστούν η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται ως προς τους λοιπούς (πλην της πρώτης) αναιρεσίβλητους, ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού αυτοί οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 1-7-2020 (4154/494/7-7-2020) αίτηση αναίρεσης και την από 14-7-2021 (19/15-7-20221) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-7-2020 (4154/494/7-7-2020) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." για αναίρεση της 2289/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-7-2021 (19/15-7-2021) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ""C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