Legislator Case Law & Legislation
17/2016 AI generated

17/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 17/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 17 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

17/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 17 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
animal welfare violations permit violation administrative licence revocation freight carrier liability termination of agricultural lease planning violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 17 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 17/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ουκρανικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο O. K., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ., κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου της πτωχεύσασας Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην…, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Πτωχεύσασας Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7625/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5928/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 5/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για να υπάρξει αδικοπραξία και, συνεπώς, υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να ευρίσκεται σε υπαιτιότητα. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια. Αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι. Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευμένο από το νόμο, η, δε, υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Η μεταξύ κάποιας ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, οπότε ιδρύεται σε βάρος εκείνου που παρανόμως και υπαιτίως έπραξε ή παρέλειψε ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα (ΑΠ 1760/2001, ΑΠ 1714/1999, ΑΠ 684/1999, ΑΠ 829/1999, ΑΠ 555/1999). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 1090/14, ΑΠ 1254/90, ΑΠ 495/13). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών ανάγονται είτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους, εφόσον βεβαίως το απ’ αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1300/2008) είτε στα συναρτώμενα μ’ αυτήν (εκτίμηση αποδείξεων) επιχειρήματα του δικαστηρίου (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007). Ήδη, με το μοναδικό, κατ’ εκτίμηση, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αίτησή της, με την οποία αυτή ζήτησε την παραδοχή στην αφορώσα την πτώχευση της δευτέρας αναιρεσιβλήτου [οριστικός σύνδικος της οποίας έχει οριστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος] διαδικασία, των ενώπιον του εισηγητή της πτωχεύσεως νομοτύπως υποβληθεισών προς εξέλεγξη και ως ουσιαστικά αβασίμων απορριφθεισών απαιτήσεων της, δεχθείσα, η εφετειακή απόφαση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την ανυπαρξία συνδρομής των από την αναιρεσείουσα επικληθεισών προς θεμελίωση της αποδιδομένης στη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων αδικοπρακτικής ευθύνης προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, επέβαλαν την αντίθετη σχετική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισων από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα, (αναιρεσείουσα) ως πλοιοκτήτρια εταιρεία του υπό ουκρανική σημαία φορτηγού πλοίου μεταφοράς γενικού φορτίου ..., ολικής χωρητικότητας 4.695 μετρικών τόνων και καθαρής 1.896 μετρικών τόνων, δυνάμει του από 21/7/1995 ναυλοσύμφωνου τύπου Ν.