17/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated17/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι προρρηθείσες προϋποθέσεις της δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος κτήσεως της κοινοχρησίας του διαφιλονικουμένου δρόμου ευκρινώς αναφέρονται στο δικόγραφο της επιτρεπτώς επισκοπούμενης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παμίσου αγωγής των (τριών πρώτων) αναιρεσιβλήτων, υπέρ των οποίων είχε παρέμβει ο νυν τέταρτος αναιρεσίβλητος Δήμος Μεσσήνης.
Full text
Απόφαση 17 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 17/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Κ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Τσοκανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1. Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2. Γ. Ζ., κατοίκου ... Δήμου ..., 3.Β. χήρας Ι. Ζ., η οποία απεβίωσε και το θάνατο αυτής δήλωσε η πληρεξουσία δικηγόρος Κωνσταντίνα Γκόνου ενώπιον του ακροατηρίου κατά την αρχική δικάσιμο στις 7-2-2018, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη σημερινή δικάσιμο, και τη συνέχιση της βιαίως διακοπείσας δίκης από τους κληρονόμους της: α)Ι. Ζ. του Κ., κάτοικο ... ..., β)Α. Ζ. του Κ., κάτοικο ... ..., γ)Π. Ζ. του Κ., κάτοικο ... ..., δ) Β. Ζ. του Κ., κάτοικο ... .... Άπαντες οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Γκόνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 4.νπδδ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ", που εδρεύει στη Μεσσήνη Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Κουτσούλη - Φουσέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2010 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αρχικών αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παμίσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 109/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Προσέτι, κατά τον αριθμό 5 του ιδίου, ως άνω, άρθρου (κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο "έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν" (εδ. α του άρθρου αυτού). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά περιστατικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχει σημασία αν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. Η έγκαιρη προβολή τους αρκεί, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, με το δεδομένο ότι πρέπει να είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κυρίας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, τη διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.
ΙΙ. Ο (μη υπό του Α.Κ. υιοθετηθείς) θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) του βυζαντινορωμαϊκού (ΒΡ) δικαίου, (ν.3 Πανδ. 43,7 ν.2παρ.8, Πανδ.93.3, ν28 Πανδ.22.3), είχε καταστήσει δυνατή την κτήση της κοινοχρησίας επί (κοινοτικών και αγροτικών) δρόμων με παρέλευση ογδονταετίας, ισομερώς επιμεριζομένης στο προσδόκιμο ζωής δυο γενεών. Η τοιαύτη (δια της "vetustas" κτηθείσα) κοινοχρησία, συμπεριλαμβανομένων των προειπωθεισών προϋποθέσεών της, κατά την εισαγωγή (έναρξη ισχύος) του Α.Κ. (στις 23-2-1946) διατηρήθηκε, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 51 Εισ. Ν.Α.Κ.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την προσβαλλόμενη, 109/2014, απόφασή του, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εν λόγω δρόμος είναι κοινόχρηστος αγροτικός με βάση την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα που προβλεπόταν πριν τη θέση σε ισχύ του ΑΚ, χωρίς να εξειδικεύεται αυτός ο ισχυρισμός κατά την ένδικη αγωγή και χωρίς αυτή η έλλειψη, να μπορεί να συμπληρωθεί με τις μαρτυρικές αποδείξεις, ενώ επίσης στην ένδικη αγωγή αναφερόταν κατά τρόπο ρητό ότι αυτό ισχύει από το έτος 1905, μην τηρώντας τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, και επ' αυτής της παραδοχής κατέληξε στο διατακτικό της κατά τρόπο εσφαλμένο, αφού ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο το ανωτέρω νομικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που μνημονεύθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 51 Εισ.ΝΑΚ".
IV. Οι προρρηθείσες προϋποθέσεις της δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος κτήσεως της κοινοχρησίας του διαφιλονικουμένου δρόμου ευκρινώς αναφέρονται στο δικόγραφο της επιτρεπτώς επισκοπούμενης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παμίσου αγωγής των (τριών πρώτων) αναιρεσιβλήτων, υπέρ των οποίων είχε παρέμβει ο νυν τέταρτος αναιρεσίβλητος Δήμος Μεσσήνης.
V. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση, έχουν ως ακολούθως: Στη θέση "..." του ορίου της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... και ήδη, ως καθολικού διαδόχου του τελευταίου, δήμου …. νομού …., κείται ο επίδικος δρόμος, που έχει μήκος 224 μ. και μέσο πλάτος 3,50 μ.
