Supreme Court allows appeal in labor dispute, ordering repayment of execution costs previously paid by appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final labor dispute judgment, overturning the lower court's decision. The appellant had previously paid execution costs to the respondent during the enforcement of the original judgment. The court ruled that while the respondent was entitled to claim interest on the principal debt, they could not retain the specific administrative costs incurred during the enforcement process, which were legally the appellant's responsibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 579(2) of the Code of Civil Procedure; The respondent cannot retain execution costs incurred during enforcement proceedings, as such costs are legally attributable to the appellant and must be reimbursed upon successful appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 17 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 17/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ- ΠΡΟΗΓΜΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ Α.Ε." και το δ.τ. "EUROPEANDYNAMICSS.A.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Δαβερώνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ.-Α. (S. A. K.) Κ. του Β.(W.), κατοίκου ..., παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1196/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3985/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3985/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμ. 1196/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 8.2.2016 αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσόν των 7.044,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α, 340 παρ. 1, 393 επ. και 421-424 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά το ν. 4334/2015, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής και της έφεσης, προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 του ΚΠολΔ), το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, οι δε μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο είτε με ένορκες βεβαιώσεις.
Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω και αν τηρήθηκε για αυτές ο τύπος του ν.δ. 105/1969 (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1088/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη του τις από 18.7.2016 και 16.9.2016 ανυπόγραφες "μαρτυρίες" των Πολωνών υπηκόων Ά. Π. και Τ. Μ., οι οποίες συντάχθηκαν μετά την έγερση της κρινόμενης αγωγής "προφανώς για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη" και ως εκ τούτου συνιστούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στις 1.8.2011 προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου, για εννιάωρη ημερήσια απασχόληση, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.940,00 ευρώ.
Από το έτος 2012, εντάχθηκε στη Διεύθυνση υλοποίησης Τελωνειακών και Φορολογικών Συστημάτων, το οποίο απασχολείτο με την ανάληψη έργων, συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς και σχετική επικοινωνία με πελάτες της εναγομένης, ασχολήθηκε δε εκεί με τη μετάφραση κειμένων, με εξειδικευμένη ορολογία, από την πολωνική προς την αγγλική γλώσσα και αντιστρόφως....
Την 15.12.2015 η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, καταβάλλοντας της την ανάλογη αποζημίωση, ..ότι η πιο πάνω καταγγελία δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, αλλά εξ αιτίας της διατάραξης της εργασιακής ειρήνης που προήλθε από υπαιτιότητα της ενάγουσας...
Ότι περαιτέρω η ενάγουσα κατά το χρόνο που απασχολήθηκε, πραγματοποίησε εργασία άνω των εννέα ωρών ημερησίως, ώστε να δικαιούται προσαύξηση του ωρομισθίου της λόγω κατ’ εξαίρεση υπερωριών. Τούτο δε αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας όσο και από τον πίνακα που προσκόμισε η ενάγουσα, όπου αυτή τηρούσε τις ακριβείς ώρες της ημερήσιας απασχόλησής της.
Ότι η εναγομένη δεν χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικές κάρτες για τους υπαλλήλους της για την είσοδο και έξοδό τους από το χώρο των γραφείων της απαραίτητη για λόγους ασφαλείας (λόγω της στέγασης διαφόρων σημαντικών υπηρεσιών και Οργανισμών στο ίδιο κτίριο), από τις οποίες δεν προκύπτει το ηλεκτρονικό αρχείο εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων της, ώστε να αντικρούσει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι δεν εργάστηκε υπερωριακά τις συγκεκριμένες ημέρες.
Επίσης η ενάγουσα επικαλέστηκε προς ενίσχυση του ισχυρισμού της ότι εργάστηκε υπερωριακά την ηλεκτρονική αλληλογραφία της με πελάτες της εναγομένης στο εξωτερικό πέραν του συμβατικού της ωραρίου, γεγονός το οποίο δεν υποχρεούτο να εκτελέσει μετά τη λήξη του ωραρίου της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο της υπερωριακής της απασχόλησης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το πoσό των 7.044,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα.
Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλομένης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω δηλώσεις των τρίτων Ά. Π. και Τ. Μ., οι οποίες έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις καθώς και ο τύπος του ν.δ. 105/1969, δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ειδικά ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον αυτές οι δηλώσεις ήταν μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που τις έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις (άρθρο 559 αριθμ.11α ΚΠολΔ), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 834/2019, ΑΠ 125/2018). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 20/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση του επιδικασθέντος στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού κατέβαλε σε αυτήν συνολικά ποσό 7.501,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε: α) ποσό 7.044,62 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο υπερωριακής εργασίας, β) ποσό 3.288,50 ευρώ για τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις.
Ζητεί, με την παραδεκτά υποβληθείσα με τις προτάσεις της αίτηση επαναφοράς, όπως υποχρεωθεί η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτήν το αναφερόμενο στην αίτηση χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή, η οποία αφορά το καταβληθέν, σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ως άνω ποσό, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 579 Κ.Πολ.Δ., αποδεικνυόμενη δε από τα προαποδεικτικώς προσαγόμενα έγγραφα, ήτοι την από 23.7.2019 απόδειξη είσπραξης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας (Σ. - Α.
Κ.) Δημήτριο Λυκοκάπη, στον αναφερόμενο και συνημμένο σε αυτή τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αιτούσα - αναιρεσείουσα το άνω ποσό που εισέπραξε σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3985/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων ενός και τριών λεπτών (7.501,03) Ευρώ, έντοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