Υ.Ρ.Ε. εκναύλωσε το πλοίο της στην εγκατεστημένη στον Πειραιά εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία στη συνέχεια, στις 9/3/1999, το υποναύλωσε στην εδρεύουσα στην Ραβέννα της Ιταλίας εταιρεία με την επωνυμία "Ρ. Κ...." . Η τελευταία (υποναυλώτρια) με τη σειρά της το υποναύλωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία είχε αγοράσει δυνάμει των από 11/3/1999 και 17/3/1999 συμβάσεων πώλησης (υπό όρους FΟΒ) μετάλλευμα από την καθ’ ης η αίτηση πτωχή εταιρεία με την επωνυμία "... ...". Στις 9/3/1999, η εταιρεία"Ρ.Κ...." έδωσε εντολή στον πλοίαρχο του πλοίου Ε. G., να κατευθύνει το πλοίο στο ..., προκειμένου να φορτωθεί το εμπόρευμα της αγοράστριας εταιρείας (εμπλουτισμένο μετάλλευμα μολύβδου και ψευδαργύρου) και να μεταφέρει τούτο στην ... της Ρουμανίας. Το ... είναι ένα μικρό λιμάνι, το οποίο υπάρχει για να εξυπηρετεί το κοντινό ορυχείο από το οποίο εξάγονται εμπλουτισμένα μεταλλεύματα. Στην πραγματικότητα είναι μια μ,κρή ανοιχτή-προβλήτα σε σχήμα Τα, μήκους 20 μέτρων, πλάτους 4 μέτρων και ύψους 3,20 μέτρων εντελώς εκτεθειμένη στους ανέμους και το ρεύμα από ανατολή. Στην προβλήτα υπάρχει γερανός για την φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων, ενώ για τη φόρτωση των μεταλλευμάτων λειτουργεί ταινιογέφυρα με ταινιόδρομο. Για την πρόσδεση του πλοίου προς φόρτωση υπάρχουν τέσσερα ναύδετα που έχουν ποντιστεί σε αποστάσεις 160 έως 250 μέτρων από το άκρο του βραχίονα μεταφοράς μεταλλευμάτων σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου με την μεγαλύτερη πλευρά παράλληλη προς την ακτή. Το πλοίο προσέγγισε το λιμάνι και έδεσε στην προβλήτα τις πρωινές ώρες της 16/3/1999. Για τα καταπλέοντα στον όρμο του ... πλοία, με υπόδειξη του λιμεναρχείου, προλαμβανόταν πλοηγός, χρέη δε πλοηγού εκτελούσε, το χρονικό διάστημα από το 1986 έως 11/8/2007, ο Α. Δ., όπως βεβαίωσε ο Λιμενάρχης ... με την από 30/3/2009 βεβαίωσή του, παρά το γεγονός ότι στον Οδηγό Λιμένων Fairplay (έκδοση Μαρτίου 1999) αναφέρεται ότι "ένας πλοηγός που έχει προσληφθεί από την ιδιοκτήτρια εταιρεία του ορυχείου βοηθά στην πρόσδεση και την απόδεση του πλοίου". Ο πλοίαρχος του πλοίου ενημερώθηκε για τα χαρακτηριστικά της σκάλας φόρτωσης και τις επικρατούσες κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής ειδικότερα δε για το ευμετάβλητο του καιρού και τους πολύ ισχυρούς ανατολικούς ανέμους, όπως βεβαιώνει ο Ναυτικός Πράκτορας του πλοίου Χ. Σ., στην από 13/2/2004 έγγραφη βεβαίωσή του προς την καθ’ ης η αίτηση εταιρεία. Ο καιρός δε, στις 16/3/1999, για το ... Χαλκιδικής ανέφερε ανέμους ανατολικούς, νοτιοανατολικούς, σχεδόν μέτριους (4-5), αλλά προς το μεσημέρι με βόρειες διευθύνσεις, και με πιθανές ριπές ισχυρές. Ακόμη γίνεται ειδικότερη αναφορά ότι επίκειται αύξηση άνεμων στο Αιγαίο και ότι με την πρόοδο της ημέρας, αναμένεται να επικρατήσουν ισχυροί άνεμοι σε όλα τα ελληνικά πελάγη, ενώ για το θρακικό πέλαγος το δελτίο πρόγνωσης καιρού, για το χρονικό διάστημα από 14.00 μμ. και αργότερα, ανέφερε ανέμους βορειοανατολικούς 5 έως 6 αργότερα 7 μποφόρ, με θάλασσα ταραγμένη, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. .../6-2-2004 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, το οποίο εκδίδεται και στην αγγλική γλώσσα. Ακόμη ο πλοίαρχος ενημερώθηκε από τον πράκτορα ότι, λόγω του ευμετάβλητου του καιρού, ο πλοηγός έπρεπε να παραμείνει επί του πλοίου και οι μηχανές να είναι σε ετοιμότητα, ενώ η φόρτωση θα σταματούσε στις 21.00 μμ. και το