και αρχίζει από τον προς τα δυτικά των ακινήτων των διαδίκων διερχόμενο ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγεί στην παραλία ... και με κατεύθυνση (ο επίδικος δρόμος) από δύση προς ανατολή κάμπτει προς βορρά και συνεχίζει σε μήκος 120 μ. και καταλήγει στην νότια πλευρά της ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, πρώην ιδιοκτησία Π.
και Α.. Διέρχεται κατά την ως άνω διαδρομή, πριν την παραπάνω κατάληξή του, μεταξύ των ανατολικά του κείμενων ακινήτων του δευτέρου και της τρίτης των εναγόντων και του δυτικά του κείμενου αγροτικού ακινήτου του εναγόμενου, πρώην ιδιοκτησίας Π.. Ο παραπάνω δρόμος, μέχρι και πριν από περίπου τριάντα χρόνια, βρισκόταν σε επαφή με κοινοτικό υδραύλακα, πλάτους 1,00 μ.
περίπου, ο οποίος χρησιμοποιείτο για την άρδευση των παρακείμενων αγροτεμαχίων. Η κατασκευή του υδραύλακα, που αποτελεί τμήμα δικτύου υδραυλάκων, έγινε πριν από τουλάχιστον 150 χρόνια από την τότε κοινότητα …ς, κατόπιν δωρεάς από την οικογένεια Χρονόπουλου για την άρδευση της περιοχής ... και συντηρείτο από τους κατοίκους της περιοχής.
Ειδικότερα, ο υδραύλακας διερχόταν σε επαφή και προς τα ανατολικά αρχικά της ιδιοκτησίας Μακρή και εν συνέχεια του ακινήτου νυν ιδιοκτησίας του εναγομένου, μετά το οποίο κατευθυνόταν προς τα ανατολικά σε επαφή με ιδιοκτησίες πρώην Π. και Α., προκατόχων του πρώτου ενάγοντα στο μεγαλύτερο ακίνητο που ο τελευταίος έχει στην κυριότητά του στην ίδια παραπάνω θέση, καταλήγοντας τελικά ο εν λόγω υδραύλακας στον ....
Από τον σε επαφή με τον παραπάνω κοινοτικό υδραύλακα και προς τα ανατολικά του τελευταίου επίδικο δρόμο, πλάτους 1,50 με 2 περίπου μέτρων, διέρχονταν με τα πόδια και με φορτωμένα ζώα, οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων αγροτικών ακινήτων, προς εξυπηρέτηση των τελευταίων, αλλά και κάθε τρίτος που ήθελε να κάνει χρήση του παραπάνω δρόμου για να μεταβεί στα παρακείμενα αυτά ακίνητα ή στη περιοχή της ....
Ειδικότερα, έκαναν χρήση του παραπάνω δρόμου οι κατά σειρά ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων και ειδικότερα οι δικαιοπάροχοι της τρίτης ενάγουσας, Λ. και Α., οι δικαιοπάροχοι του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων, οικογένεια Ζ., ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου, Κ. Π.ς, και ο άμεσος δικαιοπάροχος στο κείμενο στην κατάληξη σήμερα του επιδίκου δρόμου ακίνητο του πρώτου ενάγοντα, Ν.
Μ., αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του, Π. και Α.. Η χρήση του επιδίκου δρόμου στην παραπάνω μορφή του από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες των παρακείμενων αυτού ακινήτων αλλά και κάθε τρίτου .που ήθελε να μεταβεί σε αυτά ή να διέλθει από το δρόμο αυτό προκειμένου να μεταβεί στη περιοχή της ... σε συντομότερο χρόνο, γινόταν ελεύθερα και χωρίς διαμαρτυρία από οποιονδήποτε, από αμνημονεύτων ετών, ώστε η γενεά ανθρώπων που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μία από αυτές νοούμενης και επεκτεινόμενης επί σαράντα (40) έτη, να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση από την προπεριγραφόμενη.
Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, με βάση τις πολυάριθμες μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής και ιδιοκτητών όμορων ακινήτων, οι οποίοι, έχοντας άμεση και προσωπική αντίληψη της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε, κατέθεσαν κατηγορηματικά ότι τόσο η γενεά που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ, όσο και η γενεά που αμέσως προηγήθηκε, διέρχονταν μέσα από τον επίδικο δρόμο.
Ειδικότερα, ο Θ. Ζ. του Γ., γεννηθείς το 1927, δικαιοπάροχος του δεύτερου των εναγόντων κατέθεσε χαρακτηριστικά: "Από αυτό τον δρόμο περνάω 70-75 χρόνια.... Από εκεί πήγαινε ο πατέρας μου στο κτήμα, ο οποίος πέθανε το 1928" και "Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου από μικρό παιδί αλλά και πριν από τη δική μου γέννηση ο πατέρας μου οι θείοι μου και οι παππούδες μου για να πάνε στα κτήματά τους στη θέση ...