πλοίο έπρεπε να απομακρυνθεί από την προβλήτα και να διανυκτερεύσει σε αγκυροβόλιο. Όπως κατέθεσε ο Α’ μηχανικός του πλοίου ... στην από 20/3/1999 προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Ανθ/ρχου ΛΣ Κ. Κ., ο πλοίαρχος γνώριζε ότι το λιμάνι ήταν προβληματικό και του είχε δώσει εντολή οι μηχανές να είναι σε ετοιμότητα "διότι το λιμάνι δεν ήταν ασφαλές". Στις 09.30 πμ της 16/3/1999, όταν το πλοίο μετακινήθηκε από το αγκυροβόλιο προς τις εγκαταστάσεις φόρτωσης, ξεκίνησε η φόρτωση του φορτίου του συμπυκνωμένου μολύβδου στο υπ’ αριθμόν 2 κύτος του πλοίου και, στις 14.30 μμ της ίδιας ημέρας, ξεκίνησε η φόρτωση του υπ’ αριθμ. 4 κύτους του πλοίου. Στα 17.40 μμ περατώθηκε η φόρτωση στο υπ’ αριθμ. 4 κύτος και, στις 18.15 μμ άρχισε η φόρτωση του συμπυκνωμένου ψευδαργύρου στο υπ’ αριθμ. 3 κύτος του πλοίου. Στις 19.40 μ.μ. οι βορειοανατολικοί άνεμοι άρχισαν να εντείνονται και να φέρνει ριπές ανέμων, καιρός που, σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο δελτίο καιρού της Εθνικής Μετεωρολογικής υπηρεσίας, διήρκεσε μέχρι τις 18.00 ώρα Ελλάδος της επόμενης ημέρας, 17/3/1999. Ο Λιμενάρχης ... (Κ. Κ.), σύμφωνα με την ένορκη κατάθεσή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά κατά τη συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων της αιτούσης κατά των καθ’ ων η αίτηση , στις 16/2/2004, συνέστησε στον πλοίαρχο να σταματήσει την φόρτωση λόγω επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών. Ο ίδιος ο πλοίαρχος ζήτησε, στις 19.30 της ίδιας μέρας, τη διακοπή της φόρτωσης, όμως, στον ταινιόδρομο απέμεναν 2.00.. τόνοι εμπλουτισμένου ψευδαργύρου προς φόρτωση και δεν μπόρεσε να γίνει η διακοπή, επειδή η φορτώτρια πτωχή εταιρεία αρνήθηκε, φοβούμενη καταστροφή του μεταλλεύματος. Ο πλοηγός, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της φόρτωσης βρισκόταν είτε πάνω στο πλοίο είτε σε πλησίον κείμενες εγκαταστάσεις της πτωχής εταιρείας, στις 19.45 επιβιβάσθηκε στο πλοίο και, τελικά, στις 20.00 μμ η φόρτωση διακόπηκε, απομακρύνθηκε ο γερανός φόρτωσης και, στις 20.15 ξεκίνησε η διαδικασία απόδεσης των κάβων και απομάκρυνσης του πλοίου από την προβλήτα. Ο πλοίαρχος έλυσε όλους τους κάβους πλην του πρυμνιού κάβου και έδωσε εντολή ανέλιξης της δεξιάς άγκυρας (η οποία ανελκύσθηκε στις 20.32). Επειδή η αριστερή πλευρά του πλοίου ήταν παράλληλη προς την αποβάθρα η πλώρη του πλοίου άρχισε να κινείται προς τα αριστερά προς τις εγκαταστάσεις και δεν απομακρυνόταν προς τη θάλασσα. Στις 20.22 μμ ο πρυμναίος κάβος χαλάρωσε, αφού στάλθηκε βοηθητική λέμβος απόδεσης προκειμένου να απαγκιστρωθεί, ενώ χειροτέρευαν οι καιρικές συνθήκες. Να σημειωθεί δε ότι λόγω της μερικής φόρτωσης του πλοίου η πλώρη του ήταν πολύ σηκωμένη, ώστε ο άνεμος που έπνεε από δεξιά να σπρώχνει την πλώρη του βίαια προς τα αριστερά με μοχλό το βάρος της πρύμνης που ήταν πολύ βυθισμένη. Έτσι, τη στιγμή που το πλοίο δεν κρατιόταν από την άγκυρα του ο αέρας έσπρωχνε την πλώρη του πλοίου προς τα αριστερά, ενώ ακόμα ο πρυμναίος κάβος ήταν δεμένος στο ναύδετο. Το πλήρωμα της λέμβου δεν μπόρεσε να λύσει τον κάβο, επειδή το πλοίο δεν κρατιόταν από την άγκυρα του (που ήταν σε διαδικασία ανέλκυσης) και ο αέρας το έσπρωχνε προς την ξηρά με αποτέλεσμα το πλοίο να κρατιέται από τον κάβο αυτό. Τελικά τον έκοψε την ίδια στιγμή που η άγκυρα είχε βγει από το νερό, στις 20.35 μμ. Όμως η πλώρη του πλοίου παρεσύρετο προς την ξηρά με εντάσεις ανέμου 8-9 μποφόρ. Ο πλοίαρχος, αντιλαμβανόμενος την κατάσταση, στις 20.45 μμ, έδωσε εντολή να τεθούν σε λειτουργία οι προπέλες του πλοίου, αρχικά η αριστερή ανάποδα ημιταχώς και η δεξιά μηχανή πρόσω ημιταχώς (όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του πλοίου, αλλά και την από 20/3/199 προανακριτική κατάθεση του πλοιάρχου G. E. μετά το ατύχημα του κατέθεσε: "Αμέσως έριξα τη δεξιά άγκυρα, Συγχρόνως για να μην χτυπήσω τις εγκαταστάσεις φόρτωσης της εταιρείας έκανα την αριστερή μηχανή μισό ανάποδα και τη δεξιά μισό εμπρός για να απομακρύνω το πλοίο από εκεί") . Με αυτή την κίνηση των μηχανών το πλοίο συνέχισε να κινείται προς την ξηρά, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους μάρτυρες της αιτούσας. Ο πλοίαρχος έδωσε διαταγή για κράτηση των μηχανών στις 20.52, όμως, στις 20.54 το πλοίο με το αριστερό τμήμα της πρύμης ακούμπησε στο νερό και κατά τις 23.00 μμ το πλοίο προσάραξε στο βυθό. Κατόπιν τούτου έγιναν απόπειρες αποκολλήσεως του πλοίου και συγκεκριμένα, προσδέθηκαν στον πρωραίο και πρυμναίο σημαντήρα κάβοι και ο πλοίαρχος προσπάθησε ν’ απομακρύνει το πλοίο, όμως τελικά κόπηκαν οι κάβοι και το πλοίο προσάραξε βίαια στα αβαθή, με αποτέλεσμα τα εξωτερικά ελάσματα του πλοίου να υποστούν ρωγμές, στην περιοχή του πρωραίου και του μηχανοστασίου, να εισέλθει θαλασσινό νερό εντός του μηχανοστασίου και να προξενήσει σημαντικές βλάβες καθιστώντας αδύνατη την πλεύση του πλοίου με δικά του μέσα ... Περαιτέρω αποδείχθηκε πως η αιτία για την οποία το πλοίο δεν μπόρεσε να απομακρυνθεί από την προβλήτα με απόλυτη ασφάλεια οφείλεται σε δυο λάθη στον τρόπο που επιχειρήθηκε αυτή. Συγκεκριμένα α) δεν συντονίστηκε η απελευθέρωση του πρυμναίου κάβου και η ανέλκυση της πρωραίας άγκυρας και β) δεν δούλεψαν οι μηχανές του πλοίου αρκετά γρήγορα και κυρίως με αρκετή ισχύ. Ειδικότερα ο πλοίαρχος έπρεπε να είχε συντονίσει την απελευθέρωση του πρυμναίου κάβου με την ανέλκυση της άγκυρας, ούτως ώστε ο κάβος να λυθεί και να μαζευτεί πριν γίνουν προσπάθειες αναχώρησης, και έπρεπε να είχε εξασφαλίσει ότι το πλοίο ήταν ακόμα δεμένο με την άγκυρα μέχρις ότου να είναι σε θέση να αναχωρήσει. Όπως προαναφέρθηκε, όμως, ο πρυμναίος κάβος είχε χαλαρώσει και λύθηκε την ίδια στιγμή που η άγκυρα βγήκε από το νερό, κατά συνέπεια, και λόγω του ανέμου, η πλώρη του πλοίου παρεσύρετο προς την ξηρά. Αν ο πρυμναίος κάβος είχε λυθεί, το πλοίο θα μπορούσε να είχε συγκρατηθεί από την άγκυρα της πλώρης, χωρίς να κινδυνεύει να προσκρούσει στην εγκατάσταση φόρτωσης. Έτσι, θα μπορούσε να είχε ανελκύσει την άγκυρα και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει τις μηχανές για να μετακινηθεί προς τα εμπρός και να στρίψει την πλώρη του προς τα δεξιά, μακριά από την ξηρά. Αυτό που θα έπρεπε να είχε συμβεί ήταν ότι ο πρυμναίος κάβος θα έπρεπε να είχε τραβηχτεί ώστε να απομακρυνθεί η πρύμνη του πλοίου από τις εγκαταστάσεις φόρτωσης και τα αβαθή ύδατα που την περιέβαλαν ενόσω το πλοίο εξακολουθούσε να συγκρατείται από την πρωραία άγκυρα. Αυτό όχι μόνο θα βελτίωνε τη θέση της πρύμνης προς αναχώρηση, αλλά επίσης θα είχε μειώσει και το μήκος του πρυμναίου κάβου και έτσι θα είχε μειωθεί και ο απαιτούμενος για την ανάκτηση (μάζεμα) του χρόνος, πριν την έναρξη των μηχανών μετά την ελευθέρωση του. Ακόμη, οι κινήσεις της μηχανής οι οποίες έγιναν ήταν πολύ πρόχειρες. Αν η αριστερή μηχανή είχε τεθεί σε θέση πρόσω ημιταχώς ενώ η δεξιά σε θέση ανάποδα ημιταχώς, το πλοίο θα έπρεπε να είχε απομακρυνθεί από τον προβλήτα - παρά