περνούσαν από τον αγροτικό δρόμο.." (βλ. την ένορκη κατάθεσή του, που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την υπ'αριθμ. …02/2009 ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μ. Β.), περαιτέρω ο Θ. Λ. του Ι., γεννηθείς το 1953, ο οποίος τυγχάνει αδελφός της όμορης ιδιοκτήτριας Γ. Λ., της οποίας το ακίνητο βρίσκεται απέναντι από την ιδιοκτησία του εναγόμενου, κατέθεσε τα εξής: "Τον δρόμο αυτό τον είχα χρησιμοποιήσει και εγώ συνέχεια και καθημερινά ..
Από τον δρόμο αυτό περνούσε και ο πατέρας μου και ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου" και ".. από μικρός θυμάμαι ότι τα καλοκαίρια που καλλιεργούσαμε κηπευτικά ποτίζαμε από το κοινοτικό αυλάκι... ξέρω καλά ότι από παλαιά υπήρχε χωμάτινος υδραύλακας ο οποίος ήταν κοινοτικός, η κοίτη του υδραύλακα είχε πλάτος 1 μέτρου περίπου και δίπλα υπήρχε παλαιό μονοπάτι.." (βλ.
την υπ' αριθμ. ...5/2011 ένορκη βεβαίωσή του), επίσης η Γ. σύζυγος Κ. Μ., γεννηθείσα το 1924, από την οποία αγόρασε ο πρώτος των εναγόντων το ακίνητό του, βεβαίωσε ότι: "Για να μπούμε στο ακίνητο αυτό περνούσαμε από τον δρόμο τον αγροτικό. Παλαιότερα με τα πόδια και φορτωμένα ζώα, τόσο εγώ όσο και ο Π., ο παλιός ιδιοκτήτης, ο Κ.
και Α." και "Τα κτήματα αυτά απ' ότι ξέρω και από τον πατέρα μου και τους παππούδες μου εξυπηρετούνταν από αυτό το δρόμο, ο οποίος υπήρχε από 150 χρόνια τουλάχιστον, δίπλα στον αύλακα ..." (βλ. την υπ' αριθμ. ….01/2009 ένορκη βεβαίωσή της), επιπλέον η Χ. σύζυγος Π. Μ. το γένος Α., γεννηθείσα το 1951, η οποία έχει ιδιοκτησία δίπλα στον επίδικο δρόμο, ανέφερε επί λέξει: "Από παιδί θυμάμαι να περνάμε από το δρομάκι αυτό για να πάμε στη ….για ψώνια, όσο και στα κτήματά μας με τα πόδια και με φορτωμένα ζώα.
Από τον ίδιο δρόμο περνούσαν πάντα και οι γονείς μας". Από τις ως άνω μαρτυρίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες προσώπων πού δεν εξαρτούν απολύτως κανένα συμφέρον από τη δίκη, τις οποίες το Δικαστήριο αξιολογεί ως ειλικρινείς και αντικειμενικές, αποδεικνύεται ότι η γενεά που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ, και αυτή που αμέσως προηγήθηκε δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση από την κατά τα ανωτέρω χρήση του επίδικου δρόμου από όλους τους ιδιοκτήτες των όμορων ιδιοκτησιών καθώς και οποιονδήποτε άλλον τρίτον, η δε κοινή χρήση διήρκησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ογδόντα έτη πριν την εισαγωγή του ΑΚ.
Αντίθετα, οι καταθέσεις μαρτύρων που επικαλείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών προς απόδειξη των ισχυρισμών του δεν κρίνονται αξιόπιστες, διότι κατ' αρχήν έρχονται σε αντίθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα στον επίδικο χώρο. Ειδικότερα, εντός του επίδικου εδαφικού τμήματος επιφανείας 150 τ.μ. δεν γίνονταν καλλιέργειες από τον εναγόμενο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Ι.
Μ. (βλ. την ως άνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. …71/2013 ένορκη βεβαίωσή του), αλλά αντίθετα το επίδικο έφερε ανέκαθεν τη μορφή αγροτικού δρόμου, ο οποίος διακρινόταν σαφώς από τα όμορα αγροτεμάχια, όπως προκύπτει ευκρινώς από τα αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη ελαιοτεμαχίων των ετών 1997 και 2003 που νομίμως προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Από δε τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου, προκύπτει εμφανώς ότι ο δρόμος δεν σταματά στο ύψος της ιδιοκτησίας Λ., όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες του εναγομένου, αλλά συνεχίζεται και μετά από αυτήν και καταλήγει στην ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος. Εξάλλου τέλος, ούτε οι καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου περί του ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους είχαν πρόσβαση στις ιδιοκτησίες τους μέσω της ιδιοκτησίας του Θ.