την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει συνεπεία της αδυναμίας να συντονιστούν καταλλήλως η απελευθέρωση των κάβων και η διαδικασία ανέλκυσης της άγκυρας - με μόνη την προϋπόθεση ότι θα έπρεπε να γίνουν ελιγμοί ανάμεσα από τα ναύδετα (τσαμαδούρες), πράγμα το οποίο ήταν σχετικά μικρό πρόβλημα. Το γεγονός της λανθασμένης κίνησης των μηχανών προκύπτει τόσο από την αναγραφή αυτών στο ημερολόγιο του πλοίου και την αρχική κατάθεση του Α’ μηχανικού του πλοίου (παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος δικαιολόγησε την εγγραφή στο ημερολόγιο ως λανθασμένη, επειδή ο τέταρτος μηχανικός λανθασμένα εξέλαβε τις εγγραφές των στηλών της αριστερής και της δεξιάς μηχανής) όσο και από την κατάθεση του πλοιάρχου του πλοίου στην προανακριτική αρχή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ακόμη οι ισχυρισμοί περί της ακαταλληλότητας του πλοηγού για τους λόγους που επικαλείται η αιτούσα καμία συνέπεια δεν έχουν στην αιτία της προξενηθείσας ζημίας, επειδή ο πλοίαρχος, ως γνώστης της στοιχειώδους ναυτικής τέχνης, όφειλε να συντονίσει την απελευθέρωση των κάβων κατά τον ανωτέρω τρόπο και να χρησιμοποιήσει άμεσα και δραστικότερα τις μηχανές, αυτός δε γνωρίζει το πλοίο του καλύτερα από τον καθένα και όφειλε να γνωρίζει πώς θα συμπεριφερόταν και ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να ελιχθεί υπό τις περιστάσεις, ανεξάρτητα από την ικανότητα του πλοηγού.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αιτούσας περί του ότι το βόρειο ναύδετο δεν ήταν καλά πακτωμένο στο βυθό με αποτέλεσμα να συρθεί και να μην μπορέσει να συγκρατήσει το πλοίο κατά τη διάρκεια των ελιγμών που επεχείρησε για την απομάκρυνση του από την ξηρά και τελικά να σπάσει, να σημειωθεί ότι ο πλοίαρχος έπρεπε να υποθέσει ότι ένα ναύδετο, όπως αυτό της προκειμένης περίπτωσης, δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλοίο χωρίς σημαντική μετατόπιση, αφού τα ναύδετα αυτά δεν παρέχονται ούτε τοποθετούνται για το σκοπό αυτό. Τέτοια ναύδετα τοποθετούνται για το σκοπό όπως συγκρατούν πλοία κατά τις διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης. Τοποθετούνται και ποντίζονται έχοντας υπ’ όψιν την προτιθέμενη θέση του πλοίου. Εάν ασκηθούν πάνω σ’ αυτά εντάσεις που βρίσκονται έξω από την κατεύθυνση ή το σχέδιο πρόσδεσης για τα οποία η τοποθέτηση τους σχεδιάστηκε, είναι βέβαιο ότι ως ένα βαθμό θα μετακινηθούν. Ο βαθμός μπορεί βέβαια να διαφέρει ανάλογα με την ακριβή θέση κάθε ναυδέτου και αναμένεται λογικά να είναι μεγαλύτερος -πλευρικά τουλάχιστον - σε περίπτωση ναυδέτου τοποθετημένου κοντά στη ξηρά, όπως το βόρειο ναύδετο στο .... Για τον ίδιο λόγο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το επικαλούμενο από την αιτούσα γεγονός ότι το πλοίο δεν δέθηκε στο ανατολικό ναύδετο και γενικότερα ότι δεν δέθηκε σωστά στα ναύδετα, αφού ακόμα και στην περίπτωση που είχε δεθεί, ο προορισμός τους ως σημεία πρόσδεσης δεν θα βοηθούσε το πλοίο στους ελιγμούς απομάκρυνσης από την προβλήτα και την ξηρά, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Ακόμη το γεγονός ότι δεν σταμάτησε άμεσα η φόρτωση στις 19.40 με αποτέλεσμα την καθυστέρηση απομάκρυνσης του πλοίου από την προβλήτα δεν αποτέλεσε αιτία επελεύσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος. Όπως προαναφέρθηκε το ατύχημα προκάλεσαν οι άστοχες κινήσεις της μηχανής και του τρόπου λύσεως του πλοίου σε σχέση με την άγκυρα, επομένως, ακόμη και στην περίπτωση της έναρξης των ελιγμών απομάκρυνσης μισή ώρα νωρίτερα το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση αφότου το πλοίο άγγιξε για πρώτη φορά τον θαλάσσιο πυθμένα μέχρι την μετατόπιση του βορείου ναυδέτου, δεν θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η ασφάλιση του ναυδέτου συνιστά ένδειξη έλλειψης ασφάλειας του λιμένα η οποία προκάλεσε ή συνέβαλε στην ένδικη απώλεια". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Όλα τα ανωτέρω έχουν γίνει δεκτά με την οριστική διαιτητική απόφαση μεταξύ των εταιρειών ... και Ρ.Κ. ..., στις οποίες αναπτύχθηκαν τα ίδια επιχειρήματα αναφορικά με την αδικοπραξία της καθ ης η αίτηση, η οποία εκδόθηκε στην Αγγλία από εξειδικευμένο διαιτητικό Δικαστήριο. Τέλος, αναφορικά με τα δελτία καιρού και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καιρού αποδείχθηκε ότι από τα δελτία της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, τα οποία εκδίδονται και στην αγγλική γλώσσα και ειδικά για τον καιρό των θαλασσών, ο πλοίαρχος είχε τη δυνατότητα πρόσβασης και ήταν σε θέση να παρακολουθεί τον καιρό και την αναφερόμενη επιδείνωση του, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα. Αναφορικά με τις πράξεις ή παραλείψεις του πλοηγού Α. Δ., αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πραγματικά δεν διέθετε τα νόμιμα προσόντα που απαιτούνται κατά το νόμο και γνώριζε τις βασικές αγγλικές λέξεις για να συνεννοείται με τα πληρώματα, αλλά διέθετε σημαντική εμπειρία στην περιοχή και σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν έπραξε ή παρέλειψε να πράξει κάτι το οποίο να συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα ζημία (προσάραξη) του πλοίου. Να σημειωθεί τέλος ότι, όπως αποδείχθηκε α)ο τελευταίος δεν ενεργούσε ως προστηθείς της καθ’ ής η αίτηση αλλά ανελάμβανε την πλοήγηση των πλοίων που προσέγγιζαν το λιμάνι του ... με εντολή του Λιμεναρχείου.... Αντίθετα ενεργούσε κατόπιν υποδείξεως από το τοπικό Λιμεναρχείο στα πλοία που κατέπλεαν στον όρμο του .... Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο πλοίαρχος του πλοίου ενημερώθηκε από τον τοπικό πράκτορα της αιτούσης για τις καιρικές ιδιαιτερότητες του όρμου, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν είναι η άμεση αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, β) Το γεγονός ότι ο πλοηγός δεν είχε τα νόμιμα προσόντα αφενός μεν δεν είναι ευθύνη της καθ’ ης η αίτηση για την απασχόληση του με τα καθήκοντα αυτά, αφετέρου είχε μακρόχρονη και σπουδαία εμπειρία στο συγκεκριμένο όρμο, στον οποίο δεν σημειώθηκε ποτέ κανένα άλλο συμβάν παρόμοιο με αυτό της επίδικης περίπτωσης, όπως, επίσης, αναπτύχθηκε ανωτέρω, γ) Όπως είναι γνωστό από τη θεωρία και νομολογία (άρθρο 182 ΚΙΝΔ), ο πλοηγός έχει υποχρέωση να παρέχει, όσον αφορά την οδήγηση του πλοίου, συμβουλές και υποδείξεις, χωρίς ν’ αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση του πλοίου. Υφίσταται, όμως, ευθύνη αυτού έναντι του πλοιοκτήτου για ζημίες που προκλήθηκαν λόγω εσφαλμένων συμβουλών και οδηγιών κατά την πλοήγηση. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα αναφέρεται σε εσφαλμένες συμβουλές και υποδείξεις της στην αίτηση της, οι οποίες αναπτύσσονται στον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, από τις οποίες καμία δεν είχε ως άμεση αιτία το ζημιογόνο συμβάν της επίδικης περίπτωσης, δεδομένου ότι ο πλοίαρχος γνώριζε καλύτερα από τον καθένα το πλοίο του σε περιπτώσεις έκτακτων αναγκών. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος πλοηγός έδωσε κάποια εντολή ή υπέδειξε στον πλοίαρχο χειρισμό του πλοίου, αναφορικά με την απόδεση και απομάκρυνση από την προβλήτα, που να προκάλεσε την προσάραξη του πλοίου. 4) Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, ο πλοηγός δεν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση του πλοίου και ο πλοίαρχος δεν εμποδίζεται από την παρουσία ή τις συμβουλές του πλοηγού να έχει τη διακυβέρνηση του πλοίου και την ελευθερία χειρισμού του. Έτσι, ο πλοίαρχος του πλοίου, στην προκειμένη περίπτωση, ενήργησε, όπως αποδείχθηκε, με τον τρόπο που θεώρησε καλύτερο για την ασφαλή απομάκρυνση του πλοίου από την προβλήτα. Ο επικαλούμενος λόγος ευθύνης του πλοηγού, δηλαδή ότι δεν έδωσε καμία συμβουλή ή υπόδειξη (δεν γίνεται αναφορά "διαφορετικών υποδείξεων (του πλοηγού) που εκείνος (ο πλοίαρχος) δεν ακολούθησε") δεν θεμελιώνει ευθύνη αυτού, δεδομένου ότι αφενός μεν ο ρόλος του είναι συμβουλευτικός, όπως προαναφέρθηκε, αφετέρου δε η οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη του πλοηγού) αποδείχθηκε ότι δεν προκάλεσε το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση κατά την βάση της από την αδικοπραξία, έκρινε ακολούθως νόμιμη μεν κατά την εν λόγω βάση της την ένδικη αίτηση, απορριπτέα όμως ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, αλλά διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεώς του, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποδιδομένης στη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων αδικοπρακτικής ευθύνης, δεχθείσα (η απόφαση αυτή) τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της προϋποθέσεων, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι η προσάραξη του αναφερομένου παραπάνω πλοίου της αναιρεσείουσας στα αβαθή του λιμένος ... της Χαλκιδικής οφείλεται αποκλειστικώς σε λάθη του πλοιάρχου αυτού, συνισταμένων αφενός στο μη χρονικό συντονισμό της απελευθερώσεως του πρυμναίου κάβου με την ανέλκυση της πρωραίας άγκυρας και αφετέρου στον πλημμελή χειρισμό της λειτουργίας των μηχανών του πλοίου, όπως αυτά με πληρότητα εξειδικεύονται στο σκεπτικό της με την παράλληλη παραδοχή ότι α) ούτε η κατά μισή ώρα καθυστέρηση διακοπής της διαδικασίας φορτώσεως, β) ούτε η μη σταθερή πάκτωση του βορείου ναυδέτου, γ) ούτε τέλος η χρησιμοποίηση ως πλοηγού του μη διαθέτοντος τα απαραίτητα τυπικά προσόντα Α. Δ. συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν ως άνω επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα, καθόσον, αναφορικώς μεν με τις υπό στοιχ. α και β αιτιάσεις το εν λόγω επιζήμιο αποτέλεσμα, οφειλόμενο αποκλειστικά στην κατά τα άνω πλημμελή συμπεριφορά του πλοιάρχου, θα επήρχετο ακόμη και αν είχε διακοπεί άμεσα η διαδικασία της φορτώσεως και δεν υφίστατο το πρόβλημα του βορείου ναυδέτου, αναφορικά δε με την υπό στοιχ. γ’ αιτίαση, ο παραπάνω πλοηγός δεν ενεργούσε ως προστηθείς της αναιρεσιβλήτου, αλλά του τοπικού λιμεναρχείου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, κατ’ άρθρο 922 ΑΚ από τις πράξεις και παραλείψεις αυτού (ΑΠ 838/2011, ΑΠ 272/08), ανεξάρτητα του ότι "σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος πλοηγός έδωσε κάποια εντολή ή υπέδειξε στον πλοίαρχο κάποιο χειρισμό του πλοίου αναφορικά με την απόδεση και την απομάκρυνση από την προβλήτα που να προκάλεσε την προσάραξή του". Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2014 και με αριθμ.καταθ.527/2014, αίτηση αναιρέσεως της 5928/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