Λ. κρίνονται πειστικές, καθόσον αντικρούονται πλήρως από την ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο τελευταίος, ο οποίος κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι επέτρεψε στους ενάγοντες προσωρινά να διέρχονται μέσα από το ακίνητό του για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους κατά παράκληση, μετά από τις ενέργειες του εναγομένου ο οποίος τους είχε αποκλείσει τη δίοδο μέσα από τον αγροτικό δρόμο.
Επομένως, με βάση όλα τα προαποδειχθέντα, ο επίδικος δρόμος απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, με τη προβλεπόμενη από το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο διάταξη του ν.3 παρ. 2 Πανδέκτη 43-7 . αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι "περί το έτος 1975 ο παρακείμενος του δρόμου υδραύλακας έπαψε να λειτουργεί και επιχωματώθηκε σταδιακά.
Περί το έτος 1982, επιχωματώθηκε ολοκληρωτικά με εργασίες που έγιναν από την τότε κοινότητα …. και συνενώθηκε ο υδραύλακας, κατά το προαναφερόμενο πλάτος του, με τον επίδικο αγροτικό δρόμο, ο οποίος επίσης διαπλατύνθηκε με την συναίνεση των παρόδιων ιδιοκτητών και έτσι διαμορφώθηκε στο σημερινό πλάτος του των 3,50 μ.
Έκτοτε δε η διέλευση μέσα από αυτόν από τους παρακείμενους ιδιοκτήτες και τρίτους γίνεται και με τροχοφόρα οχήματα. Ο δρόμος αυτός συντηρείτο αρχικά από την κοινότητα … και έπειτα από το Δήμο …., που φρόντιζαν, κάθε χρόνο, για τον καθαρισμό του με μηχανήματα (γκρέιτερ) και έριχναν στουρνάρι ή μπαλάστρο για την καλλίτερη πρόσβαση των ιδιοκτητών στα κτήματά τους.
Μετά την παύση λειτουργίας του υδραύλακα τοποθετείται χρονικά και η μη περαιτέρω από παλαιοτάτων χρόνων χρήση του επιδίκου δρόμου με την προς τα ανατολικά και πέρα του ακινήτου σήμερα του εναγομένου κατεύθυνσή του, σε επαφή των ακινήτων αρχικά Π. και Α. και στη συνέχεια Μ., παραπάνω αναφερόμενων, ο τελευταίος δε, όπως αποδείχθηκε, έκτοτε τοποθέτησε στη σε επαφή με την κατά τον αμέσως παραπάνω τρόπο διαμορφωθείσα κατάληξη του επιδίκου δρόμου στο ακίνητο του, πόρτα εισόδου από συρματόπλεγμα (κρισσάρα), την οποία στη συνέχεια αντικατέστησε ο πρώτος ενάγων με καινούργια συρόμενη πόρτα, που ανοίγει εντός του ακινήτου του.
Η είσοδος δε αυτή αποτυπώνεται και στο συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο (προτού ανακύψει η ένδικη διαφορά) από μηνός Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Τ. Τ.. Οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, ήτοι ο πατέρας του και πριν από αυτόν, ο Κ. Π.ς αναγνώριζαν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δρόμου και ουδέποτε είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να τον προσβάλλουν, ούτε είχαν παρεμποδίσει, μ' οιονδήποτε τρόπο, τη διέλευση μέσα από αυτόν των ιδιοκτητών των γειτονικών ακινήτων και εν γένει των κατοίκων της περιοχής.
Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος, απ' όταν απέκτησε τη νομή του ακινήτου του, αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ….05/4-04-1989 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σ. Δ. και επί περίπου είκοσι συναπτά έτη δεν είχε αμφισβητήσει την κοινή χρήση του δρόμου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο του έτους 2009, ο εναγόμενος, ενεργώντας παράνομα και αμφισβητώντας για πρώτη φορά τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου δρόμου και το δικαίωμα των εναγόντων για ακώλυτη χρήση του, τοποθέτησε πόρτα με μεταλλικό πλέγμα στηριζόμενη σε σιδηροδοκούς σε όλο το πλάτος του παραπάνω δρόμου και σε απόσταση 42,8 μέτρων από την είσοδο του ακινήτου του πρώτου ενάγοντα, την οποία (είσοδο) απέκλεισε επίσης με την τοποθέτηση σιδηροπασσάλων με μεταλλικό πλέγμα, όπως επίσης τοποθέτησε σιδηροπασσάλους με πλέγμα μεταλλικό σε όλο το παραπάνω μήκος του δρόμου των 42,8 μέτρων και σε επαφή με τις ιδιοκτησίες του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων, περικλείοντας με τον τρόπο αυτό στην παρακείμενη του επιδίκου δρόμου ιδιοκτησία του το αμέσως παραπάνω τμήμα του τελευταίου, συνολικής επιφάνειας 150 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο του πρώτου ενάγοντα, νότια με υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου κοινόχρηστου δρόμου, ανατολικά με ιδιοκτησία δευτέρου και τρίτης των εναγόντων και δυτικά με ακίνητο του εναγομένου.
Με τον τρόπο αυτό ενεργώντας ο εναγόμενος παρεμπόδισε τους ενάγοντες στην ελεύθερη μέχρι το παραπάνω χρόνο χρήση του επιδίκου κοινόχρηστου αγροτικού δρόμου και προσέβαλε παράνομα το απορρέον από την προσωπικότητά τους δικαίωμα της ακώλυτης χρήσης του παραπάνω τμήματός του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα ως προς τον κοινόχρηστο χαραχτήρα του επίδικου δρόμου και έκανε δεκτή την αγωγή των εναγόντων ως προς την κυρία βάση της, αξιολόγησε σωστά το αποδεικτικό υλικό και ορθώς εφάρμοσε το νόμο".
VI. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης σχηματίζεται ασφαλής δικανική πεποίθηση και κρίση, ότι το δευτεροβαθμίως δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο δέχθηκε την δυνάμει του θεσμού της δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος κοινοχρησία του ανωτέρω δρόμου, κοινοχρησία ήδη κτηθείσα κατά την εισαγωγή του Α.Κ., δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα των κατά τον νόμο (Β.Ρ.
Δίκαιο) απαιτουμένων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, παρά τα αντίθετα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα.
VII. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 560 αρ.5 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψιν "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, έλαβε υπόψιν γεγονότα που δεν περιέχοντο στην αγωγή των α', β' και γ' των αναιρεσιβλήτων, αγωγή στην οποία δεν τηρήθηκαν οι επιταγές του νόμου, (συναρτηθείσες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως), για τον χαρακτηρισμό κάποιου δρόμου ως κοινοχρήστου βάσει των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε προ της θέσεως σε εφαρμογή του ΑΚ", ήτοι στην ένδικη αγωγή αναφερόταν μόνον ότι ο εν λόγω δρόμος είναι κοινόχρηστος αγροτικός από το έτος 1905, μην τηρώντας τις λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλόμενη, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες διόρθωσε καθ'υπέρβαση του νόμου και κατ' εσφαλμένο τρόπο το ελάττωμα της ένδικης αγωγής (αοριστία) και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του κάνοντας δεκτή την ένδικη αγωγή τελεσιδίκως". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι από την προηγηθείσα επισκόπηση της αγωγής των (τριών πρώτων) αναιρεσιβλήτων προκύπτει η ευκρίνεια των ιστορουμένων, καθόσον αφορά στις προϋποθέσεις κτήσεως της κοινοχρησίας του επίδικου δρόμου επί τη βάσει του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος, όπως είχε προεκτεθεί, (αγωγική βάση κυρία), ενώ επικουρικώς γίνεται μνεία, στην ένδικη αγωγή ότι ο δρόμος αυτός είναι σε κοινή χρήση από του έτους 1905, επί της οποίας όμως δεν στηρίζεται η άνω εκπεφρασμένη κρίση του δικαστηρίου στην προσβαλλομένη απόφασή του.
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (για την τρίτη των οποίων Β. Ζ. μετά το θάνατό της στις 2-6-2016, νομίμως συνεχίζουν την δίκη, όπως δεν αμφισβητείται οι Ι., Α., Π. και Β. Ζ.) κατά παραδοχή των αιτημάτων τους (άρθρ. 176, 191§2, 183 ΚΠολΔ, 1επ.,281§2 του Δημοτικού Κώδικος, κυρωθέντος υπό του νόμου 3463/06), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2017 αίτηση του Κ. Ρ. περί αναιρέσεως της 109/2014 αποφάσεως του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€) για τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους και σε εξακόσια ευρώ (600€) για το τέταρτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Μεσσήνης".
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